Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Ενοποίηση και παγκοσμιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Αναμορφώστε το διεθνές νομισματικό σύστημα 

Του Zhou Xiaochuan, διευθυντή της κεντρικής τράπεζας της Κίνας.
Μετάφραση: Γιώργος Παπανικολάου


Το ξέσπασμα της σημερινής κρίσης και η εξάπλωσή της στον κόσμο, μας θέτουν μπροστά σ ένα από παλιά υπάρχον, αλλά ακόμη αναπάντητο ερώτημα, τι είδους διεθνές αποθεματικό νόμισμα χρειαζόμαστε για τη διασφάλιση της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας και τη διευκόλυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, που ήταν ένας απ τους λόγους της ίδρυσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ); Έγιναν διάφορες θεσμικές διευθετήσεις σε μια προσπάθεια να βρεθεί μια λύση, περιλαμβανομένων του κανόνα του αργύρου, του κανόνα του χρυσού, του κανόνα συναλλάγματος χρυσού και του συστήματος του Μπρέτον-Γούντς*. Το παραπάνω ζήτημα ωστόσο, όπως η τρέχουσα οικονομική κρίση αποδεικνύει, απέχει πολύ από το να έχει επιλυθεί και έχει γίνει ακόμη πιο σοβαρό λόγω της ενδογενούς αδυναμίας του σημερινού διεθνούς νομισματικού συστήματος.

Θεωρητικά, ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα, θάπρεπε πρώτα να στηρίζεται σ ένα μέτρο σύγκρισης και να κυκλοφορεί σύμφωνα μ ένα καθαρό σύνολο κανόνων, ώστε να διασφαλίζεται κανονική προσφορά. Δεύτερον, η προσφορά του θάπρεπε να είναι αρκετά ευέλικτη για να επιτρέπει χρονικές διευθετήσεις σύμφωνα με τις αλλαγές της ζήτησης. Τρίτον, παρόμοιες διευθετήσεις θάπρεπε να είναι αποσυνδεδεμένες από οικονομικές καταστάσεις και κυρίαρχα συμφέροντα ξεχωριστών χωρών. Η αποδοχή των βασισμένων στην πίστωση εθνικών νομισμάτων σαν κύρια διεθνή αποθεματικά νομίσματα, όπως είναι η περίπτωση του σημερινού συστήματος, είναι μια σπάνια ειδική περίπτωση στην ιστορία. Η κρίση πάλι απαιτεί δημιουργική αναμόρφωση του υπάρχοντος διεθνούς νομισματικού συστήματος προς ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα με μία σταθερή αξία, με έκδοση βασισμένη σε κανόνες και διαχειρίσιμη προσφορά, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της προστασίας της διεθνούς οικονομίας και της οικονομικής σταθερότητας.

Ι. Το ξέσπασμα της κρίσης και η διασπορά της σ ολόκληρο τον κόσμο αντανακλά τις ενδογενείς αδυναμίες και τους συστημικούς κινδύνους στο υπάρχον διεθνές νομισματικό σύστημα.

Οι χώρες έκδοσης αποθεματικών νομισμάτων σταθερά έρχονται αντιμέτωπες με το δίλημμα μεταξύ του να πετύχουν τους δικούς τους σκοπούς τοπικής νομισματικής πολιτικής και του ν ανταποκριθούν στις απαιτήσεις για αποθεματικά νομίσματα άλλων χωρών. Απ τη μια, οι νομισματικές αρχές δεν μπορούν απλώς να εστιάσουν στους τοπικούς σκοπούς χωρίς να φέρουν σε πέρας τις διεθνείς τους ευθύνες, απ την άλλη, δεν μπορούν να επιδιώξουν διαφορετικούς τοπικούς και διεθνείς στόχους συγχρόνως. Είτε αυτοί θ αποτύχουν ν ανταποκριθούν κατάλληλα στην απαίτηση μιας αναπτυσσόμενης παγκόσμιας οικονομίας για ρευστότητα, καθώς προσπαθούν να εκτονώσουν τον πληθωρισμό που τους πιέζει στη χώρα τους, ή δημιουργούν υπερβολική ρευστότητα στις παγκόσμιες αγορές μέσω υπερβολικής τόνωσης της τοπικής ζήτησης. Το δίλημμα Triffin, δηλ ότι οι χώρες έκδοσης αποθεματικών νομισμάτων δεν μπορούν να διατηρήσουν την αξία των αποθεματικών νομισμάτων ενώ παρέχουν ρευστότητα στον κόσμο, ακόμη διατηρεί την αξία του.

