Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ Τάξη, κόμμα και ηγεσία

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ
 Τάξη, κόμμα και ηγεσία

 Γιατί ηττήθηκε το ισπανικό προλεταριάτο; (Ζητήματα μαρξιστικής θεωρίας).
 (1940)

 Μετάφραση απ τα Αγγλικά: Γιώργος Παπανικολάου.


 Σημείωση της σύνταξης: Μεταξύ των αρχείων του σ Τρότσκι βρέθηκε ένα πρόχειρο προσχέδιο και αποσπασματικές σημειώσεις που μπορούμε τώρα να δημοσιεύσουμε στη μορφή ενός μη τελειωμένου άρθρου.


 Η έκταση στην οποία το εργατικό κίνημα έχει πισωγυρίσει μπορεί να εκτιμηθεί όχι μόνο απ την κατάσταση των μαζικών οργανώσεων αλλά και απ τους ιδεολογικούς σχηματισμούς και τις θεωρητικές έρευνες στις οποίες τόσο πολλές ομάδες έχουν εμπλακεί. Στο Παρίσι εκδίδεται το περιοδικό Que Faire (Τι να κάνουμε) το οποίο για κάποιον λόγο αυτοανακηρύσσεται μαρξιστικό αλλά στην πραγματικότητα παραμένει τελείως μέσα στο πλαίσιο του εμπειρισμού των αριστερών αστών διανοουμένων και εκείνων των μεμονωμένων εργαζομένων που έχουν αφομοιώσει όλα τα ελαττώματα των διανοουμένων.

 Όπως όλες οι ομάδες που τους λείπει μια επιστημονική βάση, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς παράδοση, αυτό το μικρό περιοδικό προσπάθησε να κρατηθεί στην ουρά του ΠΟΥΜ –το οποίο φάνηκε ν ανοίγει τη συντομώτερη οδό προς τις μάζες και τη νίκη. Αλλά το αποτέλεσμα αυτών των δεσμών με την ισπανική επανάσταση φαίνεται κατ αρχήν τελείως απρόσμενο: το περιοδικό δεν προόδευσε, αλλά αντίθετα εκφυλίστηκε. Σαν αντικειμενικό γεγονός, αυτό είναι τελείως μέσα στη φύση των πραγμάτων. Οι αντιφάσεις μεταξύ της μικρής αστικής τάξης, της συντήρησης και των αναγκών της προλεταριακής επανάστασης; Έχουν αναπτυχθεί στο έπακρο. Είναι τελείως φυσικό οι υπερασπιστές και οι μεταφραστές των πολιτικών του ΠΟΥΜ να βρέθηκαν ριγμένοι μεταξύ των πολιτικών και θεωρητικών πεδίων.

 Το περιοδικό Que Faire είναι χωρίς καμιά σημασία απόλυτα. Αλλά αυτό έχει συμπτωματικό ενδιαφέρον. Είναι γι αυτό το λόγο που θεωρήσαμε ωφέλιμο να πραγματευτούμε διεξοδικά τις εκτιμήσεις του περιοδικού για τις αιτίες της κατάρρευσης της ισπανικής επανάστασης, επειδή αυτή η εκτίμηση φανερώνει πολύ γραφικά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που τώρα επικρατούν στην αριστερή πτέρυγα του ψευδο-Μαρξισμού.


 Το Que Faire εξηγεί

 Αρχίζουμε με μια επιλέξει παράθεση από μια κριτική του φυλλαδίου Προδομένη Ισπανία του συντρόφου Καζανόβα:
 «Γιατί συντρίφτηκε η επανάσταση; Διότι, απαντά ο συγραφέας (Καζανόβα), το κομμουνιστικό κόμμα ακολούθησε μια λανθασμένη πολιτική που δυστυχώς παρέσυρε τις επαναστατικές μάζες. Αλλά γιατί στο διάβολο, οι επαναστατικές μάζες που είχαν τους προηγούμενους ηγέτες τους, ανασυντάχθηκαν με τη σημαία του κομμουνιστικού κόμματος; «Διότι δεν υπήρχε αληθινά επαναστατικό κόμμα». Είμαστε αντιμέτωποι με μια καθαρή ταυτολογία. Μια εσφαλμένη πολιτική των μαζών. Ένα ανώριμο κόμμα είτε εκδηλώνει μια κάποια κατάσταση των κοινωνικών δυνάμεων (ανωριμότητα της εργατικής τάξης, απουσία ανεξαρτησίας των αγροτών), το οποίο πρέπει να εξηγηθεί σαν αποτέλεσμα των γεγονότων, παρουσιάζεται μεταξύ άλλων από τον ίδιο τον Καζανόβα. Ή αυτό είναι το προϊόν των πράξεων κάποιων κακόβουλων προσώπων ή ομάδων προσώπων, πράξεων που δεν αντιστοιχούν στις προσπάθειες των «ειλικρινών προσώπων», μοναδικά ικανών να σώσουν την επανάσταση. Μετά την ψηλάφιση για τον πρώτο και τον μαρξιστικό δρόμο, ο Καζανόβα παίρνει τον δεύτερο. Εισερχόμαστε στον τομέα της καθαρής δαιμονολογίας. Ο εγκληματίας που είναι υπεύθυνος για την ήττα είναι ο Αρχιδιάβολος, ο Στάλιν, παρακινούμενος από τους αναρχικούς και όλους τους άλλους μικρούς διαβόλους. Ο θεός των επαναστατών δυστυχώς δεν έστειλε έναν Λένιν ή έναν Τρότσκι στην Ισπανία όπως έκανε στην Ρωσία το 1917».

 Τότε ακολουθεί το συμπέρασμα: «Αυτό συμβαίνει όταν αναζητείται με κάθε κόστος να επιβάλλουμε την απολιθωμένη ορθοδοξία ενός παρεκκλησίου πάνω στα γεγονότα». Αυτή η θεωρητική υπεροψία γίνεται όλο και πιο μεγαλοπρεπής απ το γεγονός ότι είναι δύσκολο να φανταστείς πως τόσο μεγάλος αριθμός κοινοτοπιών, χυδαίων εκφράσεων και λαθών εντελώς ιδιαίτερα συντηρητικού φιλισταϊκού τύπου, μπορούσαν να συμπτυχθούν μέσα σε τόσο λίγες γραμμές.

 Ο συγγραφέας του παραπάνω παραθέματος αποφεύγει να δόσει οποιαδήποτε εξήγηση για την ήττα της ισπανικής επανάστασης. Αυτός μόνο δείχνει ότι τέτοιες προφανείς εξηγήσεις, όπως «η κατάσταση των κοινωνικών δυνάμεων» είναι αναπόφευκτες. Η αποφυγή οποιασδήποτε εξήγησης δεν είναι τυχαία. Αυτές οι κριτικές του μπολσεβικισμού είναι όλες θεωρητικές ανανδρίες, για τον απλό λόγο ότι δεν έχουν τίποτε σταθερό κάτω απ τα πόδια τους. Για να μην αποκαλύψουν την δική τους χρεωκοπία, νοθεύουν γεγονότα και περιστρέφονται γύρω απ τις γνώμες των άλλων. Αυτοί αυτοπεριορίζονται σε νύξεις και μισές σκέψεις, σαν να μην είχαν το χρόνο να περιγράψουν ολόκληρη τη σοφία τους. Γι αυτό, αυτοί δεν έχουν καθόλου σοφία. Η υπεροψία τους ευθυγραμμίζεται με τον πνευματικό τσαρλατανισμό.

 Ας αναλύσουμε βήμα-βήμα τις νύξεις και τις μισές σκέψεις του συγγραφέα μας. Σύμφωνα μ αυτόν μια εσφαλμένη πολιτική των μαζών μπορεί να εξηγηθεί μόνο με το ότι αυτό «φανερώνει μια κάποια κατάσταση των κοινωνικών δυνάμεων», δηλαδή, την ανωριμότητα της εργατικής τάξης και την απουσία ανεξαρτησίας της αγροτιάς.

 Όποιος αναζητά ταυτολογίες, δεν θα μπορούσε να βρει γενικά, καλύτερη. Μια «εσφαλμένη πολιτική των μαζών» εξηγείται απ την «ανωριμότητα» των μαζών. Αλλά τι είναι «ανωριμότητα» των μαζών; Προφανώς, η προδιάθεσή τους για εσφαλμένες πολιτικές. Σε τι συνίσταται η εσφαλμένη πολιτική και ποιοι ήταν οι μυσταγωγοί της: οι μάζες ή οι ηγέτες- αυτό παραβλέπεται σιωπηλά απ τον συγγραφέα μας. Μέσω μιας ταυτολογίας αυτός ρίχνει την ευθύνη στις μάζες. Αυτό το κλασικό κόλπο όλων των προδοτών, λιποτακτών και των πληρεξουσίων τους, είναι ιδιαίτερα απωθητικό σε σύνδεση με το ισπανικό προλεταριάτο.


 Σοφιστεία των προδοτών.

