Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΓΚΕΛΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΓΚΕΛΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Μαρξ "Το Κεφάλαιο: Οι Μηχανές Και η Μεγάλη Βιομηχανία", κεφ 13ο, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μαρξ "Το Κεφάλαιο: Οι Μηχανές Και η Μεγάλη Βιομηχανία", κεφ 13ο, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ




Οι μηχανές και η μεγάλη βιομηχανία
(Μαρξ-"Το Κεφάλαιο", κεφ. 13ο, Σημειώσεις: Γιώργος Παπανικολάου)

Οι μηχανές είναι μέσο για την παραγωγή υπεραξίας (όχι ανακούφιση του εργάτη απ το μόχθο).
Στη  μανιφακτούρα, η ανατροπή του τρόπου παραγωγής έχει για αφετηρία της την εργατική δύναμη.
Στη μεγάλη βιομηχανία έχει το μέσο εργασίας.
Ο Δαρβίνος έστρεψε την προσοχή στην ιστορία της φυσικής τεχνολογίας, δηλ στη διαμόρφωση των οργάνων των φυτών και των ζώων σαν εργαλείων παραγωγής για τη ζωή των φυτών και των ζώων.
Κάθε ανεπτυγμένη μηχανική εγκατάσταση αποτελείται από 3 μέρη: από την κινητήρια μηχανή, απ το μηχανισμό μετάδοσης και απ την εργαλειομηχανή ή εργασιομηχανή.
Η βιομηχανική επανάσταση τον 18ο αιώνα, ξεκινάει απ την εργαλειομηχανή.
Ο αριθμός των εργαλείων με τα οποία εργάζεται η ίδια εργαλειομηχανή, είναι απ την πρώτη στιγμή χειραφετημένος απ τους οργανικούς περιορισμούς στους οποίους υποβάλλεται το χειροκίνητο εργαλείο ενός εργάτη.
Η καινούργια δουλειά του ανθρώπου, η επίβλεψη της μηχανής και η διόρθωση των λαθών της.
Πολλά απ τα εργαλεία εξελίσσονται σε μηχανές ενμέρει ακόμα στην περίοδο της μανιφακτούρας. Είναι κιόλας μηχανές και στη χειροτεχνική τους μορφή.
Απ τη στιγμή που ο άνθρωπος, αντί να επιδρά πάνω στο αντικείμενο της εργασίας με το εργαλείο, επιδρά μόνο στην κινητήρια δύναμη μιας εργαλειομηχανής, γίνεται πια ζήτημα τύχης το γεγονός ότι φορέας της κινητήριας δύναμης είναι οι μύες του ανθρώπου και μπορεί να πάρουν τη θέση τους ο αέρας, το νερό, ο ατμός κλπ.
Η μηχανή απ την οποία ξεκινάει η βιομηχανική επανάσταση αντικαθιστά τον εργάτη που χειρίζεται ένα μόνο εργαλείο, με ένα μηχανισμό που εργάζεται ταυτόχρονα μ ένα πλήθος τέτοια ή παρόμοια εργαλεία, και που τον κινεί μια μοναδική κινητήρια δύναμη, αδιάφορο ποιας μορφής.
Έτσι η ξεχωριστή εργαλειομηχανή ξεπέφτει σ ένα απλό στοιχείο της μηχανικής παραγωγής.

Συνεργασία πολλών ομοειδών μηχανών, σύστημα μηχανών.
Ξαναεμφανίζεται η απλή συνεργασία, σαν συγκέντρωση στον ίδιο χώρο ομοειδών και ταυτόχρονα εργαζόμενων εργαλειομηχανών.
Σύστημα μηχανών: όπου το αντικείμενο εργασίας περνάει από μια σειρά διαφόρων συναρτημένων διαδοχικών προτσές που εκτελούνται από μια αλυσίδα διαφορετικών μα αλληλοσυμπληρωνόμενων εργαλειομηχανών. Εδώ ξαναεμφανίζεται η συνεργασία σαν συνδυασμός μερικότερων εργαλειομηχανών.
Στη μανιφακτούρα, η απομόνωση των ξεχωριστών προτσές είναι μια αρχή που πηγάζει απ τον ίδιο τον καταμερισμό της εργασίας, ενώ στο ανεπτυγμένο εργοστάσιο αντίθετα, επικρατεί η αρχή της συνέχειας των ξεχωριστών προτσές.