Όταν ένα εθνικό νόμισμα χρησιμοποιείται για την τιμολόγηση κύριων εμπορευμάτων και εμπορικών διευθετήσεων και υιοθετείται σαν αποθεματικό νόμισμα παγκόσμια, οι προσπάθειες των νομισματικών αρχών να εκδόσουν ένα τέτοιο νόμισμα για ν αντιμετωπίσουν τις οικονομικές του ανισορροπίες, διευθετώντας τις ισοτιμίες συναλλάγματος, θα γίνεται χωρίς αποτέλεσμα, καθώς το νόμισμά τους χρησιμοποιείται σαν μέτρο σύγκρισης για πολλά άλλα νομίσματα. Ενώ οφελείται από ένα ευρέως υιοθετημένο αποθεματικό νόμισμα, η παγκοσμιοποίηση επίσης υποφέρει από τα μειονεκτήματα ενός τέτοιου συστήματος.

Η συχνότητα και η αυξανόμενη ένταση των οικονομικών κρίσεων μετά την κατάρρευση του συστήματος του Μπρέτον-Γούντς, υποδεικνύει ότι τα μειονεκτήματα ενός τέτοιου συστήματος για τον κόσμο μπορεί να ξεπερνάνε τα πλεονεκτήματά του. Το κόστος γίνεται όλο και υψηλότερο, όχι μόνο για τους χρήστες, αλλά και για τους εκδότες των αποθεματικών νομισμάτων. Αν και οι κρίσεις μπορεί να μην είναι απαραίτητα ένα σκοπούμενο αποτέλεσμα των αρχών έκδοσης, είναι όμως ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα των θεσμικών μειονεκτημάτων.

ΙΙ. Ο επιθυμητός σκοπός της αναμόρφωσης του διεθνούς νομισματικού συστήματος, επομένως, είναι να δημιουργήσει ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα που θα είναι αποσυνδεδεμένο από ξεχωριστές χώρες και θα είναι ικανό να παραμείνει σταθερό για μεγάλο διάστημα, αφαιρώντας έτσι τα ενδογενή ελαττώματα που προκαλούνται απ τη χρήση βασισμένων σε πίστωση εθνικών νομισμάτων.

1. Αν και το υπέρ-κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα έχει από πολλού προταθεί, ακόμη δεν έχει επιτευχθεί καμιά ουσιαστική πρόοδος μέχρι σήμερα. Στη δεκαετία του 1940, ο Κέϊνς είχε ήδη προτείνει την υιοθέτηση μιας διεθνούς νομισματικής μονάδας που ονομάστηκε «Bancor»**, βασισμένης στην αξία 30 αντιπροσωπευτικών εμπορευμάτων. Δυστυχώς, η πρόταση δεν υιοθετήθηκε. Η κατάρρευση του συστήματος του Μπρέτον-Γούντς, που είχε βασιστεί στην προσέγγιση του Γουάϊτ, δείχνει ότι η κεϊνσιανή προσέγγιση μπορεί να ήταν περισσότερο διορατική. Το ΔΝΤ επίσης δημιούργησε το SDR*** το 1969, όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκαν τα ελαττώματα του συστήματος του Μπρέτον-Γούντς, για να αμβλύνει τους ενδογενείς κινδύνους που τα κυρίαρχα αποθεματικά νομίσματα προκάλεσαν. Ακόμη, ο ρόλος του SDR δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί πλήρως, λόγω περιορισμών στην κατανομή του και των σκοπών της χρήσης του. Ωστόσο, αυτό χρησιμεύει σαν το φως στο τούνελ για την αναμόρφωση του διεθνούς νομισματικού συστήματος.

2. Ένα υπέρ-κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα όχι μόνο περιορίζει τους ενδογενείς κινδύνους του βασισμένου σε πίστωση κυρίαρχου νομίσματος, αλλά επίσης καθιστά δυνατή τη διαχείριση της παγκόσμιας ρευστότητας. Ένα υπέρ-κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα που διαχειρίζεται από έναν παγκόσμιο θεσμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη δημιουργία και για τον έλεγχο της παγκόσμιας ρευστότητας. Και όταν το νόμισμα μιας χώρας δεν θα χρησιμοποιείται πλέον σαν το μέτρο σύγκρισης για το παγκόσμιο εμπόριο και σαν το μέτρο σύγκρισης για άλλα νομίσματα, η πολιτική ισοτιμίας συναλλάγματος της χώρας θα είναι περισσότερο αποδοτική στη διευθέτηση οικονομικών ανισορροπιών. Αυτό θα μειώσει σημαντικά τους κινδύνους μιας μελλοντικής κρίσης και θα ενισχύσει την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων.

ΙΙΙ. Η αναμόρφωση θα πρέπει να κατευθύνεται από μια μακροπρόθεσμη προοπτική και ν αρχίσει με ειδικές απελευθερώσεις. Θα πρέπει να είναι μια προοδευτική διαδικασία που θ αποφέρει κέρδη για όλους.