 Τον Ιούλη 1936-για να μην αναφερθούμε σε προηγούμενη περίοδο- οι ισπανοί εργαζόμενοι απέκρουσαν την επίθεση των αστυνομικών που είχαν προετοιμάσει τη συνομωσία τους υπό την προστασία του Λαϊκού Μετώπου. Οι μάζες δημιούργησαν πολιτοφυλακές και επιτροπές εργαζομένων, τα προπύργια της μελλοντικής τους δικτατορίας. Οι ηγετικοί οργανισμοί του προλεταριάτου απ την άλλη βοήθησαν την αστική τάξη να καταστρέψει αυτές τις επιτροπές, να διαλύσει τις εφόδους των εργαζομένων στην ιδιωτική ιδιοκτησία και να υπαγάγει τις εργατικές πολιτοφυλακές στις εντολές της αστικής τάξης, με το ΠΟΥΜ επιπλέον να συμμετέχει στην κυβέρνηση και ν αναλαμβάνει άμεση ευθύνη γι αυτό, τι σημασία έχει για το εργατικό προλεταριάτο σ αυτή την περίπτωση; Προφανώς μόνο αυτό, εκείνο της αντεπανάστασης. Τι «η ανωριμότητα του…

 …[Μια ή δύο γραμμές κειμένου έχει παραλειφθεί στο πρωτότυπο]…

 …παρά τη σωστή πολιτική γραμμή που επιλέχθηκε απ τις μάζες, οι τελευταίες ήταν ανίκανες να σπάσουν τη συμμαχία των σοσιαλιστών, σταλινιστών, αναρχικών και του ΠΟΥΜ με την αστική τάξη. Αυτή η σοφιστεία παίρνει σαν αρχικό της σημείο μια έννοια απόλυτης ωριμότητας, δηλαδή μια τέλεια κατάσταση των μαζών στην οποία αυτές δεν απαιτούν μια σωστή ηγεσία και πέραν τούτου, είναι ικανές να κατανικήσουν τη δική τους ηγεσία. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μια τέτοια ωριμότητα.

 Αλλά γιατί θάπρεπε οι εργαζόμενοι που δείχνουν τέτοιο σωστό επαναστατικό ένστικτο και τέτοιες εξαιρετικές μαχητικές ικανότητες να υποταχθούν σε μια προδοτική ηγεσία; Αντιτείνουν οι σοφοί μας. Η απάντησή μας είναι: δεν υπήρχε ακόμη και νύξη απλής υποταγής. Η γραμμή πορείας των εργαζομένων πάντα σχημάτιζε μια κάποια γωνία με τη γραμμή της ηγεσίας. Και στις πιο κρίσιμες στιγμές αυτή η γωνία έγινε 180 μοίρες. Η ηγεσία τότε βοήθησε άμεσα ή έμμεσα την υποταγή των εργαζομένων από ένοπλες δυνάμεις.

 Τον Μάη του 1937 οι εργαζόμενοι της Καταλονίας εξεγέρθηκαν όχι μόνο χωρίς την ηγεσία τους, αλλά εναντίον της. Οι αναρχικοί ηγέτες- η παθητική και άξια περιφρόνησης αστική τάξη μεταμφιεσμένη φτηνά σαν επαναστάτες- έχουν επαναλάβει εκατοντάδες φορές στον τύπο τους ότι ήθελαν το CNT να πάρει την εξουσία και να δημιουργήσει τη δικτατορία τους τον Μάη, αυτοί θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό χωρίς καμιά δυσκολία. Αυτή τη φορά οι αναρχικοί ηγέτες λένε την καθαρή αλήθεια. Η ηγεσία του ΠΟΥΜ πραγματικά σέρνονταν στην ουρά του CNT , μόνο που αυτοί κάλυπταν αυτή τους την πολιτική με μια διαφορετική φρασεολογία. Ήταν χάρη σ αυτό και μόνο σ αυτό που η αστική τάξη πέτυχε να καταπνύξει την εξέγερση του Μάη του «ανώριμου» προλεταριάτου. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα στη σφαίρα των σχέσεων μεταξύ της τάξης και του κόμματος, μεταξύ των μαζών και των ηγετών επαναλαμβάνοντας την κούφια δήλωση ότι οι ισπανικές μάζες απλώς ακολουθούσαν τους ηγέτες τους.
 Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι οι μάζες που αναζητούσαν πάντα να εκτοξευτούν στο σωστό δρόμο, βρήκαν αυτό πέραν της δύναμής τους να βρουν ακριβώς στη φωτιά της μάχης μια νέα ηγεσία που ν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της επανάστασης.
 Μπροστά μας είναι ένα προφανώς δυναμικό προτσές, με τα διάφορα στάδια της επανάστασης να μετακινούνται γρήγορα, με τη ηγεσία ή τα διάφορα τμήματα της ηγεσίας γρήγορα να λιποτακτούν προς την πλευρά της εχθρικής τάξης και οι σοφοί μας εμπλέκονται σε μια καθαρά στατική συζήτηση: Γιατί η εργατική τάξη σαν όλο ακολούθησε μια κακή ηγεσία;


 Η διαλεκτική προσέγγιση

 Υπάρχει ένα αρχαίο, εξελικτικό-φιλελεύθερο στιχούργημα: Κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει. Η ιστορία, ωστόσο, δείχνει ότι ένας και ο ίδιος λαός μπορεί στην πορεία μιας συγκριτικά σύντομης εποχής να έχει πολύ διαφορετικές κυβερνήσεις (Ρωσία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία κλπ) και επιπλέον ότι η σειρά αυτών των κυβερνήσεων δεν προχωρά πάντα σε μια και την ίδια κατεύθυνση: απ το δεσποτισμό- στην ελευθερία όπως το φαντάστηκαν οι εξελικτικοί φιλελεύθεροι. Το μυστικό είναι αυτό, ότι ένας λαός αποτελείται από εχθρικές τάξεις και οι τάξεις οι ίδιες αποτελούνται από διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά στρώματα που υπάγονται σε διαφορετική ηγεσία. Επιπλέον, κάθε λαός πέφτει υπό την επιρροή άλλων λαών που παρόμοια αποτελούνται από τάξεις. Οι κυβερνήσεις δεν εκφράζουν τη συστηματικά αναπτυσσόμενη «ωριμότητα» ενός «λαού» αλλά είναι το προϊόν του αγώνα μεταξύ διαφορετικών τάξεων και των διαφορετικών στρωμάτων μέσα σε μία και την ίδια τάξη και τελικά της δράσης των εξωτερικών δυνάμεων- συμμαχιών, συγκρούσεων, πολέμων κ.ο.κ. Σ αυτό πρέπει να προστεθεί ότι μια κυβέρνηση, απ τη στιγμή που έχει εγκαθιδρυθεί, μπορεί να κρατηθεί πολύ περισσότερο απ το συσχετισμό των δυνάμεων που την ανέδειξε. Είναι ακριβώς έξω απ αυτή την ιστορική αντίφαση, που οι επαναστάσεις, τα πραξικοπήματα, οι αντεπαναστάσεις κλπ αναφύονται.

 Ακριβώς η ίδια προσέγγιση είναι απαραίτητη για να διαπραγματευτούμε το ζήτημα της ηγεσίας μιας τάξης. Μιμούμενοι τους φιλελεύθερους οι σοφοί μας σιωπηρά αποδέχονται το αξίωμα ότι κάθε τάξη έχει την ηγεσία που της αξίζει.
Στην πραγματικότητα η ηγεσία δεν είναι καθόλου μια απλή «αντανάκλαση» μιας τάξης ή το προϊόν της δικής της ελεύθερης δημιουργικότητας. Μια ηγεσία σχηματίζεται στη διαδικασία συγκρούσεων μεταξύ των διαφορετικών τάξεων ή στη διένεξη μεταξύ των διαφορετικών στρωμάτων μέσα σε μια δοσμένη τάξη. Απ τη στιγμή που έχει αναδειχθεί, η ηγεσία σταθερά ανυψώνεται πάνω απ την τάξη της και έτσι εκτίθεται στην πίεση και επιρροή των άλλων τάξεων. Το προλεταριάτο μπορεί ν ανεχθεί για ένα μεγάλο διάστημα μια ηγεσία που έχει ήδη υποστεί έναν πλήρη εσωτερικό εκφυλισμό, αλλά δεν της έχει ακόμη δοθεί η ευκαιρία να εκφράσει αυτό τον εκφυλισμό μέσα σε μεγάλα γεγονότα.
 Ένα μεγάλο ιστορικό σοκ είναι αναγκαίο για ν απελευθερωθεί απότομα η αντίφαση μεταξύ της ηγεσίας και της τάξης.
 Τα πιο ισχυρά ιστορικά σοκ είναι οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις. Ακριβώς γι αυτό το λόγο η εργατική τάξη πιάνεται ανενημέρωτη από πολέμους και επαναστάσεις. Αλλά ακόμη και σε περιπτώσεις που η παλιά ηγεσία έχει αποκαλύψει την εσωτερική της φθορά, η τάξη δεν μπορεί να δημιουργήσει άμεσα μια νέα ηγεσία, ειδικά αν δεν έχει κληρονομήσει απ την προηγούμενη περίοδο ισχυρά επαναστατικά στελέχη ικανά να χρησιμοποιήσουν την κατάρρευση του παλιού ηγετικού κόμματος. Ο μαρξιστής, δηλαδή η διαλεκτική και όχι η σχολαστική ερμηνεία της ενδοσχέσης μεταξύ μιας τάξης και της ηγεσίας της, δεν θ αφήσουν τίποτε αναπάντητο απ τις νομικίστικες σοφιστείες του συγγραφέα μας.


