Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (Α. ΛΟΥΡΙΑ). Σημειώσεις Γ. Παπανικολάου

ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (Α. ΛΟΥΡΙΑ).
Σημειώσεις Γ. Παπανικολάου

Οι νοητικές διεργασίες δεν θεωρούνται πλέον αυτόνομες οντότητες, αλλά συστατικά ενός οργανωμένου όλου, του νου, ο οποίος λειτουργεί και αναπτύσσεται μέσα σε ορισμένο κονωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον, ιστορικά προσδιορισμένο.
Το κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον διαμεσολαβεί και προσδιορίζει τον τρόπο αντίληψης και σκέψης του ατόμου.
Η κοινωνική μεσολάβηση περνά μέσα απ τη γλώσσα και τις έννοιες που αυτή κωδικοποιεί και μέσα από τους καθιερωμένους τρόπους δράσης.
Η δράση, όπως και ο λόγος (που υπερβαίνει τη γλώσσα γιατί είναι σκόπιμη επικοινωνιακή δράση), είναι σκόπιμες ακολουθίες ενεργειών, που προσδιορίζονται όχι μόνο απ τον ατομικό στόχο, αλλά και απ τα εργαλεία που διαθέτει η κοινωνία σε μια δεδομένη στιγμή.
Στην πραγματικότητα, αυτό που υποδηλώνει η σύγχρονη έρευνα είναι ότι η εκπαίδευση έχει αποτελέσματα, αλλά μόνο στον πολύ περιορισμένο τομέα όπου εκπαιδεύεται κανείς, χωρίς μεταβίβαση στους υπόλοιπους τομείς σκέψης και δραστηριότητας.

Οι ανώτερες γνωστικές διεργασίες παραμένουν κοινωνικο-ιστορικές στη φύση τους και η δομή της νοητικής δραστηριότητας -όχι μόνο το συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά και οι γενικές μορφές που είναι βασικές για όλες τις γνωστικές λειτουργίες- μεταβάλλονται ανάλογα με την ιστορική εξέλιξη.

Η συνείδηση είναι η ανώτερη μορφή αντανάκλασης της πραγματικότητας, δεν θεωρείται εκ των προτέρων δεδομένη, αμετάβλητη και παθητική, αλλά σχηματίζεται απ τη δραστηριότητα και χρησιμοποιείται απ τους ανθρώπους με σκοπό τον προσανατολισμό τους στο περιβάλλον, όχι μόνο με προσαρμογή στις συνθήκες, αλλά και με τον ανασχηματισμό τους.
Οι νοητικές διεργασίες εξαρτώνται απ τις μορφές των ενεργών δραστηριοτήτων στο κατάλληλο περιβάλλον.

Οι άνθρωποι λειτουργούν και με "απόντα" αντικείμενα, συνεπώς με "αντίγραφο" του κόσμου, μέσω των λέξεων, που διατηρούν τα νοήματα ακόμη και όταν το άτομο δεν έχει άμεση εμπειρία των αντικειμένων στα οποία αυτές αναφέρονται.
Οι άνθρωποι έχουν στη διάθεσή τους ένα ισχυρό αντικειμενικό εργαλείο που τους επιτρέπει ν αναπαριστούν τα αντικείμενα και τις καταστάσεις, αλλά και να δημιουργούν αντικειμενικούς λογικούς κώδικες. Οι κώδικες αυτοί οδηγούν τον άνθρωπο πέρα απ την άμεση εμπειρία, στη συναγωγή συμπερασμάτων, εξίσου αντικειμενικών με τις άμεσες αντικειμενικές εμπειρίες. Η κοινωνική ιστορία καθιέρωσε τη γλώσσα και τους λογικούς κώδικες, που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μεταπηδά απ την αίσθηση στον ορθό λόγο. Αυτή η μετάβαση ήταν τόσο σημαντική, όσο ήταν η μετάβαση απ την άψυχη στην έμψυχη ύλη.

Ορισμένες νοητικές διαδικασίες δεν αναπτύσσονται χωρίς τις κατάλληλες μορφές της κοινωνικής ζωής.

Οι άμεσες εντυπώσεις που κυριαρχούν στη νόηση της παιδικής ηλικίας, υποχωρούν κατά την εφηβεία με την εμφάνιση των αφηρημένων εννοιών και γενικεύσεων του εξωτερικού και εσωτερικού λόγου.
Ενώ το μικρό παιδί σκέπτεται μέσω της μνήμης, ο έφηβος θυμάται μέσω της σκέψης.

"Καταγραφική-λειτουργική" είναι η δραστηριότητα που καθοδηγείται απ τα φυσικά χαρακτηριστικά των αντικειμένων που χρησιμοποιεί το άτομο στην καθημερινή πρακτική.

Η αντίληψη του ατόμου για τον εαυτό του απορρέει απ την αντίληψή του για τους άλλους. Η διαδικασία της αντίληψης του εαυτού σχηματίζεται απ την κοινωνική δραστηριότητα, η οποία προϋποθέτει συνεργασία με άλλους ανθρώπους και ανάλυση της συμπεριφοράς τους.

Η αντίληψη είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, που περιέχει σύνθετες ενέργειες προσανατολισμού, πιθανολογική δομή, ανάλυση και σύνθεση των χαρακτηριστικών που γίνονται αντιληπτά και διεργασίες λήψης αποφάσεων.
Η αντίληψη είναι μια σύνθετη διαδικασία, παρόμοια στη δομή της με τις διαδικασίες των πλέον σύνθετων γνωστικών δραστηριοτήτων.
Είναι μια σύνθετη, αλλά και ενεργητική δραστηριότητα ταξινόμησης των εισαγώμενων πληροφοριών σε γνωστές κατηγορίες, ένα φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με τις λειτουργίες αφαίρεσης και γενίκευσης της γλώσσας.
Το ανθρώπινο μάτι μπορεί να διακρίνει έως και 2-3 εκατομμύρια διαφορετικές αποχρώσεις, αλλά ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο 20-25 ονόματα χρωμάτων. Το ίδιο ισχύει και για την αντίληψη των γεωμετρικών σχημάτων, που σπάνια ταυτίζονται με το γεωμετρικό πρωτότυπο.
Η αντίληψη χρησιμοποιεί βοηθητικά μέσα και περιλαμβάνει την ενεργητική συμμετοχή της γλώσσας.
Δομικά, η αντίληψη εξαρτάται από ιστορικά καθιερωμένες ανθρώπινες πρακτικές, που μπορούν να τροποποιήσουν το σύστημα κωδίκων που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία της εισαγώμενης πληροφορίας, και να επηρεάσουν την απόφαση για την ταξινόμηση των αντικειμένων στις κατάλληλες κατηγορίες.
Η ιστορική προσέγγιση μας υποχρεώνει ν αμφισβητήσουμε το "αμετάβλητο" των νόμων για την αντίληψη χρωμάτων και σχημάτων. Οι νόμοι αυτοί είναι περιορισμένης ιστορικής φύσης.
Υπάρχουν τεράστιες δομικές διαφορές στο λεξιλόγιο των χρωμάτων στις διάφορες γλώσσες και αυτές οι διαφορές επιδρούν στη δομή των γνωστικών διαδικασιών.
Στις διάφορες γλώσσες διακρίνονται ορισμένες χρωματικές διαφορές, ενώ αγνοούνται άλλες. Έτσι έχουμε διαφορετικές ομαδοποιήσεις. Όταν μια γλώσσα έχει κοινό όνομα για το μπλε και το πράσινο, τα χρώματα αυτά συνήθως συγχέονται.
Ο πλούτος των εκφράσεων για ορισμένα χρώματα και η γλωσσική φτώχεια για άλλα, οφείλεται στη διαφορετική πρακτική σημασία που ορισμένα χρώματα έχουν στις διάφορες κοινωνίες (πχ δεκάδες ονομάτων για τις αποχρώσεις του άσπρου στις αρκτικές περιοχές, απουσία αποχρώσεων του κόκκινου και του πράσινου).
Σε κάποιες πρωτόγονες κοινωνίες δεν υπάρχουν κατηγορίες χρωμάτων. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν μεταφορικά ονόματα, συσχετίζοντας τα χρώματα με συγκεκριμένες καταστάσεις πρακτικής σημασίας.
Τα ονόματα των χρωμάτων έχουν σχέση με την πρακτική και επηρεάζουν την αντίληψη.
Αντιλαμβάνονταν τα σχήματα σαν αντικείμενα.

Η οπτική αντίληψη είναι μια πολύπλοκη σημασιολογική δομή, βασισμένη σε κάποιο σύστημα που μεταβάλλεται με την ιστορική εξέλιξη. Περιέχει διάφορα είδη επεξεργασίας της οπτικής πληροφορίας, όπως επεξεργασία της άμεσης εντύπωσης, επεξεργασία της στα πλαίσια της πρακτικής εμπειρίας και διαμέσου της γλώσσας και των μορφών ανάλυσης και σύνθεσης της πληροφορίας.
Οι οπτικές πλάνες εξαρτώνται απ τις ιστορικές συνθήκες. Όσες σχετίζονται με γεωμετρικά σχήματα είναι συχνότερες στους κατοίκους των πόλεων.


Στην αφαιρετική ή κατηγοριακή ταξινόμηση, τα άτομα σχηματίζουν μια κατηγορία επιλέγοντας αντικείμενα που αντιστοιχούν σε μια αφηρημένη έννοια (πλεούμενα, εργαλεία, ζώα, φυτά), ανεξάρτητυα απ το κατά πόσο τα περιεχόμενα της κάθε κατηγορίας συναντώνται μαζί.
Τόσο ο τρόπος παρουσίασης, όσο και το χρώμα, το μέγεθος ή το υλικό, δεν παίζουν ρόλο.
Η κατηγοριακή σκέψη είναι αρκετά ευέλικτη. Τα άτομα εύκολα μεταπηδούν απ το ένα χαρακτηριστικό στο άλλο για να σχηματίσουν κατηγορίες (ταξινομούν ανά είδος, υλικό, μέγεθος, χρώμα). Η ικανότητα μετάβασης απ τη μια κατηγορία στην άλλη είναι ένα απ τα κύρια χαρακτηριστικά της αφαιρετικής σκέψης.