Η επανίδρυση ενός νέου και ευρέως αποδεκτού αποθεματικού νομίσματος, με ένα σταθερής αποτίμησης μέτρο σύγκρισης, μπορεί να πάρει πολύ χρόνο. Η δημιουργία μιας διεθνούς νομισματικής μονάδας, βασισμένης στην κεϊνσιανή πρόταση, είναι μια τολμηρή πρωτοβουλία που απαιτεί εξαιρετική πολιτική ενόραση και κουράγιο. Βραχυπρόθεσμα, η διεθνής κοινότητα, ιδιαίτερα το ΔΝΤ, θάπρεπε τουλάχιστον ν αναγνωρίσει και ν αντιμετωπίσει τους κινδύνους που προκύπτουν από το υπάρχον σύστημα, διεξάγοντας κανονική παρακολούθηση και εκτίμηση και δημοσιεύοντας κατά καιρούς έγκαιρες προειδοποιήσεις.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να αποδοθεί ένας μεγαλύτερος ρόλος στο SDR. Το SDR έχει τα χαρακτηριστικά και την δυνατότητα να ενεργεί σαν ένα υπέρ-κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα. Επιπλέον, μια αύξηση στην κατανομή SDR θα βοηθούσε το Ταμείο ν αντιμετωπίσει τα προβλήματα των πόρων του και τις δυσκολίες στην ψήφο και στην αναμόρφωση της αντιπροσώπευσης. Επομένως, πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες να προωθηθεί μια κατανομή SDR. Αυτό θα απαιτήσει πολιτική συνεργασία μεταξύ των χωρών μελών. Ειδικά, η Τέταρτη Τροποποίηση στα Άρθρα της Συμφωνίας και το σχετικό ψήφισμα σχετικά με την κατανομή του SDR που προτάθηκε το 1997 πρέπει να εγκριθεί όσο το δυνατόν νωρίτερα, έτσι ώστε τα μέλη που συνδέθηκαν με το Ταμείο μετά το 1981 να ωφεληθούν επίσης από το SDR. Σ αυτή τη βάση, θα πρέπει να μελετηθεί επιπλέον αύξηση κατανομής SDR.

Ο σκοπός της χρήσης του SDR θα πρέπει να είναι διευρυμένος, έτσι ώστε να ικανοποιήσει πλήρως τις απαιτήσεις των χωρών μελών για ένα αποθεματικό νόμισμα.

Δημιουργία ενός συστήματος διακανονισμού μεταξύ του SDR και των άλλων νομισμάτων. Επομένως το SDR, το οποίο τώρα χρησιμοποιείται μόνο μεταξύ κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, θα μπορούσε να γίνει ένα ευρέως αποδεκτό μέσο πληρωμής στο διεθνές εμπόριο και τις οικονομικές συναλλαγές.

Ενεργή προώθηση της χρήσης του SDR στο διεθνές εμπόριο, στην τιμολόγηση εμπορευμάτων, στις επενδύσεις και στην επιχειρηματική λογιστική. Αυτό θα βοηθήσει στην ενίσχυση του ρόλου του SDR και θα μειώσει αποδοτικά τη διακύμανση των τιμών των στοιχείων ενεργητικού που είναι προσηλωμένα σε εθνικά νομίσματα και σχετικούς κινδύνους.
Δημιουργία οικονομικών στοιχείων ενεργητικού προσηλωμένων στο SDR για ν αυξηθεί η έλξη του. Η εισαγωγή εγγυήσεων προσηλωμένων στο SDR , η οποία έχει μελετηθεί απ το ΔΝΤ, θα είναι μια καλή αρχή.
Επιπλέον βελτίωση της αποτίμησης και της κατανομής του SDR. Το καλάθι των νομισμάτων που σχηματίζουν τη βάση για την εκτίμση του SDR πρέπει να επεκταθεί για να περιλάβει νομίσματα όλων των κύριων οικονομιών και το GDP πρέπει επίσης να περιληφθεί σαν ένα μέτρο στάθμισης. Η κατανομή του SDR πρέπει να μετατοπιστεί από ένα σύστημα καθαρά βασισμένο στον υπολογισμό σ ένα σύστημα που υποστηρίζεται από πραγματικά στοιχεία ενεργητικού, όπως ένα αποθεματικό κεφάλαιο, για να ενισχύσει επιπλέον την εμπιστοσύνη της αγοράς στην αξία του.

IV. Η ανάθεση τμήματος του αποθεματικού των χωρών μελών στην συγκεντροποιημένη διαχείριση του ΔΝΤ όχι μόνο θα ενισχύσει την ικανότητα της διεθνούς κοινότητας ν αντιμετωπίσει την κρίση και να διατηρήσει την σταθερότητα του διεθνούς νομισματικού και οικονομικού συστήματος, αλλά επίσης σημαντικά θα ενισχύσει και τον ρόλο του SDR.