 Πως ωρίμασαν οι Ρώσοι εργαζόμενοι.

 Η ωριμότητα του προλεταριάτου συλλαμβάνεται σαν κάτι καθαρά στατικό. Ακόμη κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης η συνείδηση μιας τάξης είναι το πιο δυναμικό προτσές που άμεσα προσδιορίζει την πορεία της επανάστασης.
 Ήταν δυνατό τον Γενάρη του 1917 ή ακόμη και τον Μάρτη, μετά την πτώση του τσαρισμού, να δοθεί μια απάντηση στο ζήτημα του αν το ρωσικό προλεταριάτο είχε αρκετά «ωριμάσει» για την κατάκτηση της εξουσίας μέσα σε οκτώ ή εννιά μήνες; Η εργατική τάξη ήταν εκείνη τη στιγμή εξαιρετικά ετερογενής κοινωνικά και πολιτικά[/b].
 Κατά τη διάρκεια των χρόνων του πολέμου είχε ανανεωθεί κατά 30-40% απ τις τάξεις της μικρής αστικής τάξης, συχνά αντιδραστικής, σε βάρος των καθυστερημένων χωρικών, σε βάρος των γυναικών και των νέων. Το μπολσεβικικό κόμμα το Μάρτη του 1917 ακολουθούνταν από μια ασήμαντη μειοψηφία της εργατικής τάξης και επιπλέον υπήρχε διχασμός και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων υποστήριζε τους μενσεβίκους και τους «-σοσιαλιστές-επαναστάτες», δηλαδή τους συντηρητικούς σοσιαλ-πατριώτες. Η κατάσταση ήταν ακόμη πιο δύσκολη σε σχέση με το στρατό και τη φτώχεια. Πρέπει να προσθέσουμε αυτό: το γενικά χαμηλό επίπεδο πολιτισμού στη χώρα, η απουσία πολιτικής εμπειρίας μεταξύ των ευρύτερων στρωμάτων του προλεταριάτου, ειδικά στις περιφέρειες, για ν αφήσουμε τους αγρότες και τους στρατιώτες.

 Ποια ήταν η «ενέργεια» του Μπολσεβικισμού; Μια καθαρή και πέρα για πέρα μελετημένη σύλληψη στην αρχή της επανάστασης διέθετε μόνο ο Λένιν. Τα ρωσικά στελέχη του κόμματος ήταν διασκορπισμένα και σε σημαντικό βαθμό σαστισμένα. Αλλά το κόμμα είχε κύρος μεταξύ των προχωρημένων εργαζομένων. Ο Λένιν είχε μεγάλο κύρος μεταξύ των κομματικών στελεχών. Η πολιτική σύλληψη του Λένιν αντιστοιχούσε με την πραγματική ανάπτυξη της επανάστασης και ενισχύονταν με κάθε νέο συμβάν. [Αυτά τα στοιχεία της ενέργειας» καταπλήσσουν σε μια επαναστατική κατάσταση, δηλαδή, σε καταστάσεις αδιάλλακτης ταξικής πάλης]. Το κόμμα γρήγορα προσάρμοσε την πολιτική του για ν αντιστοιχεί με τη σύλληψη του Λένιν, ν αντιστοιχεί δηλαδή στην πραγματική πορεία της επανάστασης. Χάρη σ αυτό, αυτό βρήκε σταθερή υποστήριξη μεταξύ δεκάδων χιλιάδων απ τους προχωρημένους εργαζόμενους. Μέσα σε μερικούς μήνες, βασιζόμενο στην ανάπτυξη της επανάστασης, το κόμμα ήταν ικανό να πείθει την πλειονότητα των εργαζομένων για την ορθότητα των συνθημάτων του. Αυτή η πλειονότητα οργανωμένη στα σοβιέτ ήταν ικανή απ την πλευρά της να έλξει τους στρατιώτες και τους αγρότες. Πως μπορεί αυτή η δυναμική, διαλεκτική διαδικασία να εξαντληθεί σε μια φόρμουλα της ωριμότητας ή της ανωριμότητας του προλεταριάτου;
 [b]Ένας κολοσσιαίος παράγοντας της ωριμότητας του ρωσικού προλεταριάτου το Φλεβάρη ή τον Μάρτη του 1917 ήταν ο Λένιν. Αυτός δεν έπεσε απ τον ουρανό. Ενσάρκωνε την επαναστατική παράδοση της εργατικής τάξης.
 Για να βρουν τα συνθήματα του Λένιν το δρόμο τους προς τις μάζες έπρεπε να υπάρχουν στελέχη, ακόμη και αριθμητικά λίγα στην αρχή. Έπρεπε να υπάρχει η εμπιστοσύνη των στελεχών στην ηγεσία, μια εμπιστοσύνη βασισμένη σ όλη την εμπειρία του παρελθόντος. Για ν ακυρωθούν αυτά τα στοιχεία απ τους υπολογισμούς κάποιου, είναι απλά ν αγνοηθεί η ζωντανή επανάσταση, ν αντικατασταθεί με μια αφαίρεση, το «συσχετισμό των δυνάμεων», διότι η ανάπτυξη της επανάστασης ακριβώς συνίσταται σ αυτό, ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων αδιάκοπα και γρήγορα αλλάζει υπό την επίδραση των αλλαγών στη συνείδηση του προλεταριάτου, της έλξης των καθυστερημένων στρωμάτων απ τα προχωρημένα, της αναπτυσσόμενης αυτοπεποίθησης της τάξης στη δύναμή της.
Το κύριο κίνητρο σ αυτή τη διαδικασία είναι το κόμμα, ακριβώς όπως το κύριο κίνητρο στον μηχανισμό του κόμματος είναι η ηγεσία του. Ο ρόλος και η ευθύνη της ηγεσίας σε μια επαναστατική εποχή είναι κολοσσιαία.


 Σχετικότητα της «ωριμότητας».

 Η νίκη του Οκτώβρη είναι μια σοβαρή εκδήλωση της «ωριμότητας» του προλεταριάτου. Αλλά αυτή η ωριμότητα είναι σχετική. Λίγα χρόνια μετά, το ίδιο ακριβώς προλεταριάτο επέτρεψε να στραγγαλιστεί η επανάσταση από μια γραφειοκρατία που προήλθε απ τις τάξεις της. Η νίκη δεν είναι ακριβώς το ώριμο φρούτο της «ωριμότητας» του προλεταριάτου. Η νίκη είναι ένα στρατηγικό έργο. Είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν οι πιο ευνοϊκές συνθήκες μιας επαναστατικής κρίσης για να κινητοποιηθούν οι μάζες. Λαμβάνοντας σαν αρχικό σημείο το δοσμένο επίπεδο της «ωριμότητάς» τους είναι αναγκαίο να ωθηθούν προς τα μπρος, διδάσκοντάς τες να κατανοούν ότι ο εχθρός δεν είναι σε καμιά περίπτωση παντοδύναμος, ότι αυτός είναι χωρισμένος σε κομμάτια με αντιφάσεις, ότι πίσω απ το επιβλητικό προσωπείο προβάλλει ο πανικός. Αν το μπολσεβίκικο κόμμα είχε αποτύχει να φέρει σε πέρας αυτό το καθήκον, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης. Τα σοβιέτ θα είχαν συντριβεί απ την αντεπανάσταση και οι λίγοι σοφοί όλων των χωρών θα έγραφαν άρθρα και βιβλία με κεντρικό θέμα ότι μόνο οραματιστές μπορούσαν να ονειρευτούν στη Ρωσία τη δικτατορία του προλεταριάτου, τόσο μικρού αριθμητικά και τόσο ανώριμου.


 Ο βοηθητικός ρόλος των αγροτών

 Εξίσου αφηρημένη, σχολαστική και αναληθής είναι η αναφορά στην «έλλειψη ανεξαρτησίας» των αγροτών. Πότε και που οι σοφοί μας παρατήρησαν ποτέ στην καπιταλιστική κοινωνία μι αγροτιά με ένα ανεξάρτητο επαναστατικό πρόγραμμα ή ικανότητα για ανεξάρτητη επαναστατική πρωτοβουλία; Η αγροτιά μπορεί να παίξει έναν πολύ μεγάλο ρόλο στην επανάσταση, αλλά μόνο έναν βοηθητικό ρόλο.
 Σε πολλές περιστάσεις οι ισπανοί αγρότες ενήργησαν θαρραλέα και πολέμησαν γενναία. Αλλά για ν αφυπνιστεί όλη η μάζα της αγροτιάς, το προλεταριάτο πρέπει να δώσει το παράδειγμα μιας αποφασιστικής εξέγερσης εναντίον της αστικής τάξης και να εμπνεύσει τους αγρότες με πίστη στην πιθανότητα της νίκης. Στο μεταξύ η ίδια η επαναστατική πρωτοβουλία του προλεταριάτου παρέλυε σε κάθε βήμα απ τις ίδιες τις οργανώσεις του.
Η «ανωριμότητα» του προλεταριάτου, η «έλλειψη ανεξαρτησίας» της αγροτιάς δεν είναι ούτε τελικοί, ούτε βασικοί παράγοντες σε ιστορικά γεγονότα. Υποκείμενες της συνείδησης των τάξεων είναι οι ίδιες οι τάξεις, η αριθμητική τους δύναμη, ο ρόλος τους στην οικονομική ζωή. Υποκείμενο των τάξεων είναι ένα ιδιαίτερο σύστημα παραγωγής που προσδιορίζεται με τη σειρά του απ το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
 Γιατί τότε δεν λέμε ότι η ήττα του ισπανικού προλεταριάτου προσδιορίστηκε απ το χαμηλό επίπεδο της τεχνολογίας;




 Ο ρόλος της προσωπικότητας.

Ο συγγραφέας μας υποκαθιστά με τον μηχανιστικό ντετερμινισμό την διαλεκτική δημιουργία των ιστορικών διαδικασιών.
 Από δω οι φτηνές σκάντζες για το ρόλο των προσώπων, καλών και κακών. Η ιστορία είναι μια διαδικασία της πάλης των τάξεων. Αλλά οι τάξεις δεν φέρουν το πλήρες βάρος τους αυτόματα και ταυτόχρονα.
 Στη διαδικασία της πάλης των τάξεων δημιουργούνται διάφορα όργανα που παίζουν έναν σημαντικό και ανεξάρτητο ρόλο και είναι υποκείμενα σε παραμορφώσεις. Αυτό επίσης παρέχει τη βάση για το ρόλο των προσωπικοτήτων στην ιστορία.
 Υπάρχουν φυσικά μεγάλες αντικειμενικές αιτίες που δημιούργησαν τον απολυταρχικό ρόλο του Χίτλερ αλλά μόνο ένας αμβλύνους δογματιστής του «ντετερμινισμού» θα μπορούσε ν αρνηθεί σήμερα τον τεράστιο ιστορικό ρόλο του Χίτλερ. Η άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη στις 3 Απρίλη 1917 έβαλε μέσα στις εξελίξεις το μπολσεβίκικο κόμμα και το κατέστησε ικανό να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη.
 Οι σοφοί μας μπορεί να πουν ότι εάν ο Λένιν είχε πεθάνει πριν τις αρχές του 1917, η οκτωβριανή επανάσταση θα εξελίσσονταν με «ακριβώς τον ίδιο τρόπο». Αλλά αυτό δεν είναι έτσι.
Ο Λένιν αντιπροσώπευε ένα από τα ζωτικά στοιχεία της ιστορικής διαδικασίας. Αυτός ενσάρκωνε την εμπειρία και τη διορατικότητα του περισσότερο ενεργού τμήματος του προλεταριάτου.
 Η έγκαιρη εμφάνισή του στην αρένα της επανάστασης ήταν αναγκαία για να κινητοποιήσει την εμπροσθοφυλακή και να της παράσχει τη δυνατότητα ν ανασυντάξει την εργατική τάξη και τις αγροτικές μάζες.
Η πολιτική ηγεσία στις κρίσιμες στιγμές των ιστορικών καμπών μπορεί να γίνει τόσο αποφασιστικός παράγοντας, όσο είναι ο ρόλος της κεντρικής διοίκησης κατά τη διάρκεια των κρίσιμων στιγμών του πολέμου.
 Η ιστορία δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία.
 Αλλιώς, προς τι οι ηγέτες; Προς τι τα κόμματα; Προς τι τα προγράμματα; Προς τι οι θεωρητικοί αγώνες;




 Ο σταλινισμός στην Ισπανία.


 «Αλλά γιατί στο διάβολο» ρωτά ο συγγραφέας όπως έχουμε ήδη ακούσει, «ανασυντάχθηκαν οι επαναστατικές μάζες που άφησαν τους προηγούμενους ηγέτες τους, υπό τα λάβαρα του κομμουνιστικού κόμματος;». Η ερώτηση τίθεται εσφαλμένα. Δεν είναι αλήθεια ότι οι επαναστατικές μάζες άφησαν όλους τους προηγούμενους ηγέτες τους. Οι εργαζόμενοι που είχαν συνδεθεί προηγούμενα με ιδιαίτερες οργανώσεις, συνέχισαν να είναι γαντζωμένοι σ αυτές, ενώ παρατηρούσαν και έλεγχαν. Οι εργαζόμενοι γενικά δεν τα σπάνε εύκολα με το κόμμα που τους αφυπνίζει στη συνειδητή ζωή.
 Επιπλέον η ύπαρξη αμοιβαίας προστασίας μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο τους καθησύχαζε: Αφού όλοι συμφωνούσαν, όλα πρέπει να ήταν σωστά. Οι νέες και ανανεωμένες μάζες φυσικά στράφηκαν προς την Κομιντέρν σαν το κόμμα που είχε πραγματοποιήσει τη μόνη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση και το οποίο, ελπίζονταν, ήταν ικανό να εξασφαλίσει στρατεύματα στην Ισπανία. Επιπλέον η Κομιντέρν ήταν ο πιο ένθερμος υπερασπιστής της ιδέας του Λαϊκού Μετώπου. Αυτό ενέπνεε εμπιστοσύνη μεταξύ των μη έμπειρων στρωμάτων των εργαζομένων. Μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο η Κομιντέρν ήταν ο πιο ένθερμος υπερασπιστής του αστικού χαρακτήρα της επανάστασης. Αυτό ενέπνεε την εμπιστοσύνη της μικρής και σ ένα μέρος της μεσαίας αστικής τάξης. Γι αυτό οι μάζες «ανασυντάχθηκαν υπό τα λάβαρα του κομμουνιστικού κόμματος».

 Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει το ζήτημα σαν το προλεταριάτο να ήταν σ ένα κατάστημα παπουτσιών, επιλέγοντας ένα καινούργιο ζευγάρι μπότες. Ακόμη και αυτή η απλή λειτουργία, όπως είναι καλά γνωστό, δεν αποδεικνύεται πάντα επιτυχής. Όσον αφορά τη νέα ηγεσία, η επιλογή είναι πολύ περιορισμένη. Μόνο βαθμιαία, μόνο στη βάση της δικής τους εμπειρίας μέσα από διάφορα στάδια μπορούν τα ευρύτερα στρώματα των μαζών να πειστούν ότι μια νέα ηγεσία είναι σταθερότερη, πιο αξιόπιστη, πιο σθεναρή απ την παλιά. Ασφαλώς κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, δηλαδή όταν τα γεγονότα κινούνται γρήγορα, ένα ασθενές κόμμα μπορεί γρήγορα ν αναπτυχθεί σ ένα ισχυρό με την προϋπόθεση ότι σαφέστατα κατανοεί την πορεία της επανάστασης και έχει αφοσιωμένα στελέχη που δεν μεθούν με φράσεις και δεν τρομοκρατούνται από καταδιώξεις. Αλλά ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να είναι διαθέσιμο πριν την επανάσταση επειδή η διαδικασία της εκπαίδευσης των στελεχών απαιτεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα και η επανάσταση δεν παρέχει αυτό τον χρόνο.


 Προδοσία του ΠΟΥΜ.

 Στ αριστερά όλων των άλλων κομμάτων στην Ισπανία στέκονταν το ΠΟΥΜ, το οποίο αναμφίβολα συμπεριελάμβανε επαναστατικά προλεταριακά στοιχεία που δεν ήταν προηγούμενα σταθερά δεμένα με τον αναρχισμό. Αλλά ήταν αυτό ακριβώς το κόμμα που έπαιξε έναν μοιραίο ρόλο στην ανάπτυξη της ισπανικής επανάστασης. Δεν μπορούσε να γίνει ένα μαζικό κόμμα γιατί για να το κάνει ήταν πρώτα απαραίτητο ν ανατρέψει τα παλιά κόμματα και ήταν πιθανό να τα ανατρέψει μόνο μ έναν ασυμφιλίωτο αγώνα, με μια αμείλικτη έκθεση του αστικού τους χαρακτήρα. Ακόμη ενώ το ΠΟΥΜ κριτικάριζε όλα τα παλιά κόμματα, υποτάσσονταν σ αυτά σ όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Συμμετείχε στο εκλογικό μπλοκ του «Λαού». Εισήλθε στην κυβέρνηση που διέλυσε τις επιτροπές των εργαζομένων. Μπλέχθηκε σ έναν αγώνα για την ανασυγκρότηση αυτού του κυβερνητικού συνασπισμού. Συνθηκολόγησε και πάλι με την αναρχική ηγεσία. Διεξήγαγε, σε σύνδεση μ αυτό, μια εσφαλμένη συνδικαλιστική πολιτική. Κράτησε μια αμφίρροπη και μη επαναστατική στάση στην εξέγερση του Μάη του 1937. Απ την του ντετερμινισμού γενικά, είναι πιθανό φυσικά ν αναγνωριστεί ότι η πολιτική του ΠΟΥΜ δεν ήταν τυχαία. Τα πάντα σ αυτό τον κόσμο έχουν την αιτία τους. Ωστόσο, η σειρά των αιτιών που εξέθρεψαν τον κεντρισμό του ΠΟΥΜ είναι χωρίς αμφιβολία μια απλή αντανάκλαση της κατάστασης του ισπανικού ή του καταλονικού προλεταριάτου.
Δυο νομοτέλειες που κινούνται η μια προς την άλλη με κάποια γωνία και σε κάποια στιγμή έρχονται σε ασυμφιλίωτη σύγκρουση. [/b]
 Είναι πιθανό, λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενη διεθνή εμπειρία, η επιρροή της Μόσχας, η επιρροή ενός αριθμού ηττών κλπ, να εξηγήσει πολιτικά και ψυχολογικά γιατί το ΠΟΥΜ αποκαλύφθηκε σαν ένα κεντριστικό κόμμα. Αλλά αυτό δεν μεταβάλλει τον κεντριστικό του χαρακτήρα, ούτε μεταβάλλει το γεγονός ότι ότι ένα κεντριστικό κόμμα σταθερά ενεργεί σαν έναν φρένο στην επανάσταση, που πρέπει κάθε φορά να σπάει το κεφάλι του και μπορεί να φέρει και την κατάρρευση της επανάστασης. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι καταλονικές μάζες ήταν πολύ περισσότερο επαναστατικές από το ΠΟΥΜ, που με τη σειρά του ήταν περισσότερο επαναστατικό από την ηγεσία του. Σ αυτές τις συνθήκες το να μεταβιβάσεις τις ευθύνες για εσφαλμένες πολιτικές στην «ανωριμότητα» των μαζών, ισοδυναμεί με το να εμπλακείς σε καθαρό τσαρλατανισμό, συχνό καταφύγιο χρεοκοπημένων πολιτικών.


 Ευθύνη της ηγεσίας.

 [b]Η ιστορική πλαστογράφηση συνίσταται σ αυτό, ότι η ευθύνη για την ήττα των ισπανικών μαζών ρίχνεται στις εργαζόμενες μάζες και όχι σ εκείνα τα κόμματα που παρέλυσαν ή απλώς συνέτριψαν την επαναστατική κίνηση των μαζών.
 Οι πληρεξούσιοι του ΠΟΥΜ, απλά αρνούνται την ευθύνη των ηγετών, για να δραπετεύσουν έτσι απ τις δικές τους ευθύνες. Αυτή η ανίσχυρη φιλοσοφία, που ψάχνει να διευθετήσει ήττες σαν ένα αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα των κοσμικών εξελίξεων, είναι τελείως ανίκανη να θέσει και αρνείται να θέσει το ζήτημα τέτοιων συγκεκριμένων παραγόντων, όπως τα προγράμματα, τα κόμματα, οι προσωπικότητες που ήταν οι οργανωτές της ήττας.
 Αυτή η φιλοσοφία της μοιρολατρίας και της κατάρρευσης, είναι διαμετρικά αντίθετη στον Μαρξισμό, σαν την θεωρία της επαναστατικής πράξης.

 Ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια διαδικασία στην οποία τα πολιτικά ζητήματα επιλύονται με στρατιωτικά μέσα.
Όπου το αποτέλεσμα αυτού του πολέμου προσδιορίζεται απ την «κατάσταση των ταξικών δυνάμεων», ο ίδιος ο πόλεμος δεν θα ήταν απαραίτητος. Ο πόλεμος έχει τη δική του οργάνωση, τις δικές του πολιτικές, τις δικές του μεθόδους, τη δική του ηγεσία, απ την οποία εξαρτάται άμεσα η έκβασή του. Φυσικά, «η κατάσταση των ταξικών δυνάμεων» παρέχει το θεμέλιο για όλους τους άλλους πολιτικούς παράγοντες, αλλά ακριβώς όπως το θεμέλιο ενός κτιρίου δεν μειώνει τη σημασία των τοίχων, παραθύρων, πορτών, οροφής, έτσι και η «κατάσταση των τάξεων» δεν ανατρέπει τη σημασία των κομμάτων, της στρατηγικής τους, της ηγεσίας τους.
 Διαλύοντας το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, οι σοφοί μας πράγματι σταματούν στα μισά. Η πιο «προφανής» λύση του προβλήματος θα ήταν να δηλώσουν ότι η ήττα του ισπανικού προλεταριάτου οφείλονταν στην ελλιπή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή η λύση είναι προσβάσιμη στον κάθε βλάκα.

 Εκμηδενίζοντας τη σημαντικότητα του κόμματος και της ηγεσίας, αυτοί οι σοφοί αρνούνται γενικά την πιθανότητα της επαναστατικής νίκης. Διότι δεν υπάρχουν οι ελάχιστες προϋποθέσεις για πιο ευνοϊκές αναμενόμενες συνθήκες. Ο καπιταλισμός έχει παύσει να προοδεύει, το προλεταριάτο δεν αναπτύσσεται αριθμητικά, απ την άλλη είναι ο στρατός των ανέργων που αναπτύσσεται, ο οποίος δεν αυξάνει αλλά μειώνει τη μαχητική δύναμη του προλεταριάτου και έχει αρνητικό αποτέλεσμα πάνω στη συνείδησή του. Δεν υπάρχει απλώς έδαφος για να πιστέψεις ότι κάτω απ το καθεστώς του καπιταλισμού η αγροτιά είναι ικανή ν αποκτήσει μια υψηλότερη επαναστατική συνείδηση. Το συμπέρασμα απ την ανάλυση του συγγραφέα μας είναι έτσι η πλήρης απαισιοδοξία, μια διολίσθηση μακρυά απ τις επαναστατικές προοπτικές. Πρέπει να ειπωθεί- χάριν της δικαιοσύνης- ότι αυτοί οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουν τι λένε.

 Πράγματι, οι απαιτήσεις τους για τη συνείδηση των μαζών είναι τελείως φανταστικές. Οι ισπανοί εργαζόμενοι, καθώς και οι ισπανοί αγρότες, έδωσαν το μέγιστο που αυτές οι τάξεις μπορούν να δώσουν σε μια επαναστατική κατάσταση. Εμείς έχουμε στο μυαλό μας ακριβώς την τάξη των εκατομμυρίων και των δεκάδων εκατομμυρίων.

 Το Que Faire αντιπροσωπεύει απλώς ένα από αυτά τα μικρά σχολεία, ή εκκλησίες ή παρεκκλήσια που τρομαγμένα απ την πορεία της ταξικής πάλης και την εκδήλωση της αντίδρασης, εκδίδουν τις μικρές τους εφημερίδες και τις θεωρητικές τους μελέτες σε μια γωνία, στην άκρη μακρυά απ την πραγματική ανάπτυξη της επαναστατικής σκέψης, χώρια απ την κίνηση των μαζών.


 Κατάπνιξη της ισπανικής επανάστασης.

 Το ισπανικό προλεταριάτο έπεσε το θύμα ενός συνασπισμού που αποτελέστηκε από ιμπεριαλιστές, ισπανούς δημοκράτες, σοσιαλιστές, αναρχικούς, σταλινικούς και στην αριστερή πτέρυγα, το ΠΟΥΜ. Όλοι αυτοί παρέλυσαν την σοσιαλιστική επανάσταση την οποία το ισπανικό προλεταριάτο είχε αρχίσει να πραγματοποιεί. Δεν είναι εύκολο να ξεφορτωθείς την σοσιαλιστική επανάσταση. Κανένας δεν έχει μέχρι τώρα επινοήσει άλλες μεθόδους από σκληρές καταπνίξεις, σφαγές της εμπροσθοφυλακής, εκτέλεση των ηγετών κλπ. Το ΠΟΥΜ φυσικά δεν το ήθελε αυτό. Αυτό ήθελε απ τη μια να συμμετέχει στη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση και να καταχωρηθεί σαν μια νόμιμη ειρηνική αντιπολίτευση στο γενικό μπλοκ των κομμάτων διακυβέρνησης και απ την άλλη να πετύχει ειρηνικές συντροφικές σχέσεις σε μια εποχή όπου τίθετο το ζήτημα του αδιάλλακτου εμφυλίου πολέμου. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το ΠΟΥΜ έπεσε θύμα των αντιφάσεων της πολιτικής του. Η πιο συνεπής πολιτική στο μπλοκ διακυβέρνησης ακολουθούνταν απ τους σταλινικούς. Αυτοί ήταν η μαχόμενη εμπροσθοφυλακή της αστικής-δημοκρατικής αντεπανάστασης. Αυτοί ήθελαν να περιορίσουν την ανάγκη του φασισμού αποδεικνύοντας στην ισπανική και την παγκόσμια αστική τάξη ότι οι ίδιοι ήταν ικανοί να καταπνίξουν την προλεταριακή επανάσταση υπό το λάβαρο της «δημοκρατίας».
 Αυτή ήταν η ουσία της πολιτικής τους. Οι χρεοκοπημένοι του ισπανικού Λαϊκού Μετώπου προσπαθούν σήμερα να ρίξουν την ευθύνη στο ΠΟΥΜ. Πιστεύω ότι δεν θα θελήσουμε να δείξουμε επιείκεια στα εγκλήματα του GPU. Αλλά βλέπουμε καθαρά και λέμε στους εργαζόμενους ότι το GPU ενήργησε σ αυτή την περίπτωση μόνο σαν το πιο αποφασιστικό απόσπασμα στην υπηρεσία του Λαϊκού Μετώπου. Εδώ βρίσκονταν η ισχύς του GPU, εδώ ήταν ο ιστορικός ρόλος του Στάλιν. Μόνο αμαθείς φιλισταίοι μπορούν να το αντιπαρέρχονται αυτό με μικρά ανόητα ανεκδοτάκια για τον Αρχιδιάβολο.

 Αυτοί οι κύριοι δεν ενοχλούνται ούτε ακόμη και με το ζήτημα του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης. Οι λακέδες της Μόσχας, σε όφελος της Αγγλίας και Γαλλίας, ανακήρυξαν την ισπανική επανάσταση σαν αστική. Πάνω σ αυτή την απάτη στηρίχθηκαν οι προδοτικές πολιτικές του Λαϊκού Μετώπου, πολιτικές που θα ήταν τελείως εσφαλμένες ακόμη και αν η ισπανική επανάσταση ήταν πράγματι αστική.
 Αλλά απ την αρχή η επανάσταση έκφρασε τον προλεταριακό της χαρακτήρα πολύ περισσότερο γραφικά απ την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. Στην ηγεσία του ΠΟΥΜ βρίσκονται σήμερα κύριοι που θεωρούν ότι η πολιτική του Andres Nin ήταν πολύ «αριστερίστικη», ότι το πραγματικά σωστό ζήτημα ήταν να είχαμε παραμείνει η αριστερή πτέρυγα του Λαϊκού Μετώπου. Η πραγματική δυστυχία ήταν ότι ο Nin, καλύπτοντας τον εαυτό του με το κύρος του Λένιν και της οκτωβριανής επανάστασης, δεν μπορούσε να προσαρμόσει το μυαλό του για να τα σπάσει με το Λαϊκό Μέτωπο. Ο Victor Serge που βιάζεται να συμβιβαστεί με μια επιπόλαια στάση σε σοβαρά ζητήματα, γράφει ότι ο Nin δεν ήθελε να υποταχθεί στις εντολές από το Όσλο ή το Κογιοακάν. Μπορεί ένας σοβαρός άνθρωπος πραγματικά να γίνει ικανός να μειώσει σε μικρό κουτσομπολιό το πρόβλημα του ταξικού περιεχομένου μιας επανάστασης; Οι σοφοί του Que Faire δεν έχουν καμιά απάντηση σ αυτό το ερώτημα. Δεν κατανοούν το ίδιο το ερώτημα. Του τι σημασίας πράγματι είναι το γεγονός ότι το «ανώριμο» προλεταριάτο δημιούργησε τα δικά του όργανα εξουσίας, κατέλαβε επιχειρήσεις, εψαξε να ρυθμίσει την παραγωγή, ενώ το ΠΟΥΜ προσπάθησε με όλη του τη δύναμη να μην τα σπάσει με τους αστούς αναρχικούς, που σε συμμαχία με τους αστούς δημοκράτες και με τους όχι λιγότερο αστούς σοσιαλιστές και σταλινικούς, επιτέθηκαν και συνέτριψαν την προλεταριακή επανάσταση! Τέτοιες «παρωνυχίδες» είναι προφανούς ενδιαφέροντος μόνο σε αντιπροσώπους της «αποστεωμένης ορθοδοξίας». Οι σοφοί του Que Faire κατέχουν αντίθετα ένα ειδικό μέσο με το οποίο μετρούν την ωριμότητα του προλεταριάτου και τον συσχετισμό δυνάμεων ανεξάρτητα απ όλα τα ζητήματα της επαναστατικής ταξικής στρατηγικής…

Κάποιες σκέψεις.


Κάποιες σκέψεις.

Ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ γιατί:
Θα έπαιρνε (ή ήταν αναγκασμένος να πάρει) κάποια μέτρα εκδημοκρατισμού και οικονομικής ανακούφισης των λαϊκών μαζών (ανεξάρτητα απ την κατάληξη που θα είχαν αυτά στο τέλος).
«Θ ανακάτευε την τράπουλα» στα πλαίσια της κυβερνητικής εναλλαγής.
Θα μπέρδευε και θα μείωνε τις δυνατότητες παρέμβασης των ξένων.
Θα δημιουργούσε (έστω προσωρινά) ελπίδες στο λαό.
Ξέρω όμως ότι:
Το κύριο πρόβλημα σήμερα είναι η ύπαρξη του ειδικού αντιδημοκρατικού καθεστώτος/προτεκτοράτου, που έχει δηλητηριάσει και αποχαυνώσει το λαό κι αυτό δεν πέφτει μόνο απ το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε απ την αριστερά, ούτε από οποιαδήποτε επιμέρους πολιτική δύναμη του σήμερα. Χρειάζεται μια ευρύτατη συμπαράταξη δυνάμεων που συμφωνούν σε ουσιώδεις αλλαγές του καθεστώτος. Απ την ανάγκη ευρύτητας αυτών των δυνάμεων, προκύπτει ότι θα είναι περιορισμένες οι αλλαγές που μπορεί να γίνουν στα πρώτα βήματα μιας ανατροπής. Γι αυτό πρέπει αυτές να επιλεγούν προσεκτικά.
Για κάποιους φαντάζει δύσκολη ή αδύνατη αυτή η συμπαράταξη. Αλλά επανάσταση σημαίνει (πέρα και παρά την πραγματοποίηση του αναγκαίου), τη δυνατότητα υλοποίησης του αδύνατου, δηλαδή αξιοποίηση αντιθετικών δυνάμεων και δυνατοτήτων στο μέγιστο βαθμό και ανατροπή καταστάσεων που πριν λίγο φάνταζαν κυρίαρχες (θυμηθείτε: τα σοβιέτ ξεκίνησαν με πρωτοβουλία των μενσεβίκων, οι μπολσεβίκοι (ο Λένιν) αξιοποίησαν στο μέγιστο τις δυνατότητές τους).


Κάνουν αυτό που κάνουν στην Ελλάδα γιατί υπάρχει αυτό το ειδικό καθεστώς.
Η Ελλάδα δεν έγινε προτεκτοράτο τώρα με τα μνημόνια. Η Ελλάδα ήταν προτεκτοράτο, αλλά κρυμμένο. Τώρα οι ανάγκες των «κυρίων» επέβαλλαν να γίνει ανοιχτά προτεκτοράτο.
Κάνουν τα πειράματά τους στην Ελλάδα με προοπτική να επεκτείνουν την εφαρμογή τους και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι αδυναμίες αλλά και οι δυνατότητες της Ελλάδας επέβαλλαν τη συγκέντρωση των δυνάμεων της συμμαχίας της διεθνούς χρηματοπιστωτικής συμμορίας, που επιχειρεί οργανωμένα και επιθετικά, ν αντιμετωπίσει την κρίση του συστήματος με υποβάθμιση και καταστροφή των δυνάμεων της εργασίας.
Η ακραία αντιδραστική και επιθετική φύση αυτών των δυνάμεων φαίνεται απ τη μετατροπή της άμυνας και της υποχώρησης το 2008 με το ξέσπασμα της κρίσης, σε ακραία επίθεση και χρήση των κρατικών πακέτων βοήθειας εναντίον των σωτήρων τους σήμερα.
Αυτό απωθεί ακόμη και μεγάλα τμήματα των επιχειρηματικών κύκλων και των κύκλων της αγοράς, που πλήττονται και αυτά και αντιδρούν. Οι δυνάμεις της εργασίας οφείλουν να εκμεταλλευτούν αυτές τις διαφοροποιήσεις.





Συγκεντρώνονται λοιπόν σήμερα στην Ελλάδα στην υπεράσπιση του καθεστώτος και των ειδικών μέτρων που αυτό υλοποιεί κατ εντολήν των διεθνών αφεντικών του, το σύνολο των πυρών αυτής της διεθνούς χρηματοπιστωτικής συμμορίας. Καταλαβαίνει κανείς πως για ν αντιμετωπίσουν αυτή τη συσπείρωση οι δυνάμεις της εργασίας, πρέπει να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο προσεταιρισμού και συγκέντρωσης και της παραμικρής ικμάδας δύναμης απ όπου μπορούν (οι συμμαχίες και με το διάβολο, εδώ αποκτούν το πραγματικό νόημά τους).
Ήδη στο μετεκλογικό τοπίο φαίνεται ότι η συσπείρωση –ακόμη κι αν επιτευχθεί- των αριστερών δυνάμεων, δεν αρκεί. Ακόμη κι αν πετύχει η αριστερά να σχηματίσει κυβέρνηση, η αντίδραση και η υπονόμευση θα είναι λυσσαλέα.
Σε ένα μέτωπο απέναντι σ αυτές τις δυνάμεις δεν ισχύει βέβαια το παπαρήγειο απόφθεγμα ότι η κυβέρνηση οφείλει ν αντιμετωπίσει όλα τα ζητήματα. Αν ήταν έτσι τότε θα έπρεπε όλοι οι άνθρωποι να είναι… τετράγωνοι.
Για τη σύμπτυξη ενός μετώπου επιλέγονται τα κύρια και ζωτικά ζητήματα που συμφωνούν οι δυνάμεις που συμμετέχουν και επέρχεται συμφωνία και κάποιας μορφής συμβιβασμοί στα επιμέρους ζητήματα που δεν μπορούν ν αναβληθούν.
Η συμφωνία στην κατάργηση των μνημονίων. Είναι φανερή και καθαρή η θέληση του λαού γι αυτό. Η κατάργηση όμως από μόνη της δεν εξασφαλίζει την απόκρουση των επιθετικών ενεργειών της διεθνούς συμμορίας, που θα συνεχίσει με άλλους τρόπους τις επιθέσεις της.
Ουσιαστικό μέτρο και ανάχωμα απέναντι στην επίθεση αυτή είναι ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός της χώρας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που παρότι διατηρείται ψηλά στην ατζέντα πολλών αριστερών δυνάμεων, υποβαθμίζεται είτε στο συγκεκριμένο λόγο είτε στην πράξη. Κι όμως θα μπορούσε με επιθετικό τρόπο να επιτευχθεί συμφωνία σε μέτρα εκδημοκρατισμού με ευρύτερες δυνάμεις.


Οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ απέχουν παρασάγκας απ το να εμπνεύσουν και ν αξιοποιήσουν τη δημιουργική πρωτοβουλία των μαζών (κι ένας σημαντικός παράγοντας σ αυτό είναι η έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας στη λειτουργία τους).

Μέσα σ ένα πλαίσιο τρομοκρατικών διλημμάτων, δημιουργίας δεδομένων καταστάσεων και δεσμεύσεων, ασύδοτης προπαγάνδας των ΜΜΕ και ουσιαστικής εξαφάνισης διαφορετικών φωνών αντίπαλων του καθεστώτος, ο λαός μπόρεσε στις 6 Μάη να μετακινηθεί απ το δικομματικό πλαίσιο λειτουργίας του καθεστώτος και να επιβάλλει την καθολική αναγνώριση ότι αντιτίθεται και αντιδρά στην πολιτική των μνημονίων, δηλαδή, στην καταστροφή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στο όνομα της «σωτηρίας της πατρίδας». Κανείς δεν θάχε απαίτηση μέσα σ ένα τέτοιο πλαίσιο, ο λαός να έχει διαλέξει και τη σωστή κατεύθυνση μετακίνησης, πόσο μάλλον που λαοί ανώτερου πολιτιστικού επιπέδου βρέθηκαν στην ανάγκη να ψηλαφούν εμπειρικά τη λύση στο πρόβλημά τους, μετακινούμενοι στην υποστήριξη πολιτικών δυνάμεων, που αποδεικνύονταν ότι δεν μπορούσαν ν ανταπεξέλθουν ή τους πρόδιδαν. Βέβαια τα διλήμματά τους ήταν κατώτερα του γελοίου και συνυπολογιζομένης της ομοβροντίας δηλώσεών τους, που ξεσκέπαζε απόλυτα για ποιον ενδιαφέρονταν, αποτελεί σοβαρό σημείο προβληματισμού για κάθε προοδευτικό άνθρωπο: οι τράπεζες-τέρατα που κινδυνεύουν να καταρρεύσουν ακόμη και με απώλειες 5-10% (όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Βαρουφάκης),(κι αυτό είναι λογικό σ ένα  σύστημα που στηρίζεται στη μόχλευση και στην αδιαφάνεια), έχουν κάθε λόγο να φοβούνται κάθε διαταραχή του συστήματος, όπως παύση πληρωμών ή έξοδο της Ελλάδας απ το ευρώ. Οι δηλώσεις των «υπευθύνων» περί του αντιθέτου, μόνο γέλιο προκαλούν.



Στην Ελλάδα, με αντιφάσεις και πισωγυρίσματα, ωριμάζει η σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς που υποστηρίζεται απ τη διεθνή συμμαχία των χρηματοπιστωτικών τεράτων που προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα απ αυτό το καθεστώς και των δυνάμεων που ασφυκτιούν μέσα σ αυτό το πλαίσιο. Αποφάσισαν τις εκλογές γιατί πίστευαν πως σε κάθε περίπτωση είχαν εξασφαλισμένες τις 150 έδρες, αλλά ήθελαν (όπως φάνηκε εκ των υστέρων) να παγιδεύσουν και δυνάμεις αντιμνημονιακές στην πολιτική τους. Τους χάλασαν τα σχέδια οι μέχρι την τελευταία στιγμή αναποφάσιστοι.



Προβάλλουν το δίλημμα ευρώ ή δραχμή σαν τον πυρήνα και την αιχμή της σημερινής σύγκρουσης, με επιχείρημα ότι η πλειοψηφία του λαού τάσσεται υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη.
Πρώτον, ο λαός δεν ρωτήθηκε όταν μας έβαλαν στην ΕΕ και στο ευρώ ( η ανοχή του τότε κερδήθηκε με την προβολή των ψεύτικων οραμάτων ότι «στην ΕΕ θα τρώμε με χρυσά κουτάλια» και ότι «μπαίνουμε σε μια κοινότητα ισότιμων και αλληλέγγυων κρατών», «η αγορά των 500 εκατομμυρίων πολιτών» κ.ά.). Σήμερα που η εμπειρία έχει γελοιοποιήσει αυτά τα «οράματα», «η αγάπη» και «η υποστήριξη» του λαού στην ΕΕ και το ευρώ εξασφαλίζεται με την τρομοκρατία και τον ωμό εκβιασμό ότι η κόλαση της ΕΕ και του ευρώ που ζούμε δεν είναι τίποτα μπροστά στην καταστροφή και την εξαθλίωση που μας περιμένει εκτός αυτών.
Οι κύριοι υποστηρικτές αυτού του διλήμματος είναι εκείνοι που επανειλημμένα έχουν αποτύχει να προβλέψουν τις εξελίξεις και τα αποτελέσματα των ίδιων των δικών τους πολιτικών τα τελευταία χρόνια. Πολύ περισσότερο αρνούνται να περιγράψουν και ν αντιμετωπίσουν με πραγματικά στοιχεία την έκταση της καταστροφής που μας περιμένει αν ακολουθηθεί η πολιτική των μνημονίων (με όσες επιμέρους τροποποιήσεις κι αν επιτύχουν).
Η «μεγάλη πλειοψηφία υπέρ του ευρώ» μπορεί να ερμηνευτεί όχι σαν  αποδοχή του, αλλά σαν μη ετοιμότητα ακόμη ν αντιμετωπίσει ο λαός τους κραδασμούς και προκλήσεις που συνεπάγεται μια αποχώρηση απ αυτό. Κι αυτό θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι προλεταριοποιείται ένας μεγάλος αριθμός μεσαίων στρωμάτων και καταστρέφεται ένας μεγάλος αριθμός προλεταρίων. Αλλά αυτό που θα συμβεί (και προγραμματίζουν να συμβεί) στο επόμενο διάστημα, είναι αυτά τα φαινόμενα να ενταθούν και να μαζικοποιηθούν στο μέγιστο βαθμό. Είναι ένα νέο ολοκαύτωμα, είναι ο νέος φασισμός. (Κλεάνθης Γρίβας: Οι Ναζί οργάνωσαν ένα αποτρόπαιο ολοκαύτωμα σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η σύγχρονη Διεθνής Χρηματοπιστωτική Μαφία οργανώνει ένα πολλαπλάσιο σε κλίμακα Ολοκαύτωμα σε πλανητική κλίμακα, καταδικάζοντας σε ανεργία, εξαθλίωση και θάνατο από πείνα και αρρώστια εκατοντάδες εκατομμύρια ενήλικες και παιδιά σε όλο τον κόσμο»).