Κεντρικός αυτόματος κινητήρας.
Η μεγάλη βιομηχανία ήταν υποχρεωμένη να παράγει μηχανές με μηχανές. Οι μηχανές πήραν στα χέρια τους την κατασκευή των εργαλειομηχανών.
Ο τόρνος δεν αντικαθιστά ένα οποιοδήποτε εργαλείο, αλλά το ίδιο το χέρι του ανθρώπου και παράγει με τέτοιο βαθμό ευκολίας, ακρίβειας και ταχύτητας, που καμιά συγκεντρωμένη πείρα και του πιο επιτήδειου εργάτη δεν μπορεί να πετύχει.

Στη μηχανή, το μέσο εργασίας αποχτά έναν υλικό τρόπο ύπαρξης που απαιτεί  την αντικατάσταση της δύναμης του ανθρώπου, με φυσικές δυνάμεις και την αποχτημένη με την πείρα δεξιότητα, με τη συνειδητή εφαρμογή των φυσικών επιστημών.
Στη μανιφακτούρα, η διάρθρωση του κοινωνικού προτσές εργασίας είναι καθαρά υποκειμενική, είναι συνδυασμός μερικών εργατών.
Στο σύστημα των μηχανών, η μεγάλη βιομηχανία έχει έναν απόλυτα αντικειμενικό παραγωγικό οργανισμό, που ο εργάτης τον βρίσκει σαν έτοιμο υλικό όρο της παραγωγής.
Οι μηχανές λειτουργούν μόνο στα χέρια άμεσα κοινωνικοποιημένης ή από κοινού εργασίας. Ο συνεργατικός χαρακτήρας του προτσές της εργασίας γίνεται τώρα τεχνική ανάγκη, που υπαγορεύεται απ τη φύση του ίδιου του μέσου εργασίας.

Η αξία που δίνει η μηχανή στο προϊόν.
Δεν στοιχίζουν τίποτα στο κεφάλαιο οι παραγωγικές δυνάμεις που απορρέουν απ τη συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας. Είναι φυσικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας.
Επίσης δεν στοιχίζουν τίποτε και οι φυσικές δυνάμεις που χρησιμοποιούνται για παραγωγικούς σκοπούς. Το ίδιο και με την επιστήμη.
(Όταν έχει πια ανακαλυφθεί, δεν στοιχίζει ούτε πεντάρα ο νόμος για την παρέκκληση της μαγνητικής βελόνας στο πεδίο δράσης ενός ηλεκτρικού ρεύματος).
Την "ξένη" επιστήμη την προσαρτούν στο κεφάλαιο, όπως την ξένη εργασία.

Η μηχανή δεν δημιουργεί αξία, δίνει όμως τη δική της αξία στο προϊόν που χρησιμεύει για την παραγωγή του (όπως κάθε άλλο συστατικό του σταθερού κεφαλαίου).
Για την εκμετάλλευση όμως αυτών των νόμων στον τηλέγραφο κλπ, χρειάζεται μια συσκευή πολυδάπανη και πολύπλοκη.
Η μηχανή δεν εκτοπίζει το εργαλείο. Το κεφάλαιο βάζει τον άνθρωπο να εργάζεται όχι με το χειροτεχνικό εργαλείο, αλλά με μια μηχανή που κινεί μόνη τα εργαλεία της.  
Η μηχανή αντί να φτωχαίνει το προϊόν, το ακριβαίνει ανάλογα με τη δική της αξία. Η μηχανή, το μέσο εργασίας που χαρακτηρίζει τη μεγάλη βιομηχανία, αυξάνει δυσανάλογα σε αξία, σε σχέση με τα μέσα εργασίας της χειροτεχνικής και μανιφακτουρικής παραγωγής.
Η μηχανή μπαίνει ολόκληρη στο προτσές εργασίας και μόνο ενμέρει στο προτσές αξιοποίησης.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη μηχανή σαν στοιχείο που δημιουργεί αξία και στη μηχανή σαν στοιχείο που δημιουργεί προϊόν.
Η διαφορά ανάμεσα στη χρήση και τη φθορά των εργαλείων παραγωγής είναι πολύ μεγαλύτερη στις μηχανές, παρά στα εργαλεία.
Μόνο στη μεγάλη βιομηχανία μαθαίνει ο άνθρωπος να βάζει να δουλεύει δωρεάν σε μεγάλη κλίμακα σαν φυσική δύναμη το προϊόν της παρωχημένης εργασίας του, που έχει πια αντικειμενοποιηθεί.