1. Σε σύγκριση με την ξεχωριστή διαχείριση του αποθεματικού από ξεχωριστές χώρες, η συγκεντροποιημένη διαχείριση τμήματος του παγκόσμιου αποθεματικού από ένα αξιόπιστο διεθνή θεσμό με ένα λογικό αντάλλαγμα για να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή, θα είναι περισσότερο αποδοτική στην αποτροπή της κερδοσκοπίας και στην σταθεροποίηση των οικονομικών αγορών. Οι συμμετέχουσες χώρες μπορούν επίσης να εξοικονομήσουν κάποιο αποθεματικό για εγχώρια ανάπτυξη και οικονομική πρόοδο. Με την καθολική συμμετοχή, την αποκλειστική εντολή της διατήρησης της νομισματικής και οικονομικής σταθερότητας και καθώς ένας διεθνής «επόπτης» των μακροοικονομικών πολιτικών των χωρών μελών του, το ΔΝΤ, εξοπλισμένο με την αρτιότητα γνώσεών του, είναι προικισμένο με ένα φυσικό πλεονέκτημα για να ενεργήσει σαν ο διαχειριστής των αποθεματικών των χωρών μελών του.

2. Η συγκεντροποιημένη διαχείριση των αποθεματικών των χωρών μελών του απ το Ταμείο θα είναι ένα αποτελεσματικό μέτρο για να προάγει έναν μεγάλο ρόλο του SDR σαν αποθεματικό νόμισμα. Για να επιτευχθεί αυτό, το ΔΝΤ μπορεί να θέσει σε λειτουργία ένα ανοιχτό ονομασίας SDR ταμείο βασισμένο στην πρακτική της αγοράς, που να επιτρέπει εισφορά και εξαγορά στα υπάρχοντα νομίσματα αποθεματικού από τους διάφορους επενδυτές όπως επιθυμούν. Αυτή η ρύθμιση όχι μόνο θα προάγει την ανάπτυξη των κεφαλαίων ονομασίας SDR, αλλά θα επιτρέψει επίσης εν μέρει την διαχείριση της ρευστότητας στη μορφή των υπαρχόντων νομισμάτων αποθεματικού. Μπορεί ακόμη να ιδρυθεί ένα ίδρυμα για την αύξηση της κατανομής SDR, ώστε βαθμιαία ν αντικατασταθούν τα υπάρχοντα νομίσματα αποθεματικού με το SDR.

* Σύστημα του Μπρέτον-Γούντς 

ΟΠΟΥ ερείπια και αρχιτεκτονική. Κάθε φορά που το σύστημα καταρρέει, αρχίζει ξανά συζήτηση για την ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής που θα ανταποκρίνεται στην παγκοσμιοποιημένη οικονομική πραγματικότητα του 21ου αιώνα.
Ο βρετανός πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν προβάλλει σήμερα ως νέος «Κέινς», προωθώντας την ιδέα ενός νέου Μπρέντον Γουντς, που θα θέσει τις βάσεις της νέας οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Στο Μπρέτον Γουντς του Νιου Χαμσάιρ των ΗΠΑ τέθηκαν το 1944 οι βάσεις για τη μεταπολεμική οικονομική σταθερότητα, με τη δημιουργία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας το 1945. Επηρεασμένοι από τις ιδέες του βρετανού οικονομολόγου Τζον Μέιναρτ Κέινς, που μετείχε στη διάσκεψη, για μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους στο οικονομικό γίγνεσθαι, μετά τις τρομακτικές επιπτώσεις που άφησε το κραχ του '29 και τα ερείπια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, οι τότε ηγέτες του κόσμου κατέληξαν στη δημιουργία ενός νομισματικού συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Το σύστημα

Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος του Μπρέτον Γουντς ήταν η υποχρέωση της κάθε χώρας να διατηρεί μία σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία για το νόμισμά της, με βάση το χρυσό και δυνατότητα διακύμανσης 1%, ορίζοντας σταθερή τη σχέση δολαρίου-χρυσού στα 35 δολάρια η ουγκιά. Σε περίπτωση ανισορροπιών, το ΔΝΤ θα μπορούσε προσωρινά να ενισχύει τη χώρα που αντιμετωπίζει πρόβλημα.

Ετσι, το Δ.Ν.Τ. εξελίχθηκε σε νούμερο ένα θεματοφύλακα της διεθνούς νομισματικής σταθερότητας.

Η Παγκόσμια Τράπεζα αναλάμβανε το έργο της χρηματοδότησης της παγκόσμιας ανάπτυξης, με επίκεντρο τον κατεστραμμένο από τον παγκόσμιο πόλεμο αναπτυγμένο κόσμο.

Το σύστημα αυτό, παρά τις περιοδικές κρίσεις, φάνηκε λίγο ή πολύ να λειτουργεί μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν τα τεράστια αμερικανικά ελλείμματα που συσσώρευσε ο πόλεμος του Βιετνάμ ανάγκασε την κυβέρνηση Νίξον να υποτιμήσει το δολάριο το 1971, προχωρώντας στο πρώτο βήμα για την κατάργηση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς. Η περαιτέρω απελευθέρωση των χρηματαγορών και η διεθνοποίηση του κεφαλαίου τη δεκαετία του 1980 και ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1990, εποχή της «παγκοσμιοποίησης», κατέστησαν το Μπρέτον Γουντς κενό περιεχομένου.