Στη συγκεκριμένη ή περιστασιακή σκέψη, τα άτομα δεν ομαδοποιούν τ αντικείμενα σε λογικές κατηγορίες, αλλά τα ενσωματώνουν σε καταγραφικές-λειτουργικές καταστάσεις, προερχόμενες απ τη ζωή τους, με τη βοήθεια της μνήμης.
Αυτή η σκέψη είναι άκαμπτη. Τα άτομα που τη χρησιμοποιούν έχουν μεγάλη δυσκολία να χειριστούν την οπτική σκέψη και να μεταπηδήσουν σε άλλο κριτήριο ταξινόμησης.
Ο Βιγκότσκι πίστευε ότι η γλώσσα είναι το πιο αποφασιστικό στοιχείο στη συστηματοποίηση της αντίληψης. Η διαδικασία σχηματισμού των εννοιών έχει τις ρίζες της στη χρήση των λέξεων, που αποκτούν διαφορετική σημασία στα διάφορα στάδια της εξέλιξης. Η σημασία των λέξεων εξελίσσεται ανάλογα με τις κοινωνικοοικονομικές  συνθήκες).
Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του παιδιού οι λέξεις δεν αποτελούν παράγοντα οργάνωσης. Δεν αποτελούν ακόμη ανεξάρτητα μέσα ταξινόμησης.
Η ομάδα που προκύπτει δεν αντανακλά μια ενιαία έννοια, αλλά μια απλή συγκέντρωση αντικειμένων. Αυτό το είδος ομαδοποίησης εμφανίζεται όταν τα αντικείμενα ενσωματώνονται σε μια περίσταση, στην οποία το καθένα συμμετέχει σε ατομική βάση.
Στην εφηβεία, το παιδί δεν γενικεύει πλέον απλώς με βάση τις άμεσες εντυπώσεις του, αλλά απομονώνει ορισμένα εξέχοντα χαρακτηριστικά των αντικειμένων και σ αυτό βασίζει την κατηγοριοποίησή του (συσχετίζει το κάθε αντικείμενο με μια αφηρημένη έννοια). Μετά αναπτύσσει ένα σύστημα ιεράρχησης εννοιών που εκφράζει όλο και περισσότερο τους "βαθμούς κοινότητας". Τότε επικεντρώνεται στις κατηγοριακές σχέσεις των αντικειμένων και όχι στο συγκεκριμένο τρόπο που επιδρά το ένα στο άλλο.
Η καταγραφική μέθοδος γενίκευσης βασίζεται στην πρακτική εμπειρία του ατόμου, σε αντίθεση με την κατηγοριοποιητική ή εννοιολογική σκέψη που αποτελεί κοινή εμπειρία της κοινωνίας και μεταδίδεται μέσω του γλωσσικού συστήματος.
Η μετάβαση απ την περιστασιακή στην κατηγοριακή σκέψη έχει σχέση με το είδος της δραστηριότητας του ατόμου.
Η μετάβαση απ την οπτική στην εννοιολογική σκέψη είναι εξίσου σημαντική και δεν επιδρά μόνο στο ρόλο που αναλαμβάνουν οι λέξεις σε μια διαδικασία κωδικοποίησης, αλλά μεταβάλλει επίσης την ίδια τη φύση των λέξεων. Το μήνυμα που περιέχουν.
Ενώ τα συναισθήματα και οι συγκεκριμένες ιδέες χρωματίζουν το νόημα των λέξεων στα αρχικά στάδια της ανάπτυξης, με τον ίδιο τρόπο στα επόμενα στάδια ένα ιστορικά αναπτυσσόμενο σημασιολογικό σύστημα διέπει το νόημα των λέξεων.
Διαφορετικά κοινωνικά συστήματα παράγουν διαφορετικά είδη γενικεύσεων.
Τα αντικείμενα σφυρί, πριόνι, κούτσουρο και τσεκούρι μπορούν να ταξινομηθούν σύμφωνα με την αφηρημένη κατηγορία "εργαλεία" ή σύμφωνα με τη συμμετοχή τους στην καθημερινή ζωή (κόψιμο ξύλων). Το δεύτερο κριτήριο περιλαμβάνει τα αντικείμενα που συμμετέχουν στην πράξη, δηλ στο κόψιμο των ξύλων (πριόνι, κούτσουρο, τσεκούρι).
Αντί να επιλέγουν παρόμοια αντικείμενα, επέλεγαν αντικείμενα κατάλληλα για κάποιο σκοπό. Αντικατέστησαν δηλ ένα θεωρητικό έργο με ένα πρακτικό. Αναπαρήγαγαν την πρακτική σχέση μέσα στα αντικείμενα.
Δεν χειρίστηκαν τις λέξεις σαν σύμβολα των αφηρημένων κατηγοριών για την ταξινόμηση των αντικειμένων. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν οι συγκεκριμένες ιδέες για πρακτικά σχήματα, μέσα στα οποία ενσωμάτωναν τα αντικείμενα.
Η τάση αναπαραγωγής λειτουργιών της πρακτικής ζωής ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για τα ανεκπαίδευτα, αναλφάβητα άτομα.
Όσοι είχαν παρακολουθήσει κάποια μαθήματα χρησιμοποιούσαν και τους δυο τρόπους γενίκευσης, τον πρακτικό και τον θεωρητικό, με τον πρώτο να είναι ο κυρίαρχος.

Κατά κανόνα σκέφτονταν με βάση την πρακτική χρησιμότητα. Όταν αναφερόμασταν στον όρο που προσδιόριζε αυτή την ομάδα αντικειμένων, αδιαφορούσαν για την πληροφορία ή την θεωρούσαν άχρηστη.
Αντιλαμβάνεται την έννοια "βάζω μαζί" με πρακτικό τρόπο, που σημαίνει "βάζω δίπλα-δίπλα".
Αδιαφόρησαν για το γεγονός ότι τα αντικείμενα είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά και συνεχώς σχημάτιζαν μια συγκεκριμένη περίσταση στην οποία συμμετείχαν τα αντικείμενα.
Ερμήνευαν την οδηγία "ομαδοποιήστε τα παρόμοια αντικείμενα" σαν "επιλέξτε τα κατάλληλα ή απαραίτητα αντικείμενα".

Η συγκεκριμένη σκέψη δεν είναι ούτε εγγενής ούτε γενετικά καθορισμένη. Είναι αποτέλεσμα του αναλφαβητισμού και των απλοϊκών δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής των ανθρώπων αυτών.

Ένα άτομο μπορεί να παρατηρήσει τις διαφορές των αντικειμένων πολύ πριν προσδιορίσει τη βάση της ομοιότητάς τους.
Το άτομο προκειμένου ν αποφασίσει σε τι διαφέρουν δύο αντικείμενα πρέπει απλά να περιγράψει τα φυσικά τους χαρακτηριστικά (αυτό αφορά τις άμεσες εντυπώσεις της οπτικής μνήμης).
Η διαδικασία προσδιορισμού της ομοιότητας περιέχει αναπόφευκτα κάποιους λεκτικούς και λογικούς παράγοντες στο βαθμό που προϋποθέτει την ικανότητα απομόνωσης και σύγκρισης χαρακτηριστικών.
Η αρχική λειτουργία της γλώσσας δεν είναι ο σχηματισμός αφαιρέσεων και γενικεύσεων για τις κατηγοριακές σχέσεις, αλλά η αναβίωση κατάλληλων καταγραφικών και πρακτικών περιστάσεων.
Μια λέξη διατηρεί το πρωταρχικό νόημά της, έχει όμως παράλληλα μία ευρεία δευτερεύουσα σημασία, που αφορά όχι μόνο στη συγκεκριμένη ομάδα αντικειμένων, αλλά και σε όσα σχετίζονται πρακτικά μαζί τους.
Οι λέξεις έχουν τελείως διαφορετικές λειτουργίες από αυτές που έχουν σ ένα σύστημα αφαιρετικής σκέψης. Δεν χρησιμοποιούνται για να κωδικοποιήσουν τα αντικείμενα σε εννοιολογικά σχήματα, αλλά για ν αναδείξουν την πρακτική σχέση αυτών των αντικειμένων.

Ένα άτομο που έχει την ικανότητα της αφαιρετικής σκέψης αντανακλά τον εξωτερικό κόσμο με μεγαλύτερο βάθος και περισσότερο ολοκληρωμένα και βγάζει συμπεράσματα από τα φαινόμενα που αντιλαμβάνεται βασιζόμενο όχι μόνο στις προσωπικές του εμπειρίες, αλλά και στα σχήματα της λογικής σκέψης.

Μετάβαση απ την αισθητηριακή στην λογική συνείδηση, ένα φαινόμενο που οι κλασσικοί του μαρξισμού θεώρησαν σαν το πιο σπουδαίο στην ιστορία.
Η παρουσία γενικών εννοιών, στις οποίες υποτάσσονται άλλες ιεραρχικά κατώτερες, δημιουργεί ένα λογικό σύστημα κωδίκων, που καθώς η θεωρητική σκέψη αναπτύσσεται, γίνεται όλο και πιο σύνθετο.

Γενετική λογική: η ιδέα πως οι λογικές κατηγορίες ισχύουν για όλους και παραμένουν σταθερές είναι λανθασμένη. Τα λογικά σχήματα είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης ψυχολογικής ανάπτυξης.

Το υποκείμενο επαναλαμβάνοντας τις προκείμενες, δεν έδινε σ αυτές το χαρακτήρα καθολικών ισχυρισμών, αλλά μετέτρεπε την κάθε μια σε ένα συγκεκριμένο ισχυρισμό, ασύνδετο λογικά με τον άλλο, και άχρηστο για τη συναγωγή οποιουδήποτε λογικού συμπεράσματος.
Οι πιο χαρακτηριστικές απαντήσεις των υποκειμένων αποτελούσαν μια πλήρη άρνηση της δυνατότητας συναγωγής συμπεράσματος από προτάσεις για πράγματα για τα οποία δεν είχαν προσωπική εμπειρία, καθώς και επιφύλαξη για οποιαδήποτε λογική λειτουργία θεωρητικής φύσης, παρόλο που αναγνώριζαν τη δυνατότητα συναγωγής συμπερασμάτων απ την πρακτική εμπειρία του καθενός.

Για τα αναλφάβητα υποκείμενα 3 είναι οι παράγοντες που περιορίζουν την ικανότητά τους για θεωρητική, λεκτική και λογική σκέψη.
Ο πρώτος είναι η αμφισβήτηση της αρχικής προκείμενης, η οποία δεν αντιπροσωπεύει προσωπική εμπειρία.
Ο 2ος παράγοντας είναι ότι τα υποκείμενα δεν θεωρούσαν τις προκείμενες του συλλογισμού καθολικές.
Ο 3ος παράγοντας αφορά τη διάσπαση του συλλογισμού σε 3 ανεξάρτητες και μεμονωμένες προτάσεις χωρίς ενιαία λογική και επομένως χωρίς προοπτική καθοδήγησης της σκέψης.
Τα  υποκείμενα χρησιμοποιούσαν τις λογικές σχέσεις αρκετά αντικειμενικά όταν βασίζονταν στην προσωπική τους εμπειρία.

Η βασική δυσκολία βρισκόταν στην αφαίρεση των συνθηκών του προβλήματος απ την πρακτική εμπειρία, στη διαλογιστική στα πλαίσια ενός κλειστού λογικού συστήματος.
Όταν το πρόβλημα τοποθετείται σε αφηρημένο επίπεδο, τα υποκείμενα αδυνατούν να σκεφτούν λογικά για συνθήκες που είναι ξεκομμένες απ την πρακτική τους εμπειρία. Μόνο όταν η εμπειρία αυτή εξειδικεύεται μπορούν να εκτελέσουν τους κατάλληλους υπολογισμούς.
Η σημασία του σχολείου δεν βρίσκεται μόνο στην απόκτηση γνώσης, αλλά και στη δημιουργία νέων κινήτρων και τρόπων λεκτικής και λογικής σκέψης, ξεκομμένων απ την άμεση πρακτική εμπειρία.

Η αναπαραγωγική διαφέρει απ τη δημιουργική φαντασία. Η φαντασία μπορεί να συνδέεται με την πρακτική εμπειρία ή ν ανήκει σ ένα σύστημα λεκτικής και λογικής σκέψης.
Η φαντασία αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σύνθετης επιδιωκόμενης δραστηριότητας σε προχωρημένο αναπτυξιακό στάδιο.

Στην αρχή ο άνθρωπος έβλεπε τον εαυτό του όπως μέσα από καθρέφτη, μόνο που τον έβλεπε σαν έναν άλλο άνθρωπο. Μόνο σχετιζόμενος με τον Παύλο σαν κάποιο σαν τον εαυτό του, αρχίζει ο Πέτρος να σχετίζεται με τον εαυτό του σαν άτομο.
Οι άνθρωποι πρώτα σχηματίζουν κρίσεις για τους άλλους και αντιλαμβάνονται τις κρίσεις των άλλων γι αυτούς και κατόπιν υπό την επίδραση αυτών των κρίσεων, μπορούν να σχηματίσουν κρίσεις για τον εαυτό τους.
Αξιοσημείωτα ήταν τα γεγονότα που έδειχναν τον αποφασιστικό ρόλο που παίζουν οι συλλογικές δραστηριότητες στην ανάπτυξη της αυτογνωσίας.
Σταδιακά αποκτούν μια εικόνα του "ιδανικού εαυτού" που αρχίζει να παίζει αποφασιστικό ρόλο στην παραπέρα ανάπτυξη της συνείδησής τους.


Η δομή της γνωστικής δραστηριότητας δεν παραμένει αναλλοίωτη στα διάφορα στάδια της ιστορικής εξέλιξης. Οι ουσιαστικές μορφές των νοητικών διεργασιών, η αντίληψη, η γενίκευση, η παραγωγική και επαγωγική λογική σκέψη, η φαντασία και η αυτοανάλυση, μεταβάλλονται σύμφωνα με τις συνθήκες της κοινωνικής ζωής και την απόκτηση στοιχειωδών γνώσεων.
Οι αλλαγές στην ανθρώπινη πνευματική δραστηριότητα δεν περιορίζονται απλά στη διεύρυνση του ορίζοντα των ατόμων, αλλά οδηγούν στη δημιουργία νέων κινήτρων για δράση και επηρεάζουν ουσιαστικά τη δομή των γνωστικών διεργασιών.
Ο ρόλος των καταγραφικών-λειτουργικών εμπειριών αλλάζει ριζικά.
Δημιουργούνται νέα κίνητρα που ξεπερνούν τη συγκεκριμένη πρακτική δραστηριότητα. Αρχίζουν να εμφανίζονται ενδιαφέροντα που ξεπερνούν τις άμεσες εντυπώσεις.
Η ανθρώπινη γνωστική δραστηριότητα γίνεται μέρος ενός πιο εκτεταμένου συστήματος γενικής ανθρώπινης εμπειρίας, όπως αυτό καθιερώνεται στην πορεία της ιστορίας και κωδικοποιείται στη γλώσσα.
Ο γενικευμένος τρόπος αντανάκλασης της πραγματικότητας αναδομείται ριζικά.
Καινούργιες θεωρητικές λειτουργίες σκέψης προκύπτουν.
Οι διαδικασίες της σκέψης περιέχουν όλο και περισσότερο την αφαίρεση και τη γενίκευση.
Η διαλογιστική που ξεπερνά την άμεση εμπειρία αναδομείται ριζικά.
Εμφανίζεται η ολοκληρωμένη σκέψη, της οποίας τα συμπεράσματα είναι εξίσου υποχρεωτικά με αυτά της προσωπικής εμπειρίας.
Εκτός απ την προσωπική εμπειρία εμφανίζεται και η αφηρημένη εμπειρία. Σχηματίζεται η σφαίρα της δημιουργικής φαντασίας, η οποία με τη σειρά της διευρύνει τον αντικειμενικό κόσμο του ανθρώπου.
Οι βασικές κατηγορίες της ανθρώπινης πνευματικής ζωής, σαν προϊόντα της κοινωνικής ιστορίας, είναι απ τη φύση τους κοινωνικές.

Η ψυχολογία είναι κυρίως η επιστήμη του κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού της πνευματικής δραστηριότητας και των δομών των νοητικών διεργασιών, που εξαρτώνται άμεσα απ τις βασικές μορφές της κοινωνικής πρακτικής και τα στάδια της ιστορικής εξέλιξης της κοινωνίας.

Αφηρημένη εμπειρία
1. Όχι προσωπική εμπειρία.
2. Κύρια σημασία στην κοινωνική εμπειρία.
3. Βάση στα συμπεράσματα της λογικής των ορθολογικών κανόνων (που επικρατούν στη συγκεκριμένη κοινωνία).
4. Καθοδήγηση απ το "ιδανικό".
Το πείραμα του Νεγρεπόντε:
Σ ένα απομονωμένο χωριό της Αιθιοπίας (τη χώρα με τον μεγαλύτερο αναλφαβητισμό στον κόσμο) έριξαν 10 πακέτα με λάπτοπ των 100 δολαρίων χωρίς οδηγίες και μ ένα μικροτσίπ που κατέγραφε τον τρόπο χρήσης τους και τα οποία έπεσαν στα χέρια αναλφάβητων παιδιών.
Σε 4΄ ένας βρήκε το κουμπί on/off και το έδειξε και στους άλλους.
Σε 5 μέρες όλοι χρησιμοποιούσαν γύρω στις 50 εφαρμογές του Android.
Σε 2 βδομάδες τραγουδούσαν και αναγνώριζαν την αγγλική αλφάβητο. Σε 5 μήνες χάκαραν το Android (συγκεκριμένα ξεκλείδωσαν την κάμερα και τακτοποίησαν την επιφάνεια εργασίας σύμφωνα με το γούστο του καθενός).












Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Μαρξ "Το Κεφάλαιο: Οι Μηχανές Και η Μεγάλη Βιομηχανία", κεφ 13ο, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μαρξ "Το Κεφάλαιο: Οι Μηχανές Και η Μεγάλη Βιομηχανία", κεφ 13ο, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ




Οι μηχανές και η μεγάλη βιομηχανία
(Μαρξ-"Το Κεφάλαιο", κεφ. 13ο, Σημειώσεις: Γιώργος Παπανικολάου)

Οι μηχανές είναι μέσο για την παραγωγή υπεραξίας (όχι ανακούφιση του εργάτη απ το μόχθο).
Στη  μανιφακτούρα, η ανατροπή του τρόπου παραγωγής έχει για αφετηρία της την εργατική δύναμη.
Στη μεγάλη βιομηχανία έχει το μέσο εργασίας.
Ο Δαρβίνος έστρεψε την προσοχή στην ιστορία της φυσικής τεχνολογίας, δηλ στη διαμόρφωση των οργάνων των φυτών και των ζώων σαν εργαλείων παραγωγής για τη ζωή των φυτών και των ζώων.
Κάθε ανεπτυγμένη μηχανική εγκατάσταση αποτελείται από 3 μέρη: από την κινητήρια μηχανή, απ το μηχανισμό μετάδοσης και απ την εργαλειομηχανή ή εργασιομηχανή.
Η βιομηχανική επανάσταση τον 18ο αιώνα, ξεκινάει απ την εργαλειομηχανή.
Ο αριθμός των εργαλείων με τα οποία εργάζεται η ίδια εργαλειομηχανή, είναι απ την πρώτη στιγμή χειραφετημένος απ τους οργανικούς περιορισμούς στους οποίους υποβάλλεται το χειροκίνητο εργαλείο ενός εργάτη.
Η καινούργια δουλειά του ανθρώπου, η επίβλεψη της μηχανής και η διόρθωση των λαθών της.
Πολλά απ τα εργαλεία εξελίσσονται σε μηχανές ενμέρει ακόμα στην περίοδο της μανιφακτούρας. Είναι κιόλας μηχανές και στη χειροτεχνική τους μορφή.
Απ τη στιγμή που ο άνθρωπος, αντί να επιδρά πάνω στο αντικείμενο της εργασίας με το εργαλείο, επιδρά μόνο στην κινητήρια δύναμη μιας εργαλειομηχανής, γίνεται πια ζήτημα τύχης το γεγονός ότι φορέας της κινητήριας δύναμης είναι οι μύες του ανθρώπου και μπορεί να πάρουν τη θέση τους ο αέρας, το νερό, ο ατμός κλπ.
Η μηχανή απ την οποία ξεκινάει η βιομηχανική επανάσταση αντικαθιστά τον εργάτη που χειρίζεται ένα μόνο εργαλείο, με ένα μηχανισμό που εργάζεται ταυτόχρονα μ ένα πλήθος τέτοια ή παρόμοια εργαλεία, και που τον κινεί μια μοναδική κινητήρια δύναμη, αδιάφορο ποιας μορφής.
Έτσι η ξεχωριστή εργαλειομηχανή ξεπέφτει σ ένα απλό στοιχείο της μηχανικής παραγωγής.

Συνεργασία πολλών ομοειδών μηχανών, σύστημα μηχανών.
Ξαναεμφανίζεται η απλή συνεργασία, σαν συγκέντρωση στον ίδιο χώρο ομοειδών και ταυτόχρονα εργαζόμενων εργαλειομηχανών.
Σύστημα μηχανών: όπου το αντικείμενο εργασίας περνάει από μια σειρά διαφόρων συναρτημένων διαδοχικών προτσές που εκτελούνται από μια αλυσίδα διαφορετικών μα αλληλοσυμπληρωνόμενων εργαλειομηχανών. Εδώ ξαναεμφανίζεται η συνεργασία σαν συνδυασμός μερικότερων εργαλειομηχανών.
Στη μανιφακτούρα, η απομόνωση των ξεχωριστών προτσές είναι μια αρχή που πηγάζει απ τον ίδιο τον καταμερισμό της εργασίας, ενώ στο ανεπτυγμένο εργοστάσιο αντίθετα, επικρατεί η αρχή της συνέχειας των ξεχωριστών προτσές.

Κεντρικός αυτόματος κινητήρας.
Η μεγάλη βιομηχανία ήταν υποχρεωμένη να παράγει μηχανές με μηχανές. Οι μηχανές πήραν στα χέρια τους την κατασκευή των εργαλειομηχανών.
Ο τόρνος δεν αντικαθιστά ένα οποιοδήποτε εργαλείο, αλλά το ίδιο το χέρι του ανθρώπου και παράγει με τέτοιο βαθμό ευκολίας, ακρίβειας και ταχύτητας, που καμιά συγκεντρωμένη πείρα και του πιο επιτήδειου εργάτη δεν μπορεί να πετύχει.

Στη μηχανή, το μέσο εργασίας αποχτά έναν υλικό τρόπο ύπαρξης που απαιτεί  την αντικατάσταση της δύναμης του ανθρώπου, με φυσικές δυνάμεις και την αποχτημένη με την πείρα δεξιότητα, με τη συνειδητή εφαρμογή των φυσικών επιστημών.
Στη μανιφακτούρα, η διάρθρωση του κοινωνικού προτσές εργασίας είναι καθαρά υποκειμενική, είναι συνδυασμός μερικών εργατών.
Στο σύστημα των μηχανών, η μεγάλη βιομηχανία έχει έναν απόλυτα αντικειμενικό παραγωγικό οργανισμό, που ο εργάτης τον βρίσκει σαν έτοιμο υλικό όρο της παραγωγής.
Οι μηχανές λειτουργούν μόνο στα χέρια άμεσα κοινωνικοποιημένης ή από κοινού εργασίας. Ο συνεργατικός χαρακτήρας του προτσές της εργασίας γίνεται τώρα τεχνική ανάγκη, που υπαγορεύεται απ τη φύση του ίδιου του μέσου εργασίας.

Η αξία που δίνει η μηχανή στο προϊόν.
Δεν στοιχίζουν τίποτα στο κεφάλαιο οι παραγωγικές δυνάμεις που απορρέουν απ τη συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας. Είναι φυσικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας.
Επίσης δεν στοιχίζουν τίποτε και οι φυσικές δυνάμεις που χρησιμοποιούνται για παραγωγικούς σκοπούς. Το ίδιο και με την επιστήμη.
(Όταν έχει πια ανακαλυφθεί, δεν στοιχίζει ούτε πεντάρα ο νόμος για την παρέκκληση της μαγνητικής βελόνας στο πεδίο δράσης ενός ηλεκτρικού ρεύματος).
Την "ξένη" επιστήμη την προσαρτούν στο κεφάλαιο, όπως την ξένη εργασία.

Η μηχανή δεν δημιουργεί αξία, δίνει όμως τη δική της αξία στο προϊόν που χρησιμεύει για την παραγωγή του (όπως κάθε άλλο συστατικό του σταθερού κεφαλαίου).
Για την εκμετάλλευση όμως αυτών των νόμων στον τηλέγραφο κλπ, χρειάζεται μια συσκευή πολυδάπανη και πολύπλοκη.
Η μηχανή δεν εκτοπίζει το εργαλείο. Το κεφάλαιο βάζει τον άνθρωπο να εργάζεται όχι με το χειροτεχνικό εργαλείο, αλλά με μια μηχανή που κινεί μόνη τα εργαλεία της.  
Η μηχανή αντί να φτωχαίνει το προϊόν, το ακριβαίνει ανάλογα με τη δική της αξία. Η μηχανή, το μέσο εργασίας που χαρακτηρίζει τη μεγάλη βιομηχανία, αυξάνει δυσανάλογα σε αξία, σε σχέση με τα μέσα εργασίας της χειροτεχνικής και μανιφακτουρικής παραγωγής.
Η μηχανή μπαίνει ολόκληρη στο προτσές εργασίας και μόνο ενμέρει στο προτσές αξιοποίησης.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη μηχανή σαν στοιχείο που δημιουργεί αξία και στη μηχανή σαν στοιχείο που δημιουργεί προϊόν.
Η διαφορά ανάμεσα στη χρήση και τη φθορά των εργαλείων παραγωγής είναι πολύ μεγαλύτερη στις μηχανές, παρά στα εργαλεία.
Μόνο στη μεγάλη βιομηχανία μαθαίνει ο άνθρωπος να βάζει να δουλεύει δωρεάν σε μεγάλη κλίμακα σαν φυσική δύναμη το προϊόν της παρωχημένης εργασίας του, που έχει πια αντικειμενοποιηθεί.

Στο μηχανοποίητο προϊόν, το συστατικό της αξίας του οφείλεται στο μέσο εργασίας, αυξάνει σχετικά, μειώνεται όμως απόλυτα. Δηλ μειώνεται το απόλυτο μέγεθός του, αυξάνει όμως το μέγεθός του σε σχέση με τη συνολική αξία του προϊόντος.
Αν μια μηχανή στοιχίζει όσο ο μισθός χ εργατών, αυτό δεν θα πει πως ισοδυναμεί με την εργασία που παράγουν οι χ εργάτες και την προσθέτουν στο αντικείμενο εργασίας, αλλά ισοδυναμεί μόνο με εκείνο το μέρος της δουλειάς που εκφράζεται σε μισθό.
Αντίθετα, η χρηματική αξία της μηχανής, εκφράζει όλη την εργασία που ξοδεύτηκε κατά την παραγωγή της, αδιάφορο σε ποια αναλογία η εργασία αυτή δημιουργεί μισθόπ για τον εργάτη και υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη.
Όταν λοιπόν η μηχανή στοιχίζει όσο και η εργατική δύναμη που αντικαθιστά, τότε η εργασία που αντικειμενοποιείται σ αυτήν, είναι πάντα πολύ μικρότερη απ τη ζωντανή εργασία που αντικαθιστά.
Η παραγωγικότητα της μηχανής μετριέται με το βαθμό που αντικαθιστά εργατική δύναμη του ανθρώπου.
Σαν μέσο για το φτήναιμα του προϊόντος, η χρήση της μηχανής έχει ένα όριο. Η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή της πρέπει να είναι λιγότερη απ την εργασία που αντικαθιστά η χρησιμοποίησή της.
Για το κεφάλαιο, το όριο αυτό εκφράζεται πιο στενά.
Ο κεφαλαιοκράτης δεν πληρώνει την εργασία που χρησιμοποιεί, αλλά την αξία της χρησιμοποιούμενης εργατικής δύναμης. Το κέρδος του βγαίνει απ τη μείωση της πληρωνόμενης εργασίας και όχι της χρησιμοποιούμενης.

Αυτό το τεράστιο υποκατάστατο της εργασίας και των εργατών, μετατράπηκε αμέσως σε μέσο αύξησης του αριθμού των μισθωτών εργατών, με την ένταξη όλων των μελών της εργατικής οικογένειας, χωρίς διάκριση φύλου και ηλικίας, κάτω απ την άμεση εξουσία του κεφαλαίου.

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζονταν όχι μόνο απ τον εργάσιμο χρόνο που ήταν αναγκαίος για τη συντήρηση του ενήλικου εργάτη σαν ατόμου, αλλά και απ τον εργάσιμο χρόνο που ήταν αναγκαίος για τη συντήρηση της εργατικής οικογένειας.
Οι μηχανές, ρίχνοντας όλα τα μέλη της εργατικής οικογένειας στην αγορά εργασίας, κατανέμουν την αξία της εργατικής δύναμης του άνδρα σ όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Γι αυτό κατεβάζουν την αξία της εργατικής του δύναμης.

Οι μηχανές μαζί με το πλάταιμα του ανθρώπινου εκμεταλλεύσιμου υλικού, αυξάνουν ταυτόχρονα και το βαθμό εκμετάλλευσης.
Αυξάνουν τα έξοδα παραγωγής της εργατικής οικογένειας και ισοφαρίζουν την αύξηση του εισοδήματός της.
Οι μηχανές επαν/ουν το συμβόλαιο ανάμεσα στον εργάτη και τον κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης πουλάει τη γυναίκα  και το παιδί του. Γίνεται δουλέμπορος.
Αν η μηχανή είναι το πιο ισχυρό μέσο για το ανέβασμα της παραγωγικότητας της εργασίας δηλ για την ελάττωση του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, γίνεται σαν φορέας του κεφαλαίου, το ισχυρότερο μέσο για την παράταση της εργάσιμης μέρας πέρα από κάθε φυσικό όριο.
Η παραγωγικότητα των μηχανών είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το μέγεθος του συστατικού εκείνου μέρους της αξίας που μεταδίδουν στο προϊόν.
Η υλική φθορά της μηχανής είναι διπλή (απ τη χρήση της και απ τη μη χρήση της). Η ηθική φθορά.
Στην πρώτη περίοδο της ζωής της μηχανής, το ιδιαίτερο κίνητρο για την παράταση της εργάσιμης μέρας δρα με τη μεγαλύτερη δύναμη.
Με την παράταση της εργάσιμης μέρας, δεν μεγαλώνει μόνο η υπεραξία, αλλά μειώνονται και τα έξοδα, τα αναγκαία για την αντικατάστασή της.

Στη χρήση των μηχανών για την παραγωγή υπεραξίας, ενυπάρχει μια εσωτερική αντίφαση, επειδή απ τους 2 παράγοντες της υπεραξίας που παράγει ένα κεφάλαιο δοσμένου μεγέθους, οι μηχανές δεν μεγαλώνουν τον ένα παράγοντα, το ποσοστό της υπεραξίας, παρά μόνο μικραίνοντας τον άλλο παράγοντα, τον αριθμό των εργατών. Είναι αυτή η αντίφαση που σπρώχνει το κεφάλαιο στην πιο βίαιη παράταση της εργάσιμης μέρας. Η μηχανή ανατρέπει όλα τα ηθικά και φυσικά όρια της εργάσιμης μέρας.
Το πιο ισχυρό μέσο συντόμευσης του χρόνου εργασίας μετατρέπεται στο πιο αλάθευτο μέσο για τη μετατροπή όλου του χρόνου ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο εργασίας για την αξιοποίηση του κεφαλαίου.
Πάνω στη βάση της περιορισμένης εργάσιμης μέρας, αναπτύσσεται η εντατικοποίηση της εργασίας.
Στη μανιφακτούρα και στη χειροτεχνία, ο εργάτης εξυπηρετείται απ το εργαλείο, ενώ στο εργοστάσιο, ο εργάτης υπηρετεί τη μηχανή.
Εκεί η κίνηση του μέσου εργασίας ξεκινάει απ αυτό, εδώ είναι υποχρεωμένος ν ακολουθεί αυτός τις κινήσεις του μέσου εργασίας.
Στη μανιφακτούρα, οι εργάτες είναι μέλη ενός ζωντανού μηχανισμού. Στο εργοστάσιο υπάρχει ένας νεκρός μηχανισμός, ανεξάρτητα απ τους εργάτες, και οι εργάτες προσαρτούνται σ αυτόν, σαν ζωντανά εξαρτήματα.
Η μηχανή δεν απελευθερώνει τον εργάτη απ την εργασία, αλλά την εργασία απ το περιεχόμενό της.
Χρειάζεται χρόνος και πείρα, για να μάθει ο εργάτης να διακρίνει τις μηχανές, απ την κεφαλαιοκρατική τους χρησιμοποίηση, κι έτσι να στρέφει τις επιθέσεις του, όχι ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους.
Οι μηχανές πετούν εργάτες στο δρόμο, όχι μόνο στον κλάδο παραγωγής που εισάγονται, αλλά και στους κλάδους παραγωγής στους οποίους δεν εισάγονται.
Οι μηχανές εξεταζόμενες αυτές καθαυτές, περιορίζουν το χρόνο εργασίας, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, παρατείνουν την εργάσιμη μέρα. Επειδή αυτές καθαυτές ευκολύνουν την εργασία, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, αυξάνουν την εντατικότητά της. Επειδή αυτές καθαυτές αποτελούν νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της φύσης, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, υποδουλώνουν τον άνθρωπο στις δυνάμεις της φύσης. Επειδή αυτές καθαυτές αυξάνουν τον πλούτο του παραγωγού, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, εξαθλιώνουν τον παραγωγό κλπ.

Με την επέκταση της μηχανικής παραγωγής σ έναν κλάδο της βιομηχανίας αυξάνει η παραγωγή στους άλλους κλάδους που του προσφέρουν τα μέσα παραγωγής του.

Ένγκελς (Σύνοψη του κεφαλαίου):
Η παραγωγικότητα της μηχανής μετριέται με τον βαθμό στον οποίο αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία.
Όταν η μηχανή στοιχίζει όσο και η εργασιακή δύναμη την οποία αντικαθιστά, τότε η ανθρώπινη εργασία που εμπεριέχεται σ αυτή, είναι πάντοτε πολύ λιγότερη απ εκείνη την οποία αντικαθιστά.
Η μηχανή σαν μέσο για τη μείωση του κόστους της παραγωγής, πρέπει να κοστίζει λιγότερο απ την εργασία που αντικαθιστά.
Για το κεφάλαιο όμως η αξία της πρέπει να είναι μικρότερη απ την εργασιακή δύναμη που αντικαθιστά.
Εφόσον οι μηχανές εμπεριέχουν την κινητήρια δύναμή τους, η αξία της μυϊκής δύναμης πέφτει.
Καθώς γενικεύεται η χρήση των μηχανών, η μονοπώληση των κερδών εξαφανίζεται, η υπεραξία δεν πηγάζει απ την εργασία που έχουν αντικαταστήσει που μηχανές, αλλά απ την εργασία που αυτές απασχολούν, δηλ απ το μεταβλητό κεφάλαιο.