Η νέα άρεια φυλή: οι μεγάλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Οι μικρές και μεσαίες πρέπει να εξαφανιστούν ή να γίνουν οι υπηρέτες των πολυεθνικών.
(Γιώργος Κασιμάτης στο ΚΡΗΤΗTV: «Στοχεύουν ν αφελληνίσουν, δηλαδή να εξαρθρώσουν τον εθνικό χώρο οικονομίας, που είναι εμπόδιο στο μεγάλο πολυεθνικό κεφάλαιο, που πρέπει να ενισχυθεί για να μπει αυτό μέσα, να μπουν δηλαδή τα δίκτυα επιχειρήσεων στην αγορά κάθε κράτους, σε ολόκληρη την αγορά και στην παραγωγή και στη γεωργία ακόμη θα μπουν, έτσι και η γη στο τέλος θα πάει σε λίγους, σε λίγες εταιρείες (όπως στη Γουατεμάλα) και αυτό το πολυεθνικό κεφάλαιο είναι αυτό που τροφοδοτεί το κεφάλαιο που λειτουργεί εκτός παραγωγής και εργασίας και πολλαπλασιάζεται μέσα απ τα χαρτιά του χρηματιστηρίου».
Ο φασισμός ζητούσε τη δημιουργία ζωτικού χώρου για συγκεκριμένες αποικιακές χώρες. Ο νέος παγκόσμιος φασισμός ζητάει να μειώσει (φυσικά και ουσιαστικά) και να υποδουλώσει τις ψυχές των ανθρώπων (και σένα βαθμό το έχει καταφέρει), για να δημιουργήσει ζωτικό χώρο για τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.


Για να το πετύχουν, χρησιμοποιούν το φόβο και την τρομοκρατία, την ασύστολη προπαγάνδα. Καταργούν τα ψήγματα δημοκρατίας που διατηρούσαν και ενισχύουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την «αντιτρομοκρατική νομοθεσία». Περιορίζουν τις δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες και ιδιωτικοποιούν τις πηγές και υπηρεσίες που έχουν, μέχρι τώρα τουλάχιστον τυπικά, δημόσιο χαρακτήρα. Αυτά τα φαινόμενα δεν άρχισαν το 2008 με την κρίση.
Είχαν αρχίσει πολύ πριν να συσσωρεύονται σαν σύννεφα, ανάλογα με την περιοχή και τη χώρα, ανάλογα με τις δυνατότητες που είχαν να περνούν τα «κατάλληλα» μέτρα. Και οι ιδιωτικοποιήσεις προχωρούσαν. Και τα δημόσια αγαθά περιορίζονταν. Και η δημοκρατία καταργούνταν. Και τα δημοσιονομικά «ορθολογικοποιούνταν». Και η «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» επεκτείνονταν. Και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί ενισχύονταν. Μα με την κρίση δόθηκε η ευκαιρία να γίνει μια έκρηξη σ όλους αυτούς τους μηχανισμούς επιστημονικής και συστηματικής εξολόθρευσης πληθυσμών. Και να δοθεί μια έμφαση στα κράτη τα πιο εύκολα στην υιοθέτηση παρόμοιων μέτρων: τις χώρες παλινόρθωσης του καπιταλισμού (πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού») που στερούνται κοινωνικών κινημάτων αντίστασης και στην Ελλάδα με το ειδικό αντιδημοκρατικό καθεστώς/προτεκτοράτο. Η Ελλάδα δεν έγινε προτεκτοράτο το 2010. ήταν προτεκτοράτο και πριν, αλλά με καλυμμένη μορφή. Απ το 2010 έγινε προτεκτοράτο ανοιχτά. Στην Ελλάδα δρουν απροκάλυπτα όργανα των ξένων στις μυστικές υπηρεσίες, στην αστυνομία, στη δικαιοσύνη, στο σταρτό, στο πολιτικό προσωπικό, στον επιχειρηματικό κόσμο, παντού. Οι ξένες δυνάμεις διατηρούν τις βάσεις τους ανοιχτά στο έδαφος της Ελλάδας από ανέκαθεν (στρατιωτικές βάσεις ΝΑΤΟ, πρεσβεία των ΗΠΑ…). Αν όλο αυτό που περιγράφεται δεν είναι ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας, τι είναι; Μήπως η ύπαρξη των ντόπιων οργάνων της ξενικής κατοχής, αλλάζει τον χαρακτήρα του προβλήματος;
Όταν το κύριο όμως πρόβλημα είναι πρόβλημα ανεξαρτησίας και όταν ο κύριος ευνοούμενος και εκφραστής του λαού δεν αναφέρεται σ αυτό ή αναφέρεται έτσι για να πει κάτι ή εκ παραδρομής μέσα σ ένα χάος «οικονομικού προβληματισμού» (προεκλογικός ΣΥΡΙΖΑ), τότε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.



Κάποιοι μιλούν για ταξικό πόλεμο. Ασφαλώς υπάρχουν τάξεις και υπάρχει πόλεμος συμφερόντων μεταξύ τους. αλλά αυτός ο πόλεμος από τι καθορίζεται; Απ τον ανταγωνισμό μεταξύ τους ή από πολιτικές επιβεβλημένες απ έξω; Ποιος καθόριζε την πολιτική την περίοδο ένταξής μας στην ΕΕ; Ποια περιθώρια πρωτοβουλιών είχε το ντόπιο πολιτικό προσωπικό, ακόμα και την περίοδο του Α. Παπανδρέου; Αλλά και πριν την ένταξη στην ΕΕ, ποιος καθόριζε την πολιτική στην Ελλάδα; Τότε τα πράγματα ήταν χειρότερα.


Ποτέ δεν λειτούργησε η δημοκρατία στην Ελλάδα, με την έννοια που έχει η δημοκρατία σε μια ουσιαστικά καπιταλιστική χώρα. Κάθε φορά που ο λαός σήκωνε κεφάλι, ερχότανε σωρηδόν οι παρεμβάσεις απ έξω (παράδειγμα χαρακτηριστικό, την περίοδο αποστασίας, έγιναν γνωστές οι μεταφορές χρημάτων που εκπορεύονταν από το εξωτερικό, για την εξαγορά βουλευτών). Γιατί στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να σταθεί ούτε μια μέρα το καθεστώς από μόνο του. Η ανικανότητά του και η δουλικότητά του είναι παροιμιώδεις. Γιατί είναι ανίκανοι να χαράξουν μακροπρόθεσμη πολιτική ή αλλιώς δεν είναι ελεύθεροι να χαράξουν μακροπρόθεσμη πολιτική. Η πρόσδεσή τους στο άρμα ξένων δυνάμεων, τους αναγκάζει να μικροπολιτεύονται κοντόθωρα. Σ αυτό όμως έγιναν εξπέρ. Δεν τους παραβγαίνει κανείς στους ελιγμούς.


Αλλά για ποια δημοκρατία μιλάμε στην Ελλάδα; Ο Κώστας Χρυσόγονος ήταν σαφής στις 18/6/2012 μιλώντας στον ΑΝΤ1: «Για ποια δημοκρατία μιλάμε; Ας πάρουμε τη σημερινή περίοδο: Σε ποιο κόμμα έγινε κάποιο συνέδριο για την κατάρτηση του προεκλογικού προγράμματος ή ακολουθήθηκαν κάποιες διαδικασίες με τη συμμετοχή έστω των μελών του κόμματος για την ανάδειξη των υποψηφίων βουλευτών; Σε κανένα. Ο αρχηγός/ηγεμόνας του κόμματος με τη συμμετοχή κάποιων μυστικοσυμβούλων αποφασίζουν για όλα. Κι αυτό γίνεται αποδεκτό από την κοινωνία. Είναι σαν να περιμένουμε από τον αρχηγό/ηγεμόνα να κάνει το θαύμα του και να μας λύσει το πρόβλημα, όπως τον 17ο και 18ο αιώνα οι υπήκοοι πίστευαν ότι ο βασιλιάς τους μπορούσε να κάνει θαύματα…».
Είναι σίγουρο ότι οι ξένοι προστάτες μας έχουν κάνει τις αναλύσεις τους και έχουν προσέξει αυτό το χαρακτηριστικό που αποκαλύπτει τις αδυναμίες του ελληνικού λαού. Αλλά αυτό που δεν μπορούν να προβλέψουν είναι η αλληλοδιείσδυση και αλληλεπίδραση των χαρακτηριστικών των καπιταλιστικών χωρών, σαν παγκόσμιο σύστημα και η αντίδραση του λαού σε εξαιρετικές συνθήκες κρίσης, όπως αυτές που έρχονται.

Ένας διαταξικός διαχωρισμός που χωρίζει και την εργατική τάξη στα δύο. Με το καθεστώς, μέσα στο καθεστώς ή εναντίον του και εκτός; Τι σήμαινε το Πασοκικό σύνθημα προνομιούχοι και μη προνομιούχοι; Δεν είχε την έννοια του καθεστωτικού και του μη καθεστωτικού και δεν ήταν αυτό που φούσκωσε το κίνημά του; Τι κατάληξη είχε και ποιος μιλάει σήμερα γι αυτό;


Γιώργος Παπανικολάου
29 Ιούνη 2012

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012