Το ΔΝΤ μεταβλήθηκε σε αρχέτυπο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ορθοδοξίας, παρέχοντας βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες που πλήττονταν από τις κρίσεις, με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις και απελευθερώσεις. Ο ρόλος του ΔΝΤ μάλιστα στις κρίσεις του 1997-98, στην Ασία και την Λατινική Αμερική, ενέτεινε την αμφισβήτησή του και πολλαπλασίασε τους επικριτές του.

Προς το παρόν, οι προθέσεις του βρετανού πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν μετατίθενται για υλοποίηση κατόπιν μελέτης για τις προσεχείς συνόδους των ισχυρών της Γης. Ο Βρετανός πρωθυπουργός προτείνει ουσιαστικά την επιστροφή σε ένα καθεστώς αυστηρής (σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα) ρύθμισης των αγορών, με περιορισμούς στην ανεξέλεγκτη κίνηση των κεφαλαίων.

«Μερικές φορές χρειάζεται μια κρίση προκειμένου να συμφωνήσουν οι άνθρωποι πως αυτό που είναι προφανές και έπρεπε να έχει γίνει εδώ και χρόνια, δεν μπορεί πλέον να δέχεται αναβολές» επισήμανε

«Μόνο με την παγκόσμια δράση μπορούμε να αποκαταστήσουμε πλήρως την εμπιστοσύνη που χρεάζεται και να οικοδομήσουμε τη διεθνή οικονομική τάξη» προσέθεσε.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός ανέφερε ότι θα επιθυμούσε οι ηγέτες της διεθνούς κοινότητας να δημιουργήσουν μία νέα «οικονομική αρχιτεκτονική» που να αντανακλά τις δυνατότητες της παγκόσμιας οικονομίας, με τον ίδιο περίπου τρόπο που θεμελιώθηκε το σημερινό διεθνές οικονομικό σύστημα στη συνδιάσκεψη του Μπρέτον Γούντς, στο Νιού Χαμσάιρ, τον Ιούνιο του 1944.

Νέο διεθνές πλαίσιο

Το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, λένε οι υποστηρικτές ενός νέου Μπρέτον Γουντς, χρειάζεται και ένα νέο διεθνές πλαίσιο εποπτείας, αφού στην πραγματικότητα τα εθνικά κράτη δεν μπορούν να περιορίσουν τη ροή κεφαλαίων.

Η εμπειρία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) πάντως δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για συνεννόηση σε διεθνές επίπεδο. Οι αντιθέσεις Βορρά-Νότου έχουν μπλοκάρει εδώ και μία δεκαετία τις διαπραγματεύσεις για την περαιτέρω απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου.

**Bancor: Νόμισμα διεθνούς εμπορίου, που προτάθηκε από τον Κέϊνς, στις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στην υιοθέτηση του συστήματος του Μπρέτον-Γούντς, το 1944. Ο Κέϊνς πρότεινε επίσης ένα νέο θεσμό, την Ένωση Διεθνών Διατραπεζικών Συμψηφισμών ή Νομισμάτων (ICU). Το bancor είναι μια παγκόσμια, ουδέτερη νομισματική μονάδα, που προτάθηκε αρχικά να οριστεί με βάση 30 εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων και ο χρυσός. Αυτό θα σταθεροποιούσε τις μέσες τιμές των εμπορευμάτων, και μ αυτές το διεθνές μέσο ανταλλαγών και θα ήταν ένα αποθεματικό αξίας. Κεντρική θέση στην πρόταση του Κέϊνς κατείχε η φορολόγηση των τρεχουσών λογιστικών πλεονασμάτων των χωρών, ενθαρρύνοντας έτσι την ντόπια ζήτηση και προάγοντας την παγκόσμια εμπορική ισορροπία. Έτσι θ αποφεύγονταν καταστάσεις όπου κάποια έθνη γίνονται «οφειλέτες» και κάποια «πιστωτές» μέσω των λογαριασμών εμπορίου τους. Η πρόταση του Κέϊνς έθεσε μια αμοιβαία υποχρέωση και στα έθνη οφειλέτες και στα έθνη δανειστές, να διατηρήσουν μια ισορροπία εμπορίου. Τα έθνη που εισήγαγαν περισσότερα απ όσα εξήγαγαν-έθνη οφειλέτες- θάπρεπε να πληρώσουν ένα μικρό φόρο στην Ένωση Διατραπεζικών Συμψηφισμών για τον υπερβάλλοντα λογαριασμό τους. Αυτό θα ενθάρρυνε αυτά τα έθνη να προάγουν τις εξαγωγές μέσω ενός αριθμού τοπικών πολιτικών, καθώς και με μικρές υποτιμήσεις νομίσματος. Αμοιβαία, τα έθνη που εφαρμόζουν μια επιθετική πολιτική εμπορίου και εξάγουν περισσότερο απ ότι εισάγουν, θάπρεπε να φορολογηθούν απ την Ένωση Διατραπεζικών Συμψηφισμών για τα πλεονάσματά τους. Αυτό θα ενθάρρυνε αυτά τα έθνη να βρουν τρόπους να δαπανήσουν τα επί πλέον bancor τους μέσα στα έθνη οφειλέτες ή βαθμιαία θα έχαναν αυτό το πλεόνασμα. Οι προσπάθειες των εθνών οφειλετών να προάγουν τις εξαγωγές θάπρεπε να εναρμονίζεται με τις προσπάθειες των πιστωτών εθνών να δαπανήσουν τα –αλλιώς χωρίς αξία- πλεονάσματα Bancor τους. Αυτοί οι φόροι προορίζονταν όχι τόσο σαν αποτρεπτικό μέσο ή τιμωρία, αλλά σαν ένας καλοκάγαθος μηχανισμός ανάδρασης, που θα διασφαλίζει ότι συν τω χρόνω, το εμπόριο παραμένει σε ισορροπία.