Στο μηχανοποίητο προϊόν, το συστατικό της αξίας του οφείλεται στο μέσο εργασίας, αυξάνει σχετικά, μειώνεται όμως απόλυτα. Δηλ μειώνεται το απόλυτο μέγεθός του, αυξάνει όμως το μέγεθός του σε σχέση με τη συνολική αξία του προϊόντος.
Αν μια μηχανή στοιχίζει όσο ο μισθός χ εργατών, αυτό δεν θα πει πως ισοδυναμεί με την εργασία που παράγουν οι χ εργάτες και την προσθέτουν στο αντικείμενο εργασίας, αλλά ισοδυναμεί μόνο με εκείνο το μέρος της δουλειάς που εκφράζεται σε μισθό.
Αντίθετα, η χρηματική αξία της μηχανής, εκφράζει όλη την εργασία που ξοδεύτηκε κατά την παραγωγή της, αδιάφορο σε ποια αναλογία η εργασία αυτή δημιουργεί μισθόπ για τον εργάτη και υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη.
Όταν λοιπόν η μηχανή στοιχίζει όσο και η εργατική δύναμη που αντικαθιστά, τότε η εργασία που αντικειμενοποιείται σ αυτήν, είναι πάντα πολύ μικρότερη απ τη ζωντανή εργασία που αντικαθιστά.
Η παραγωγικότητα της μηχανής μετριέται με το βαθμό που αντικαθιστά εργατική δύναμη του ανθρώπου.
Σαν μέσο για το φτήναιμα του προϊόντος, η χρήση της μηχανής έχει ένα όριο. Η εργασία που ξοδεύεται για την παραγωγή της πρέπει να είναι λιγότερη απ την εργασία που αντικαθιστά η χρησιμοποίησή της.
Για το κεφάλαιο, το όριο αυτό εκφράζεται πιο στενά.
Ο κεφαλαιοκράτης δεν πληρώνει την εργασία που χρησιμοποιεί, αλλά την αξία της χρησιμοποιούμενης εργατικής δύναμης. Το κέρδος του βγαίνει απ τη μείωση της πληρωνόμενης εργασίας και όχι της χρησιμοποιούμενης.

Αυτό το τεράστιο υποκατάστατο της εργασίας και των εργατών, μετατράπηκε αμέσως σε μέσο αύξησης του αριθμού των μισθωτών εργατών, με την ένταξη όλων των μελών της εργατικής οικογένειας, χωρίς διάκριση φύλου και ηλικίας, κάτω απ την άμεση εξουσία του κεφαλαίου.

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζονταν όχι μόνο απ τον εργάσιμο χρόνο που ήταν αναγκαίος για τη συντήρηση του ενήλικου εργάτη σαν ατόμου, αλλά και απ τον εργάσιμο χρόνο που ήταν αναγκαίος για τη συντήρηση της εργατικής οικογένειας.
Οι μηχανές, ρίχνοντας όλα τα μέλη της εργατικής οικογένειας στην αγορά εργασίας, κατανέμουν την αξία της εργατικής δύναμης του άνδρα σ όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Γι αυτό κατεβάζουν την αξία της εργατικής του δύναμης.

Οι μηχανές μαζί με το πλάταιμα του ανθρώπινου εκμεταλλεύσιμου υλικού, αυξάνουν ταυτόχρονα και το βαθμό εκμετάλλευσης.
Αυξάνουν τα έξοδα παραγωγής της εργατικής οικογένειας και ισοφαρίζουν την αύξηση του εισοδήματός της.
Οι μηχανές επαν/ουν το συμβόλαιο ανάμεσα στον εργάτη και τον κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης πουλάει τη γυναίκα  και το παιδί του. Γίνεται δουλέμπορος.
Αν η μηχανή είναι το πιο ισχυρό μέσο για το ανέβασμα της παραγωγικότητας της εργασίας δηλ για την ελάττωση του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, γίνεται σαν φορέας του κεφαλαίου, το ισχυρότερο μέσο για την παράταση της εργάσιμης μέρας πέρα από κάθε φυσικό όριο.
Η παραγωγικότητα των μηχανών είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το μέγεθος του συστατικού εκείνου μέρους της αξίας που μεταδίδουν στο προϊόν.
Η υλική φθορά της μηχανής είναι διπλή (απ τη χρήση της και απ τη μη χρήση της). Η ηθική φθορά.
Στην πρώτη περίοδο της ζωής της μηχανής, το ιδιαίτερο κίνητρο για την παράταση της εργάσιμης μέρας δρα με τη μεγαλύτερη δύναμη.
Με την παράταση της εργάσιμης μέρας, δεν μεγαλώνει μόνο η υπεραξία, αλλά μειώνονται και τα έξοδα, τα αναγκαία για την αντικατάστασή της.

Στη χρήση των μηχανών για την παραγωγή υπεραξίας, ενυπάρχει μια εσωτερική αντίφαση, επειδή απ τους 2 παράγοντες της υπεραξίας που παράγει ένα κεφάλαιο δοσμένου μεγέθους, οι μηχανές δεν μεγαλώνουν τον ένα παράγοντα, το ποσοστό της υπεραξίας, παρά μόνο μικραίνοντας τον άλλο παράγοντα, τον αριθμό των εργατών. Είναι αυτή η αντίφαση που σπρώχνει το κεφάλαιο στην πιο βίαιη παράταση της εργάσιμης μέρας. Η μηχανή ανατρέπει όλα τα ηθικά και φυσικά όρια της εργάσιμης μέρας.
Το πιο ισχυρό μέσο συντόμευσης του χρόνου εργασίας μετατρέπεται στο πιο αλάθευτο μέσο για τη μετατροπή όλου του χρόνου ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο εργασίας για την αξιοποίηση του κεφαλαίου.
Πάνω στη βάση της περιορισμένης εργάσιμης μέρας, αναπτύσσεται η εντατικοποίηση της εργασίας.
Στη μανιφακτούρα και στη χειροτεχνία, ο εργάτης εξυπηρετείται απ το εργαλείο, ενώ στο εργοστάσιο, ο εργάτης υπηρετεί τη μηχανή.
Εκεί η κίνηση του μέσου εργασίας ξεκινάει απ αυτό, εδώ είναι υποχρεωμένος ν ακολουθεί αυτός τις κινήσεις του μέσου εργασίας.
Στη μανιφακτούρα, οι εργάτες είναι μέλη ενός ζωντανού μηχανισμού. Στο εργοστάσιο υπάρχει ένας νεκρός μηχανισμός, ανεξάρτητα απ τους εργάτες, και οι εργάτες προσαρτούνται σ αυτόν, σαν ζωντανά εξαρτήματα.
Η μηχανή δεν απελευθερώνει τον εργάτη απ την εργασία, αλλά την εργασία απ το περιεχόμενό της.
Χρειάζεται χρόνος και πείρα, για να μάθει ο εργάτης να διακρίνει τις μηχανές, απ την κεφαλαιοκρατική τους χρησιμοποίηση, κι έτσι να στρέφει τις επιθέσεις του, όχι ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους.
Οι μηχανές πετούν εργάτες στο δρόμο, όχι μόνο στον κλάδο παραγωγής που εισάγονται, αλλά και στους κλάδους παραγωγής στους οποίους δεν εισάγονται.
Οι μηχανές εξεταζόμενες αυτές καθαυτές, περιορίζουν το χρόνο εργασίας, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, παρατείνουν την εργάσιμη μέρα. Επειδή αυτές καθαυτές ευκολύνουν την εργασία, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, αυξάνουν την εντατικότητά της. Επειδή αυτές καθαυτές αποτελούν νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της φύσης, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, υποδουλώνουν τον άνθρωπο στις δυνάμεις της φύσης. Επειδή αυτές καθαυτές αυξάνουν τον πλούτο του παραγωγού, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά, εξαθλιώνουν τον παραγωγό κλπ.

Με την επέκταση της μηχανικής παραγωγής σ έναν κλάδο της βιομηχανίας αυξάνει η παραγωγή στους άλλους κλάδους που του προσφέρουν τα μέσα παραγωγής του.

Ένγκελς (Σύνοψη του κεφαλαίου):
Η παραγωγικότητα της μηχανής μετριέται με τον βαθμό στον οποίο αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία.
Όταν η μηχανή στοιχίζει όσο και η εργασιακή δύναμη την οποία αντικαθιστά, τότε η ανθρώπινη εργασία που εμπεριέχεται σ αυτή, είναι πάντοτε πολύ λιγότερη απ εκείνη την οποία αντικαθιστά.
Η μηχανή σαν μέσο για τη μείωση του κόστους της παραγωγής, πρέπει να κοστίζει λιγότερο απ την εργασία που αντικαθιστά.
Για το κεφάλαιο όμως η αξία της πρέπει να είναι μικρότερη απ την εργασιακή δύναμη που αντικαθιστά.
Εφόσον οι μηχανές εμπεριέχουν την κινητήρια δύναμή τους, η αξία της μυϊκής δύναμης πέφτει.
Καθώς γενικεύεται η χρήση των μηχανών, η μονοπώληση των κερδών εξαφανίζεται, η υπεραξία δεν πηγάζει απ την εργασία που έχουν αντικαταστήσει που μηχανές, αλλά απ την εργασία που αυτές απασχολούν, δηλ απ το μεταβλητό κεφάλαιο.


Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Για τη διάλεξη του καθηγητή αστροφυσικής κ. Μ. Δανέζη στη Λάρισα.


Για τη διάλεξη του καθηγητή αστροφυσικής κ. Μ. Δανέζη στη Λάρισα.

Στις 16 /5/2015 παρακολούθησα τη διάλεξη του καθηγητή αστροφυσικής κ Μ. Δανέζη, μαζί με πολλούς συμπολίτες μου. Ήταν μια άκρως ενδιαφέρουσα ξενάγηση, από τον πολυμαθέστατο και πολυγραφότατο καθηγητή, στις τελευταίες προόδους στην επιστήμη του και ευρύτερα.
Κάποια σημεία όμως, μου δημιούργησαν αρνητική εντύπωση και οφείλω να τα επισημάνω, κυρίως γιατί οι διαλέξεις του κ Δανέζη επηρεάζουν μεγάλες μάζες ανθρώπων.
Αρνητική εντύπωση μου έκανε η αναφορά του κ Δανέζη στο διαλεκτικό υλισμό, σαν μια θεωρία που έχει μείνει δεκαετίες πίσω ως προς τις επιστημονικές ανακαλύψεις, αναφέροντας τη ρήση του θεμελιωτή αυτής της θεωρίας Ένγκελς ότι «ο διαλεκτικός υλισμός με κάθε ανακάλυψη που αφήνει εποχή, ακόμη και στις φυσικές επιστήμες, είναι υποχρεωμένος ν αλλάζει μορφή», πράγμα που είναι αλήθεια, αλλά η απλή αναφορά του όμως,  αποπροσανατολίζει ως προς την ουσία του ζητήματος. Συγκεκριμένα:
Περιέγραψε ο κ Δανέζης τη σημερινή αντίληψη το κόσμου και της ύλης που μας προσφέρει η φυσική επιστήμη, σαν «μια θάλασσα κοχλάζουσας συνεχούς ενέργειας, την οποία δεν μπορούμε να κομματιάσουμε ή να διαιρέσουμε. Ζει και υπάρχει μόνο σαν ολότητα».
Συγκρίνετε αυτή την περιγραφή, με κείνη που έκανε ο Ένγκελς ήδη απ το 1886, στο έργο του «Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ»: «Η μεγάλη βασική ιδέα, πως δεν πρέπει ν αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν ένα σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, μα σαν ένα σύμπλεγμα από διαδικασίες, όπου τα φαινομενικά σταθερά πράγματα, όχι λιγότερο απ τις ιδεατές απεικονίσεις τους στο κεφάλι μας, τις έννοιες, περνούν μια αδιάκοπη αλλαγή γέννησης και εξαφάνισης, όπου παρ όλη τη φαινομενική συμπτωματικότητα και παρ όλες τις στιγμιαίες πισωδρομήσεις, επιβάλλεται στο χάος μια προσεκτική εξέλιξη, αυτή η μεγάλη βασική σκέψη, έχει ιδιαίτερα από τον καιρό του Χέγκελ, τόσο πολύ περάσει στην κοινή συνείδηση, που μόλις είναι δυνατό να την αμφισβητήσει κανείς στη γενικότητά της αυτή». Και (σαν υποψιασμένος) προσθέτει αμέσως: «Μα είναι διαφορετικό πράγμα να την παραδέχεσαι στα λόγια, απ το να την εφαρμόζεις στην πραγματικότητα, στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση και σε κάθε περιοχή έρευνας».
Επίσης ο κ Δανέζης εκτίμησε πως “με τα σημερινά δεδομένα, η ύλη αποτελεί ένα δημιούργημα του μυαλού μας” (αφού αυτό όπως περιέγραψε, αντιλαμβάνεται μόνο τις 3 διαστάσεις και όχι την 4η).
Ήδη όμως ο Μαρξ, πολύ πριν από το 1886, στις θέσεις του για τον Φόϋερμπαχ, έγραφε: «Η κυριότερη ατέλεια του υλισμού ως τώρα, είναι πως το αντικείμενο, η πραγματικότητα, ο αισθητός κόσμος, γίνεται αντιληπτός μόνο με τη μορφή του αντικειμένου ή της άμεσης παράστασης, όχι όμως σαν ανθρώπινη υλική δραστηριότητα ή σαν πράξη, όχι υποκειμενικά…».
Ο κ Δανέζης μάλιστα αναφέρθηκε στο Μάτριξ, σαν παράδειγμα για το πόσο μπορεί να διαφέρει η αντικειμενική πραγματικότητα, απ αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Αυτό νομίζω ότι δημιουργεί μια απαισιόδοξη και αρνητική στάση του κόσμου, ως προς τη δυνατότητα ΓΝΩΣΗΣ της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο Ένγκελς στο έργο του «Διαλεκτική της Φύσης» δίνει ένα πιο αισιόδοξο παράδειγμα: «Τα μυρμήγκια έχουν διαφορετικά μάτια απ τα δικά μας και μπορούν να βλέπουν φωτεινές χημικές ακτίνες. Αλλά όσον αφορά τη γνώση αυτών των ακτίνων που εμείς δεν μπορούμε να διακρίνουμε, είμαστε κατά πολύ πιο προχωρημένοι απ τα μυρμήγκια. Και μόνο το γεγονός πως είμαστε ικανοί ν αποδείχνουμε πως τα μυρμήγκια μπορούν να βλέπουν πράγματα αόρατα για μας και πως αυτή η απόδειξη βασίζεται αποκλειστικά σε παρατηρήσεις που έγιναν με τα δικά μας μάτια, αποδείχνει πως η ιδιαίτερη κατασκευή του ανθρώπινου ματιού δεν αποτελεί απόλυτο εμπόδιο για την ανθρώπινη γνώση. Εκτός απ το μάτι μας, έχουμε όχι μόνο τις άλλες αισθήσεις, αλλά και την ενέργεια της σκέψης μας».
Το ουσιαστικό δηλαδή στον άνθρωπο είναι η γνώση, κι αυτή δεν περιορίζεται στις αισθήσεις, αλλά είναι μια περίπλοκη διαλεκτική διαδικασία, που στην αρχή της βρίσκεται η πρακτική (στην παραγωγή, στην επιστήμη, στην κοινωνία), που συνοδεύει η αντίληψη της πραγματικότητας με τις αισθήσεις και τις διαδέχεται η γενίκευση και η σκέψη και στο τέλος έρχεται η πρακτική επαλήθευση και η αναδημιουργία των διαδικασιών που έγιναν γνωστές στον άνθρωπο (Λένιν: «Απ τη ζωντανή θεώρηση των πραγμάτων φτάνουμε στην αφηρημένη έννοια κι απ αυτή στην πραχτική, αυτός είναι ο διαλεκτικός δρόμος της γνώσης και της αλήθειας της γνώσης της αντικειμενικής πραγματικότητας»).
Το αν οι γνώσεις μας αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, δεν είναι ζήτημα του μέλλοντος, αλλά ζήτημα που έχει απαντήσει Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ εκατομμύρια φορές μέχρι σήμερα στην πορεία της ανθρωπότητας, προχωρώντας και πλησιάζοντας με τις σχετικές αλήθειες (και απορρίπτοντας τις πλάνες) όλο και πιο πολύ την απόλυτη αλήθεια, χωρίς ποτέ να φτάνουμε σ αυτή.  
Αλλά τι είναι ύλη; Ο κ Δανέζης σωστά επεσήμανε ότι η έννοια της ύλης είναι φιλοσοφική κατηγορία, δηλαδή μια γενίκευση των δεδομένων  εμπειριών της ύλης και των επιστημονικών πορισμάτων.
Απ ότι γνωρίζω τα υποατομικά «σωματίδια» που ανακαλύπτονται στον πυρήνα του ατόμου αυξάνουν ανάλογα με την ισχύ που βομβαρδίζουμε τον πυρήνα και μέχρι σήμερα έχουν εντοπισθεί κάποιες χιλιάδες. Επίσης «ο κενός χώρος» στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κι ότι εκεί συνεχώς γεννιούνται και εξαφανίζονται άπειρα «σωματίδια» και μορφές ενέργειας.
Πως λοιπόν μπορείς να χαρακτηρίσεις «καθυστερημένη» μια θεωρία, όταν ένας από τους θεμελιωτές της, ο Λένιν, ήδη από το 1908, έδοσε τον ορισμό της ύλης σαν: «φιλοσοφική κατηγορία, που χρησιμεύει για να υποδηλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα που έχει δοθεί στον άνθρωπο απ τα αισθήματά του και που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, απεικονίζεται απ τα αισθήματά μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα από αυτά», διαχωρίζοντας έτσι την έννοια της ύλης απ τη μάζα (την ουσία) και τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις της και θεωρώντας τη σαν ένα όλο.
Ποιος μέχρι σήμερα έχει δώσει ακριβέστερο και πιο γενικό ορισμό, τέτοιον που να καλύπτει και τις σημερινές επιστημονικές γνώσεις;
Ο Ένγκελς μίλησε για «τα κολοσσιαία συμπεράσματα των Ελλήνων, τα οποία κατά πολύ προηγούνται της έρευνας («Διαλεκτική της Φύσης»). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον διαλεκτικό υλισμό. Εγώ θα πρότεινα στον κ καθηγητή, αντί να μέμφεται και ν απορρίπτει με τόση ευκολία, τη μόνη επιστημονική μέχρι σήμερα –καλώς ή κακώς- φιλοσοφική θεωρία, να τη μελετήσει και να τη χρησιμοποιήσει για τη γενίκευση και την φιλοσοφική ερμηνεία των πορισμάτων της επιστήμης του. Γιατί στη φιλοσοφία (που είναι η ιστορική εξέλιξη της επιστήμης της σκέψης) και ειδικά στη διαλεκτική (που έχει, όπως λέει ο Ένγκελς, ξεπεράσει τη φιλοσοφία ως προς τη μορφή, αλλά έχει διατηρήσει το πραγματικό της περιεχόμενο και είναι η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και της εξέλιξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της νόησης), δεν μπορεί να χρησιμεύσει κανένα μικροσκόπιο ή άλλο επιστημονικό όργανο, ούτε μπορεί να έχει αξία κάποια μαθηματική απόδειξη, παρά μόνο η δύναμη της αφαίρεσης και ο χειρισμός του συστήματος των εννοιών που έχει αναπτύξει η ανθρωπότητα, μέχρι σήμερα. Και άλλο μέσο για την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα, εκτός απ τη μελέτη της ίδιας της φιλοσοφίας.


Γιώργος Παπανικολάου
20 Μάη 2015



Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΛΟΥΞΕΝΜΠΟΥΡΓΚ: ΒΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ


Η άποψη του Ένγκελς για τη βία και τη νομιμότητα:
(απ την εισαγωγή στο «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία») 





Η άποψη του Λένιν για τη βία και τη νομιμότητα:
(τομ 20 (Πέμπτη έκδοση), σελ. 16-17) 




ΛΕΝΙΝ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΠΡΩΤΟΙ, ο Λένιν για την παραβίαση της νομιμότητας απ την αστική τάξη, τ. 26, σελ 100

http://www.scribd.com/doc/193718633/%CE%9B%CE%95%CE%9D%CE%99%CE%9D-%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%92%CE%9F%CE%9B%CE%97%CE%A3%CE%A4%CE%95-%CE%A0%CE%A1%CE%A9%CE%A4%CE%9F%CE%99

ΛΟΥΞΕΝΜΠΟΥΡΓΚ: ΒΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