Οι αμερικανοί έκαναν μια παρεμφερή πρόταση που περιελάμβανε ένα παγκόσμιο νόμισμα, που ονομάστηκε unitas. Στην πράξη, μέχρι την κατάρρευση του συστήματος Μπρέτον-Γούντς το 1971, ο ρόλος αυτός ανατέθηκε στον χρυσό, με το αμερικάνικο δολάριο να συνδέεται σταθερά με τον χρυσό και πολλά άλλα νομίσματα να συνδέονται είτε με το αμερικάνικο δολάριο είτε άμεσα με τον χρυσό.

*** Τα SDR (Special Drawing Rights- Ειδικά Δικαιώματα Αναλήψεων) είναι ένα διεθνές κεφάλαιο αποθεματικού, που δημιουργήθηκε απ το ΔΝΤ το 1969 για να συμπληρώσει τα επίσημα αποθεματικά των χωρών μελών του. Η αξία του SDR αρχικά ορίστηκε ίση με 0,888671 γραμμάρια καθαρού χρυσού, που εκείνη την εποχή ήταν ίση προς 1 δολάριο.
Σήμερα η αξία του υπολογίζεται στη βάση ενός καλαθιού 4 διεθνών νομισμάτων και τα SDR μπορούν ν ανταλλαγούν για ελεύθερα χρησιμοποιούμενα νομίσματα. Τα SDR κατανέμονται στις χώρες μέλη σαν ένα χαμηλού κόστους εναλλακτικό μέσο χρηματοδότησης χρέους για τη δημιουργία αποθεματικού. Με μια γενική SDR κατανομή που έγινε στις 28 Αυγούστου και μια ειδική κατανομή στις 9 Σεπτεμβρίου του 2009, η ποσότητα των SDR αυξήθηκε από 21,4 δις SDR σε 204,1 δις (ισοδύναμα με περίπου 321 δις δολάρια).

Το SDR δημιουργήθηκε απ το ΔΝΤ το 1969 για την υποστήριξη του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών του Μπρέτον-Γούντς.. Μια χώρα που συμμετέχει σ αυτό το σύστημα χρειάζεται επίσημα αποθεματικά- κυβερνητικά ή κεντρικής τράπεζας κεφάλαια χρυσού και ευρέως αποδεκτά ξένα νομίσματα- που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αγορά του τοπικού νομίσματος σε ξένες αγορές ανταλλαγών, όπως απαιτείται για τη διατήρηση της τιμής συναλλαγής του. Αλλά η διεθνής προσφορά των δύο βασικών στοιχείων αποθεματικού- του χρυσού και του αμερικανικού δολαρίου- αποδείχθηκαν ανεπαρκή για την υποστήριξη της εξάπλωσης του διεθνούς εμπορίου και της οικονομικής ανάπτυξης που έλαβε χώρα. Έτσι η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα νέο διεθνές στοιχείο αποθεματικού υπό την αιγίδα του ΔΝΤ.

Ωστόσο, λίγα χρόνια μετά, το σύστημα του Μπρέτον-Γούντς κατέρρευσε και τα κύρια νομίσματα άλλαξαν σε μια περιοχή κυμαινόμενης αναλογίας ανταλλαγών. Επιπρόσθετα, η ανάπτυξη στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων διευκόλυνε τον δανεισμό από φερέγγυες κυβερνήσεις. Και οι δυο αυτές εξελίξεις μείωσαν την ανάγκη των SDR.

Τα SDR δεν είναι ούτε νόμισμα, ούτε απαίτηση πάνω στο ΔΝΤ. Μάλλον, είναι μια δυνητική απαίτηση πάνω στα ελεύθερα χρησιμοποιούμενα νομίσματα των μελών του ΔΝΤ. Οι κάτοχοι SDR μπορούν ν αποκτήσουν αυτά τα νομίσματα ανταλλάσοντάς τα με τα SDR τους, με δύο τρόπους: πρώτον, μέσω της ρύθμισης των εθελοντικών ανταλλαγών μεταξύ των μελών. Και δεύτερον, από το ΔΝΤ καθορίζοντας μέλη με ισχυρές εξωτερικές θέσεις για ν αγοράσουν SDR από μέλη με ασθενείς εξωτερικές θέσεις. Επιπρόσθετα του ρόλου του σαν συμπληρωματικό αποθεματικό στοιχείο, το SDR χρησιμεύει σαν η μονάδα υπολογισμού του ΔΝΤ και μερικών άλλων διεθνών οργανισμών. 




Ενοποίηση και παγκοσμιοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Έφοδος στον ουρανό ή…Η ανθρωπότητα πρέπει ν αποφασίσει 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ 

Πηγές: Λένιν «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την καταπολεμήσουμε». 

Το τραπεζικό σύστημα αποτελεί το «κυκλοφοριακό σύστημα» που τροφοδοτεί με καύσιμο (χρήμα) την οικονομία και κατά συνέπεια την κοινωνία. Αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά της και αποφασιστικό παράγοντα ελέγχου της. 

Αντί όμως αυτό να βοηθά στην αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημοκρατικότερη κατανομή πόρων των σημερινών κοινωνιών, δημιουργεί προβλήματα, καταστροφές, κρίσεις, διαφθορά και επωφελούνται από αυτό μια χούφτα «άνθρωποι» που καρπώνονται αμύθητα πλούτη και αποκτούν τεράστιες δυνατότητες ελέγχου της κοινωνίας, εκτός οποιουδήποτε νομικού ή θεσμικού πλαισίου. Αυτό έχει γίνει συνείδηση και στον τελευταίο πολίτη σήμερα. Ποιος μπορεί να πει σήμερα με βεβαιότητα που σταματά η «κερδοσκοπία» και που αρχίζει η «νομιμότητα» των τραπεζών, που σταματούν οι «αγορές» και που αρχίζει ο τομέας των «κρατικών» ή «θεσμικών» τραπεζών; 

Η πολυπλοκότητα των σημερινών χρηματικών προϊόντων, των ισολογισμών, οι δαιδαλώδεις παγκοσμιοποιημένες και κατ ουσίαν εκτός οποιουδήποτε θεσμικού πλαισίου σχέσεις των τραπεζιτών, κάνουν αδύνατο τον οποιοδήποτε στοιχειώδη έλεγχό τους. Οι υπάρχοντες σήμερα θεσμοί όχι μόνο δεν αμφισβητούν την καταστροφική ελευθερία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να οδηγεί στην χρεοκοπία επιχειρήσεις και χώρες, αλλά του αναγνωρίζουν ρόλο συνομιλητή και υποβολέα των κρατικών πολιτικών. Το μέσο που χρησιμοποιεί για να κυκλοφορεί αλλά και για να οχυρώνεται το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι τα σημερινά τραπεζικά συστήματα. 

Η λύση είναι η ενοποίηση όλων των τραπεζικών συστημάτων σ ένα ενιαίο, παγκόσμιο, «εθνικοποιημένο» τραπεζικό σύστημα, περιουσία της ανθρωπότητας, στην υπηρεσία της. Η εφικτότητα και δυνατότητα ενός τέτοιου συστήματος συνοψίζεται σε δυο λέξεις: ενοποίηση της λογιστικής. Αυτό θα καταστήσει δυνατό και απολύτως εφικτό τον έλεγχό του. 

Η ανάγκη ελέγχου του τραπεζικού συστήματος αναγνωρίζεται σήμερα πλατιά και ακούγονται φωνές που συμφωνούν σ αυτό από κάθε πλευρά της κοινωνίας. 

Η «εθνικοποίηση» και ενοποίηση των τραπεζικών συστημάτων δεν έχει καμιά σχέση με τη «δήμευση των ιδιωτικών περιουσιών», ούτε με τον σοσιαλισμό. Η ιδιοκτησία στα κεφάλαια που διαχειρίζονται οι τράπεζες και που πιστοποιείται με μετοχές, καταθέσεις, γραμμάτια, αποδείξεις κλπ δεν χάνεται, ούτε αλλάζει. Η σημασία του νέου συστήματος συνίσταται στο ότι καθίσταται δυνατός ένας πραγματικός έλεγχος στις ξεχωριστές τράπεζες και στις πράξεις τους. Η ουσία του είναι: ξεσκέπασμα των καταχρήσεων σε βάρος του δημοσίου και του λαού. Ο δημοκρατικός έλεγχος θα ξεσκέπαζε τα εξωφρενικά κέρδη των απανταχού χρηματιστών και τραπεζιτών και την κερδοσκοπία των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Αυτό δεν το θέλουν μερικοί… Δεν υπάρχουν όμως ούτε οι παραμικρότερες τεχνικές δυσκολίες για τη συνένωση των τραπεζών. 

Αλλά είναι δυνατοί δύο τύποι ελέγχου: ο δημοκρατικός και ο βαθμιαίος, γραφειοκρατικός, «κρατικά ρυθμισμένος», ουσιαστικά πλασματικός έλεγχος. 

Στον δημοκρατικό έλεγχο, οι σημερινοί τραπεζίτες, διευθυντές, τραπεζικοί. υπάλληλοι κλπ πρέπει να υποχρεωθούν να συνεχίσουν τη δουλιά τους, αλλά τώρα θα τεθούν στην υπηρεσία και θα ενεργούν προς το συμφέρον της ανθρωπότητας. Αν αρνηθούν, σαμποτάρουν ή κλέψουν, θα τους επιβάλλεται η αυστηρότερη των ποινών. 

Σήμερα υπάρχουν τεράστιες τεχνολογικές δυνατότητες δημοκρατικού ελέγχου ενός τέτοιου ενοποιημένου τραπεζικού συστήματος (Η δημοσίευση και ο πλατύς έλεγχος μέσω διαδικτύου όλων των πράξεων αλλά και των αποτελεσμάτων των ελέγχων, αποτελεί αναγκαίο τμήμα ενός παρόμοιου δημοκρατικού μηχανισμού ελέγχου). Αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό, το κατάλληλο και ικανό για ν αναλάβει αυτό το έργο, είναι ήδη παρόν και πολυπληθές. Είναι το διανοητικό προλεταριάτο, 

Σαν υλική/χρηματική βάση για τη συντήρηση του μηχανισμού ελέγχου, μπορεί ν αποτελέσει μια ειδική φορολογία όλων των χρηματιστηριακών συναλλαγών (φόρος Τόμπιν) ή η χρησιμοποίηση ενός τμήματος από τις εξωφρενικές αμοιβές των σημερινών στελεχών των τραπεζών. 

Βασική προϋπόθεση για τον ουσιαστικό έλεγχο αυτού του παγκόσμιου συστήματος αποτελεί η κατάργηση του εμπορικού και τραπεζικού απορρήτου. Χωρίς αυτό κάθε συζήτηση για δημοκρατικό έλεγχο καταντάει κούφια αερολογία. Το εμπορικό και τραπεζικό απόρρητο δεν εξυπηρετεί σήμερα τις ανάγκες της ανταλλαγής και της παραγωγής, αλλά αποτελεί αποκλειστικό όπλο συγκάλυψης των οικονομικών αγυρτειών και των απίστευτων κερδών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αποτελεί μια από τις πειστικότερες αποδείξεις για την κενότητα και του πιο προοδευτικού αστικού συντάγματος, ως προς την ισότητα των πολιτών (Παρουσιάζουν πολλές φορές στην τηλεόραση τις αμοιβές της τάδε κατηγορίας μισθωτών. Σκεφτείτε αν είναι εφικτό ή «νόμιμο» να παρουσιάσει κάποιος τις «αμοιβές» ενός μεγάλου κεφαλαιοκράτη…). 

Τα οφέλη από την σύσταση ενός τέτοιου παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος θα είναι τεράστια για όλους τους λαούς και των ανεπτυγμένων και των υπανάπτυχτων χωρών και για το κράτος, ακόμη και για τους επιχειρηματίες που έχουν σχέση με την παραγωγή και όχι με την κερδοσκοπία. Χωρίς υπερβολή θα πολλαπλασιάζονταν εκατοντάδες χιλιάδες φορές η παραγωγικότητα σ ένα παρόμοιο σύστημα, σε σχέση με το σημερινό. 

Μπορεί ήδη να αρχίσει να συντάσσεται ένα παγκόσμιο σύνταγμα, που το πρώτο άρθρο του θα ορίζει: Το παγκόσμιο ενοποιημένο τραπεζικό σύστημα, αποτελεί κληρονομιά και περιουσία της ανθρωπότητας και αυτή καθίσταται υπεύθυνη να μην επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να το ιδιοποιηθεί, ολόκληρο ή τμήμα του. 

Όλα αυτά όμως έχουν συγκεκριμένες συνέπειες και συνεπάγονται μεγάλες αλλαγές… 

Γιώργος Παπανικολάου



http://politikokafeneio.com/Forum/viewtopic.php?t=21013&start=0



ΛΕΝΙΝ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΕΙΛΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ.



ΛΕΝΙΝ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΕΙΛΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου