Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΝΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΝΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

Τα "ίσα πολιτικά δικαιώματα" στη χώρα του MEGA, του SKY και των Βαρδινογιανναίων...

 

 

Giorgos Roussis

15 Αυγούστου στις 12:13 μ.μ. ·

Σχεδιο Εισαγωγής του νέου ανατρεπτικού μου πονήματος με τίτλο "Αστική Δημοκρατία , Εγχειρίδιο Χρήσης" ,που ελπίζω να κυκλοφορήσει τέλη του χρόνου .

Κατά σύμπτωση, η περάτωση της πρώτης γραφής τούτου του πονήματος συνέπεσε με την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας το 1974 .

Και για να είμαι ειλικρινής ένοιωσα κάποια δικαίωση για την απόφαση μου να ασχοληθώ με το θέμα της Αστικής Δημοκρατίας, η οποία ήταν στην πραγματικότητα εκείνη, και όχι η Δημοκρατία γενικώς και αορίστως, κάτι που κατά τη γνώμη μου, είναι όχι μόνο ανύπαρκτη , αλλά και συνιστά αντίφαση εν τοις όροις, που αποκαταστάθηκε .

Στόχος λοιπόν τούτου του πονήματος είναι, με τη μορφή ενός σύντομου εγχειριδίου από μαρξική σκοπιά- εξ ου και οι πυκνές παραπομπές στα έργα των κλασικών- :

1. Να ανατρέψει την κυρίαρχη αντίληψη με βάση την οποία η αστική δημοκρατία ............



Γιώργος Παπανικολάου

Σύντροφε, λες για παροχή ίσων πολιτικών δικαιωμάτων σε άνισους κοινωνικά ανθρώπους, που χαρακτηρίζει την αστική δημοκρατία.

Αν μιλήσεις όμως ειλικρινά για τη σύγχρονη αστική δημοκρατία, εκείνο που τη χαρακτηρίζει, είναι η παροχή τελείως άνισων πολιτικών δικαιωμάτων σε άνισους κοινωνικά ανθρώπους. Γιατί τι άλλο είναι η κυριαρχία των ιδιωτικών καναλιών και εφημερίδων, ιδιοκτησίας μερικών μεγαλοκαπιταλιστών, που καθορίζουν την πολιτική σήμερα;

Μήπως αυτό εξασφαλίζει την ισηγορία των κοινωνικά άνισων ανθρώπων στην πολιτική σκηνή (και στις εκλογές);

Μήπως τους δίνει τη δυνατότητα να προωθήσουν τους δικούς τους εκπροσώπους;

Μήπως έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν κάποια σημαντικά θέματα της δικής τους ατζέντας στο γυαλί, όπου αλωνίζουν και λύνουν και δένουν οι μεγαλοδημοσιογράφοι (επίλεκτοι των μεγαλοκαναλαρχών); Μήπως;... Μήπως;....

Γιατί η «αριστερά» δεν προτείνει ουσιαστικές λύσεις σ αυτό το θέμα (ΤΟ ΘΕΜΑ); Σ αυτό πρέπει ν αναφερθείς και να δώσεις απαντήσεις...




Giorgos Roussis

Δεν είναι θέμα ανειλικρίνειας εκ μέρους μου όπως με κατηγορείς .

Προφανώς κάτ εσε κάνω λάθος κι εγώ και ο Μαρξ στον οποίο παραπέμπω, και ο οποίος πρώτος έκανε λόγο για το οτι στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας παρέχονται μέσω των εκλογών ίσα δικαιώματα στην αφηρημένη κατηγορία του πολιτη, σε μια κοινωνία άνισων στην πραγματικότητα ανθρώπων, κάτι άλλωστε που προκύπτει και από την ύπαρξη ιδιοκτητών και μη ΜΜΕ .



Γιώργος Παπανικολάου

Σύντροφε, το ειλικρινά δεν είχε προσωπικό τόνο, αλλά ήταν ουσιαστικά μια προτροπή να σκεφτείς ουσιαστικά πάνω στο θέμα των ΜΜΕ. Δεν είχα καμιά πρόθεση να σε κατηγορήσω (εκτός ίσως απ την «αριστερά» που παρουσιάζεται σαν αριστερά). Αυτό είναι το πρόβλημα στο να γίνει ουσιαστικός διάλογος σήμερα. Θα μπορούσαμε, αντί να θεωρούμε ότι μας κατηγορούν ή υπονομεύουν τις απόψεις μας, να σκεφτούμε ουσιαστικά πάνω στην αντίθετη ή διαφορετική άποψη και ν απαντήσουμε πιο ουσιαστικά. Η απάντησή σου δεν με έπεισε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.



Giorgos Roussis

Γειά και χαρά .

Θεωρείς ότι το ανήκω στην "αριστερά" που παρουσιάζεται σαν αριστερά δεν αποτελεί κατηγορία ;

Όσο για την άποψη σου επί του θέματος απλώς παρατήρησα ότι αυτή είναι αντίθετη με τους κλασικούς του μαρξισμού και το σύνολο της μαρξιστικής σκέψης .

Δικαίωμα σου να διαφωνείς αλλά δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο αυτή μου η παρατήρηση σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα .



Γιώργος Παπανικολάου

Σύντροφε, όταν λες ότι μια άποψη «είναι αντίθετη με τους κλασικούς του μαρξισμού», θα πρέπει ν αναφέρεις σε τι συγκεκριμένα είναι αντίθετη. Εκτός αν θεωρείς τον εαυτό σου αποκλειστικό συνομιλητή των κλασικών και τους άλλους «μη δυνάμενους να έχουν άποψη». Απο δω ξεκινάει το πρόβλημα...



Giorgos Roussis

Είναι λοιπόν αντίθετη στη σαφέστατη και μη επιδεχομενη καμία διαφορετική ερμηνεία , θέση των κλασικών όπως αυτή προκύπτει ήδη από το Εβραϊκό Ζήτημα, οσον αφορά την παροχή ίσων πολιτικών δικαιωμάτων μέσω της αφηρημένης κατηγορίας του πολίτη σε συγκεκριμένους άνισους κοινωνικά ανθρώπους .

Κάτι που όπως έλεγε ο Αnatole France είναι σαν να λες ότι παραχωρείς ίσα δικαιώματα στον επαίτη και τον τραπεζίτη.

Βλέπε και ανάρτηση μου

.http://vathikokkino.gr/archives/126310.

Δικαίωμα σου λοιπόν να διαφωνείς με τους κλασικούς του μαρξισμού τους οποίους προφανώς έχεις μελετήσει σε βάθος , δεν είναι όμως δικαίωμα σου να μην το αποδέχεσαι .

VATHIKOKKINO.GR

Βαθύ Κόκκινο | Η ανισότητα του ίσου αστικού δίκαιου

Βαθύ Κόκκινο | Η ανισότητα του ίσου αστικού δίκαιου



Γιώργος Παπανικολάου

Σε μια χώρα όπου τα ΜΜΕ (των μεγαλοκαπιταλιστών) έχουν εκπορνευτεί στον ακραίο βαθμό, εκείνο που έχεις να πεις είναι ότι «η θέση των κλασικών είναι ότι παρέχονται ίσα πολιτικά δικαιώματα μέσω της αφηρημένης κατηγορίας του πολίτη σε συγκεκριμένους άνισους κοινωνικά ανθρώπους». Αυτό το θεωρείς «μαρξισμό» και όχι ...τρίλιζα, όπου με τις «αρχές» του «μαρξισμού» συμπληρώνεις προβλεπόμενα κουτάκια. Και ξεχνάς τα λεγόμενα του Λένιν ότι «...κι όλοι οι άλλοι νόμοι του καπιταλισμού που ανακαλύφθηκαν απ τον Μάρξ, απεικονίζουν απλά το ιδανικό του καπιταλισμού, δεν απεικονίζουν όμως καθόλου την πραγματικότητά του». Και ο Μάρξ μας προειδοποίησε ότι: «Άλλο πράγμα είναι να παρουσιάσει κανείς την πραγματική διαδικασία, όπου και τα δύο – αυτό που ονομάζει περιστασιακή κίνηση, που όμως είναι το μόνιμο και πραγματικό και ο νόμος του, η μέση σχέση – και τα δύο εμφανίζονται σαν εξίσου ουσιαστικά».

Ποια ισηγορία – που είναι μια πολιτική κατηγορία και όχι κοινωνική ιδιότητα – υπάρχει μεταξύ ενός Βαρδινογιάννη και εκατομμυρίων μισθωτών σκλάβων στις εκλογές; Δεν έχεις κανένα επιχείρημα και καμία πρόταση να προσφέρεις στους εργαζόμενους για να τους βοηθήσεις, εκτός απ το να επαναλαμβάνεις ότι «η θέση των κλασικών είναι ότι παρέχονται ίσα πολιτικά δικαιώματα μέσω της αφηρημένης κατηγορίας του πολίτη σε συγκεκριμένους άνισους κοινωνικά ανθρώπους»;

Λένιν («Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού»):

Ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος χωρίς δημοκρατία, με 2 έννοιες.

1. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλ επανάσταση αν δεν προετοιμάζεται γι αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία.

2. Ο νικηφόρος σοσιαλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νίκη του και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην απονέκρωση του κράτους, χωρίς να πραγματοποιήσει στο ακέραιο τη δημοκρατία.

...Όλη η «δημοκρατία» συνίσταται στη διακήρυξη και στην παραχώρηση «δικαιωμάτων», που στον καπιταλισμό είναι πολύ λίγο και πολύ συμβατικά πραγματοποιήσιμα, όμως χωρίς μια τέτοια διακήρυξη, χωρίς αγώνα για δικαιώματα αμέσως, αυτή τη στιγμή, χωρίς διαπαιδαγώγηση των μαζών στο πνεύμα αυτού του αγώνα, ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος».

 

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΑ ΜΜΕ, ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ


Δημοκρατία στα ΜΜΕ


Σε άρθρο στην "Ελευθερία" της 1/8/18, ο συγγραφέας του αναδεικνύει τον κίνδυνο για τη δημοκρατία και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος που αντιπροσωπεύει ο έλεγχος των ΜΜΕ από επιχειρηματίες που είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτες ΠΑΕ (ομάδων ποδοσφαίρου).
Όπως σωστά επισημαίνει, διαμορφώνεται έτσι ένα ισχυρό πλέγμα εξουσίας, που ασκεί πολιτική, άμεσα ή έμμεσα. Σε τέτοιες καταστάσεις, διαπιστώνει (πολύ σωστά), η είδηση θα διαστρεβλωθεί, η δημοσιογραφία θα είναι ελεγχόμενη. Οι πρόεδροι στην Ελλάδα (γραφεί σωστά ο αρθρογράφος), γνωρίζουν πως να προκαλούν φανατισμό μέσω των ΜΜΕ που ελέγχουν.
Πολύ σωστές όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις. Όμως αναρωτιέμαι, δεν μπόρεσε ο αρθρογράφος να σκεφτεί ότι οι παραπάνω επισημαινόμενοι κίνδυνοι, προκύπτουν και από την κατοχή ΜΜΕ από επιχειρηματίες γενικά (από "απλούς" επιχειρηματίες); Τι συμβαίνει με τα ιδιωτικά κανάλια στη χώρα μας; Γιατί κατά καιρούς ξεσηκώνεται το σύμπαν με τη στάση που τηρούν σε σημαντικά πολιτικά ζητήματα; Πώς ο αρθρογράφος συμφώνησε με το κόμμα του και την κυβέρνηση που υποστηρίζει, για το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τα ΜΜΕ που εισήγαγε πρόσφατα (που έδωσε την άδεια να κατέχουν ΜΜΕ επιχειρηματίες, και μάλιστα ακόμη και ελεγχόμενοι απ τη δικαιοσύνη);
Αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που θα 'πρεπε να αναδείξουν και να συζητήσουν σοβαρά οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις στη χώρα μας; Κάθε τόσο, με την ευκαιρία ανακοινώσεών τους, ομνύουν πίστη στη δημοκρατία (αν και όλοι σχεδόν λειτουργούν υπό καθεστώς πεφωτισμένης δεσποτείας (δεσποτείας όχι μόνο ενός προσώπου, αλλά και μιας μικρής ή σχετικά μεγάλης ομάδας προσώπων), και την παρουσιάζουν σαν τη μόνη πρακτική λύση, για το κόμμα τους, ή για τη διοίκηση δήμων, οργανισμών κλπ.  Και μάλιστα ονομάζουν αυτό το καθεστώς (την πεφωτισμένη δεσποτεία) "δημοκρατία", προκαλώντας σύγχυση και απογοήτευση στους πολίτες.
Ακόμη και η απαγόρευση κατοχής και ιδιοκτησίας ΜΜΕ από επιχειρηματίες και ο υποχρεωτικός έλεγχος, τουλάχιστον του ειδησεογραφικού τμήματος ενός ΜΜΕ, από συλλογικούς φορείς, ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ (και όχι μόνο).
Είναι δυνατή η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου;
Ναι!, μας λέει ένας φίλος απ τα παλιά, με ατράνταχτη και απόλυτα λογική ανάλυση του ζητήματος.
"Ορισμένα οικονομικά δεινά είναι μέσα στη φύση του καπιταλισμού γενικά, όποια κι αν είναι τα πολιτικά εποικοδομήματά του. Δηλ. είναι αδύνατον από οικονομική άποψη να εξαλειφθούν αυτά τα δεινά, χωρίς να εξαλειφθεί ο καπιταλισμός.
Απεναντίας, τα πολιτικά δεινά συνίστανται σε εκτροπές απ τον δημοκρατισμό, που οικονομικά είναι πέρα για πέρα εφικτός "στα πλαίσια του σημερινού καθεστώτος", δηλ στον καπιταλισμό. Και σαν εξαίρεση πραγματοποιείται στον καπιταλισμό (ο δημοκρατισμός), σ ένα κράτος ένα μέρος του, σε άλλο-άλλο" (Λένιν, "Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού").
Ένας τέτοιος στόχος, με την κατάλληλη ανάλυση και επιχειρηματολογία, μπορεί να συσπειρώσει πολίτες απ όλο το πολιτικό φάσμα. Υπάρχει όμως ηγεσία, που να πιστεύει πραγματικά στη σημασία και τις δυνατότητες της δημοκρατίας, "στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία";

1 Αυγούστου 2018
Γιώργος Παπανικολάου


ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΑ ΜΜΕ, ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ,  "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" ΛΑΡΙΣΑΣ




11 Φεβ. 2016Τελευταία ανανέωση 10:02 | 12 Φεβ. 2016

Το τελευταίο διάστημα εξελίσσεται ένας «πόλεμος» μεταξύ τηλεοπτικών καναλιών και της κυβέρνησης με πρωταγωνιστή τον υπουργό Επικρατείας Νίκο Παππά, ο οποίο άλλοτε με έμμεσο και άλλοτε με άμεσο τρόπο υποστηρίζει τη θέση ότι τα μεγάλα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια αποτελούν εστίες διαφθοράς, ζημιογόνες για την ελληνική κοινωνία και την οικονομία, συμπληρώνοντας πως λειτουργούν χωρίς άδειες αλλά και ότι ο αριθμός τους είναι δυσανάλογος του πληθυσμού της Ελλάδας με αποτέλεσμα η διαφημιστική πίτα να μην είναι αρκετή για όλα και έτσι να καταγράφουν ζημίες οι οποίες τελικά και επιβαρύνουν τις ελληνικές τράπεζες και το ελληνικό δημόσιο.
Για το λόγο αυτό ο κ. Παππάς υποστηρίζει πως πρέπει να τεθούν κανόνες στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο για να διασφαλιστεί επιτέλους η διαφάνεια και η δεοντολογία αλλά και ότι πρέπει να περιοριστούν οι άδειες σε τέσσερις.
Από την άλλη πλευρά τα κανάλια, έχοντας τη στήριξη της αντιπολίτευσης, έχουν εξαπολύσει κατά μέτωπο επίθεση εναντίον της κυβέρνησης, κατηγορώντας την για οπορτουνισμό, λασπολογία και φασιστική συμπεριφορά.
Αν και η αλήθεια ποτέ δεν είναι απόλυτη και το πιθανότερο είναι ότι οι πολίτες, ποτέ δε θα μάθουν αν και σε ποιο βαθμό ευσταθούν οι κατηγορίες που εξαπολύονται εκατέρωθεν ή όχι, για τις ΗΠΑ η ζυγαριά μοιάζει να γέρνει προς την πλευρά της κυβέρνησης και του υπουργού Επικρατείας, καθώς σύμφωνα με την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και τον πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Charles Ries, το πραγματικό επίκεντρο της αδιαφάνειας και της διαπλοκής εντοπίζεται στην ιδιωτική βιομηχανία των ελληνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) η οποία χαρακτηρίζεται ως υπερμεγέθης και ζημιογόνα, ενώ σημειώνεται πως τα τηλεοπτικά κανάλια λειτουργούν χωρίς άδειες.
Αυτό τουλάχιστον αναφέρεται ρητά σε δύο εμπιστευτικά έγγραφα που συντάχθηκαν από την αμερικανική πρεσβεία και κοινοποιήθηκαν στο υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ μεταξύ του Απριλίου και του Ιουλίου του 2006 και τα οποία δημοσίευσε το WikiLeaks. Το πρώτο έγγραφο, περιλαμβάνει μόνο μία περιορισμένη αναφορά με συνοπτικά σχόλια για τα ελληνικά ιδιωτικά ΜΜΕ και την ΕΡΤ, ενώ το δεύτερο αποτελεί μία εκτενή ανάλυση για τα ιδιωτικά ΜΜΕ της Ελλάδας, το σκοτεινό ιδιοκτησιακό καθεστώς τους και τον ρόλο που παίζουν στη συντήρηση ενός δικτύου πολιτικής και οικονομικής διαπλοκής.
Και τα δύο έγγραφα υπογράφονται από τον Charles P. Ries, Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα από το 2004 μέχρι το 2007. Ο Charles Ries δεν είναι ένας υπηρεσιακός διπλωμάτης της σειράς αλλά ένα ισχυρό πολιτικό πρόσωπο των ΗΠΑ το οποίο επιλέχτηκε ως επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε θέματα οικονομίας, ενέργειας και δημοσίων σχέσεων σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές για την ΕΕ, λίγο μετά την ίδρυση της ευρωζώνης.
Ήταν κύριος Αναπληρωτής Βοηθός Υπουργός Εξωτερικών για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις (2000-04), υπεύθυνος για την επίβλεψη των σχέσεων ΗΠΑ – Ευρωπαϊκής Ένωσης και επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας με την ΕΕ στους τομείς της οικονομίας και της ενέργειας. Επιπλέον, διετέλεσε υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων και Συντονισμού για την Οικονομική Μετάβαση του Ιράκ αναλαμβάνοντας επικεφαλής μίας από τις πιο σημαντικές διεθνείς διπλωματικές αποστολές των ΗΠΑ.
Η πολιτική δύναμη του Charles Ries ενισχύεται από το γεγονός ότι η σύζυγος του, Marcie Berman Ries, είναι, επίσης, σημαίνον πρόσωπο της αμερικανικής διπλωματίας. Νυν πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Βουλγαρία, με ειδικότητα σε θέματα εθνικής ασφάλειας και ελέγχου όπλων η Ries διετέλεσε διευθύντρια του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Πολιτικές Υποθέσεις, επικεφαλής της αποστολής στην Πρίστινα, στο Κοσσυφοπέδιο, πρέσβειρα στην Αλβανία, υπεύθυνη Πολιτικο-Στρατιωτικών Υποθέσεων στο Ιράκ.και επικεφαλής του τμήματος Ευρωπαϊκών και Ευρασιατικών Υποθέσεων στο υπουργείο Εξωτερκών των ΗΠΑ και στο τμήμα Πυρηνικής και Στρατηγικής Πολιτικής.
Τον Απρίλιο του 2006, ενόψει της επίσκεψης της Υπουργού εξωτερικών (ΥΠΕΞ) των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις στην Ελλάδα, η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα συνέταξε μία εμπιστευτική αναφορά προς την Ουάσιγκτον με τους κυριότερους τίτλους προς συζήτηση και οδηγίες για μία σειρά θεμάτων. Στην αναφορά συμπεριλαμβάνονταν μία ενότητα με τον τίτλο ‘Τύπος (ΜΜΕ) κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σας’ όπου γινόταν μία σύντομη, γενική περιγραφή των ελληνικών ΜΜΕ. Στην περιγραφή του, ο Αμερικανός πρέσβης  προχωρά σε μία σαφή διάκριση μεταξύ των ιδιωτικών τηλεοπτικών μέσων και της δημόσιας τηλεόρασης, προτείνοντας στην Κοντολίζα Ράις να επιλέξει την ΕΡΤ, με το επιχείρημα πως προσπαθούσε να διατηρήσει μία ισορροπία στον τρόπο παρουσίασης των ειδήσεων.
‘Προτείνουμε μία συνέντευξη με την ΕΡΤ” γράφει ο πρέσβης, υπογραμμίζοντας ότι, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά ΜΜΕ, η ΕΡΤ  ‘κάνει μία αξιοπρεπή προσπάθεια να παρουσιάσει ισορροπημένες ειδήσεις’. ‘Σε μία πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη με τον αξιόλογο διπλωματικό ανταποκριτή της ΕΡΤ, περιμένουμε σοβαρές, εγκρατείς ερωτήσεις για τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα, τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, το όνομα των Σκοπίων, το Κόσοβο, το Ιράν, το Ιράκ και το πρόγραμμα απαλλαγής από τη βίζα … Περιμένουμε τμήμα της συνέντευξης να τρέξει κατά τη διάρκεια του βραδινού δελτίου ειδήσεων, με άλλους σταθμούς να χρησιμοποιούν τμήματα στις δικές τους αναμεταδόσεις. Η συνέντευξη, στο σύνολο της, θα μεταδοθεί την επόμενη ημέρα από την ΕΡΤ’ αναφέρει ο Αμερικανός πρέσβης.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2006, στον απόηχο της ολοκλήρωσης της επίσκεψης της Κοντολίζα Ράις στην Ελλάδα, η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα κοινοποίησε στο ΥΠΕΞ στην Ουάσιγκτον ένα χαρακτηρισμένο ως ‘ευαίσθητο’ έγγραφο, όπου γινόταν μία εκτενής, εμπιστευτική ανάλυση του τομέα των ελληνικών, ιδιωτικών, ΜΜΕ. Στην περίληψη της ανάλυσης αναφέρεται ότι κάτω από τα φαινομενικά φυσιολογικά λειτουργούντα ΜΜΕ της Ελλάδας, κρύβεται ένα σύμπλεγμα συμφερόντων όπου εμπλέκονται Έλληνες μεγιστάνες με σαφή στόχο τη χρήση του Τύπου για την εξυπηρέτηση πολιτικών και οικονομικών τους συμφερόντων.
‘Με μία πρώτη ματιά τα ελληνικά ΜΜΕ μπορεί να μοιάζουν με αυτά στις ΗΠΑ, με ένα μείγμα εφημερίδων ευρείας κυκλοφορίας, τηλεοπτικών  και ραδιοφωνικών σταθμών, εθνικών και τοπικών και με Συνταγματικές εγγυήσεις για την ελευθερία του Τύπου’ αναφέρει το έγγραφο. ‘Ένας πιο προσεκτικός έλεγχος αποκαλύπτει μία ελληνική βιομηχανία ΜΜΕ ελεγχόμενη από μεγιστάνες των επιχειρήσεων, οι οποίοι μπορούν να χρηματοδοτούν τις ζημιογόνες δραστηριότητες τους στο χώρο των ΜΜΕ μέσω άλλων επιτυχημένων επιχειρήσεων τους. Οι δραστηριότητες τους στο χώρο των ΜΜΕ τους επιτρέπουν, με τη σειρά τους, να ασκούν πολιτική και οικονομική επιρροή.
Στο πρώτο μέρος της ανάλυσης για τα ελληνικά ΜΜΕ, όπως αποτυπώνεται στο ευαίσθητο αμερικανικό έγγραφο, γίνεται μία σύντομη αναφορά στην ιστορία τους και στον τρόπο που οι πρώτες ελληνικές εφημερίδες συνέβαλλαν στον αγώνα για την ανεξαρτησία από τους Οθωμανούς. Με ένα άλμα στο μέλλον το έγγραφο μεταφέρεται στο 2006 για να εξηγήσει πώς Έλληνες μεγιστάνες του πλούτου έχουν στήσει μία ζημιογόνα και ελεγχόμενη βιομηχανία ενημέρωσης  την οποία χρηματοδοτούν οι ίδιοι από άλλες δραστηριότητες τους με μοναδικό στόχο την εκμετάλλευση της για την εξυπηρέτηση συμφερόντων τους.
Η Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή περίπου 160 εφημερίδες, 180 τηλεοπτικούς σταθμούς, 800 ραδιοφωνικούς σταθμούς, 3500 περιοδικά και μόλις 10 εκ.ανθρώπους. (Η Πορτογαλία με τον ίδιο πληθυσμό, έχει 35 εφημερίδες, 62 τηλεοπτικούς σταθμούς και 221 ραδιοφωνικούς σταθμούς)’ αναφέρουν οι συντάκτες του εγγράφου διερωτώμενοι ‘πώς είναι δυνατόν όλα αυτά τα ΜΜΕ να λειτουργούν επικερδώς;’ πριν δώσουν οι ίδιοι την απάντηση: ‘δε λειτουργούν επικερδώς.   Χρηματοδοτούνται από τους ιδιοκτήτες τους που, αν και καλωσορίζουν οποιοδήποτε εισόδημα από τις δραστηριότητες των ΜΜΕ τα χρησιμοποιούν κυρίως για να ασκήσουν πολιτική και οικονομική επιρροή και ως εκ τούτου ενδιαφέρονται λιγότερο για τα κέρδη από τα ΜΜΕ’.

Σε επόμενη ενότητα της ανάλυσης στο ευαίσθητο αμερικανικό έγγραφο, με τίτλο ‘Ποιοι είναι τα ΜΜΕ;’ περιγράφεται, με επίκεντρο τη βιομηχανία ενημέρωσης, ένα σύστημα διαπλοκής που δρα στην Ελλάδα ελέγχοντας τα ΜΜΕ και την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. Σύμφωνα με τους συντάκτες του εγγράφου, ‘τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης στην Αθήνα βρίσκονται υπό την ιδιοκτησία μίας μικρής ομάδας ανθρώπων που έχουν κληρονομήσει ή δημιουργήσει περιουσίες στους τομείς της ναυτιλίας, των τραπεζών, των τηλεπικοινωνιών, του πετρελαίου, των ασφαλειών κλπ και οι οποίοι είναι ή υπήρξαν συνδεδεμένοι εξ αίματος, γάμου ή μοιχείας με πολιτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους και / ή με άλλους μεγιστάνες των μέσων ενημέρωσης ή των επιχειρήσεων’.
‘Για παράδειγμα’ συνεχίζουν οι συντάκτες του εγγράφου από την αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, ο εφοπλιστής και μέτοχος του Mega Channel, Βαρδής Βαρδινογιάννης, είναι ο καλύτερος φίλος του Χρήστου Λαμπράκη, εκδότη των εφημερίδων ‘Το Βήμα’, ‘Τα Νέα’, των \Athens News’ και του ειδησεογραφικού πόρταλ ‘in.gr’ και ο Λαμπράκης έχει συμβάσεις για την κατασκευή δημόσιων έργων. Τα δύο παιδιά του Βαρδινογιάννη έχουν παντρευτεί με μέλη των εφοπλιστικών οικογενειών Γουλανδρή και Νομικού. Η αδελφή του Βαρδινογιάννη, Ελένη, είναι παντρεμένη με το βουλευτή .. Γιάννη Κεφαλογιάννη .. ‘
Τα ‘διαπλεκόμενα συμφέροντα’ στην Ελλάδα αναφέρονται ‘συγκεκριμένα και αποκλειστικά στο δίκτυο σχέσεων μεταξύ των μέσων ενημέρωσης, των επιχειρήσεων και της κυβέρνησης’ γράφουν οι συντάκτες του εγγράφου παραθέτοντας σχόλιο του τότε υπουργού Εμπορίου και Ναυτιλίας σχετικά με το πώς τα διαπλεκόμενα συμφέροντα μετατρέπουν την ελληνική κυβέρνηση σε μαριονέτα που τα εξυπηρετεί. ‘Οι σχέσεις είναι πιο περίπλοκες και αιμομικτικές από εκείνες μεταξύ των θεών, των ημίθεων και των ανθρώπων της ελληνικής μυθολογίας’ σημειώνουν οι συντάκτες του εγγράφου της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα προσθέτοντας ότι ‘όλοι οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί και οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί λειτουργούν χωρίς άδειες μέχρι τώρα, καθώς δεν υπάρχει πλαίσιο για τη χορήγηση αδειών’ .
‘Προηγούμενες κυβερνήσεις, στην προσπάθεια τους να πετύχουν ευνοϊκής δημοσιότητας, έκαναν τα στραβά μάτια σε παράνομους ελιγμούς των μέσων ενημέρωσε σε διάφορους τομείς και τους παρείχαν ακόμη και φοροαπαλλαγές’ αποκαλύπτει το έγγραφο.
Όσον αφορά στους δημοσιογράφους το έγγραφο αναφέρει ότι είναι ανεπαρκώς αμειβόμενοι και συνήθως πρέπει να κάνουν πολλές δουλειές απλά και μόνο για να βγάζουν τα προς το ζην και ‘να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους’. Αυτό τους αφαιρεί δύναμη και τους κάνει να γίνονται ιδιαίτερα ‘ανήσυχοι′ για το τί σκέφτονται γι’ αυτούς τα ‘πολλά αφεντικά τους’. Στη συνέχεια το έγγραφο αναφέρεται σε επαφή που είχε η αμερικανική πρεσβεία με μία ‘επί μακρόν εργαζόμενη δημοσιογράφο στο  Mega Channel’ η οποία και υποστήριξε ότι σε όλα τα χρόνια εργασίας της στο κανάλι ‘θυμάται μόνο μία περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους πέντε ιδιοκτήτες του δέχτηκε κριτική από το σταθμό’.
Η ανάλυση, οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα που παρατίθενται στα συγκεκριμένα εμπιστευτικά έγγραφα από τον πρώην αμερικανικό πρέσβη στην Αθήνα Charles Ries και τα οποία συντάχθηκαν και εστάλησαν στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, παρέχουν μία σαφή εικόνα της, μυστικής αλλά πραγματικής άποψης των ΗΠΑ για την ελληνική βιομηχανία ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης.
Δεν είναι, όμως, μόνο σε εμπιστευτικά έγγραφα που διατυπώνεται αυτή η εκτίμηση αλλά και σε διεξοδικά ρεπορτάζ διεθνών ειδησεογραφικών οργανισμών, όπως το Reuters, το οποίο δημοσίευσε το Δεκέμβριο του 2012 μία εκτενή δημοσιογραφική έρευνα για το θέμα. Σε αυτό, αφού πρώτα σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει περισσότερες πανελλαδικές εφημερίδες από τη Γερμανία ή τη Βρετανία, κάνει σαφείς και ονομαστικές αναφορές σε ιδιοκτήτες ΜΜΕ τους οποίους εμπλέκει στα διαπλεκόμενα συμφέροντα, με ιδιαίτερη μνεία στο MEGA Channel.
Οι πολιτικοί που έρχονται σε ρήξη με τους ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης διακινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν αρνητικά δημοσιεύματα’ γράφει το Reuters παραθέτοντας δηλώσεις πρώην υπουργού, ο οποίος υποστηρίζει ότι ιδιοκτήτης ιδιωτικού ΜΜΕ του ζήτησε στο παρελθόν να σταματήσει μία δικαστική διερεύνηση υποθέσεων του ενώ ένας ιδιοκτήτης εφημερίδας που χρωστούσε ένα εκατομμύριο ευρώ σε δημόσια επιχείρηση επικοινώνησε μαζί του σε μία προσπάθεια να πετύχει μία συμφωνία για να αποφύγει την πληρωμή του χρέους του.
Το πρόβλημα της σύγκρουσης συμφερόντων, της διαφθοράς και της αδιαφάνειας στον τομέα των μέσων ενημέρωσης θίγει και η Transparency International (Διεθνής Διαφάνεια) η οποία δίνει στην Ελλάδα τη χειρότερη βαθμολογία στην Ευρώπη και μία από τις χαμηλότερες διεθνώς στο δείκτη διαφάνειας, κάνοντας συγκεκριμένες αναφοράς στον τομέα των ΜΜΕ.
Έτσι, τουλάχιστον σύμφωνα με τις ΗΠΑ, το πρακτορείο Reuters και την Transparency International, ο υπουργός Επικρατείας κ. Παππάς και η κυβέρνηση έχουν δίκαιο και τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια (τουλάχιστον κάποια εξ αυτών) έχουν άδικο. 

Πηγή: Analitis




Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Ο Λένιν για το σοσιαλισμό και τη δημοκρατία


Ο Λένιν για το σοσιαλισμό και τη δημοκρατία (τ. 30, σελ. 22, "Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση").

Στον καπιταλισμό δεν μπορεί να εξαλειφθεί η εθνική (και γενικά η πολιτική) καταπίεση. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να εξαλειφθούν οι τάξεις, δηλ. να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός.
Ο σοσιαλισμός όμως, αν και στηρίζεται στην οικονομία, δεν περιορίζεται καθόλου ολόκληρος σ αυτήν.
Για να παραμεριστεί η εθνική καταπίεση, είναι απαραίτητο να υπάρχει το θεμέλιο - η σοσιαλιστική παραγωγή - πάνω όμως σ αυτό το θεμέλιο είναι απαραίτητο να υπάρχει επίσης μια δημοκρατική οργάνωση του κράτους, ένας δημοκρατικός στρατός κλπ.
Μετασχηματίζοντας τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό, το προλεταριάτο δημιουργεί τη δυνατότητα να εξαλειφθεί πέρα για πέρα η εθνική καταπίεση. Η δυνατότητα αυτή θα μετατραπεί σε πραγματικότητα "μόνο" - "μόνο"! - όταν θα εφαρμοστεί στο ακέραιο η δημοκρατία σ όλους τους τομείς, ίσαμε τον καθορισμό των συνόρων του κράτους σύμφωνα με τις "συμπάθειες" του πληθυσμού, ίσαμε την πλήρη ελευθερία του αποχωρισμού.
Πάνω σ αυτή τη βάση θα πραγματοποιηθεί με τη σειρά της στην πράξη η απόλυτη εξάλειψη και των παραμικρότερων εθνικών προστριβών και της ελάχιστης εθνικής δυσπιστίας, θα δημιουργηθεί μια γρήγορη προσέγγιση και συγχώνευση των εθνών, που θα ολοκληρωθεί με την απονέκρωση του κράτους. Αυτή είναι η θεωρία του μαρξισμού, από την οποία απομακρύνθηκαν λαθεμένα οι πολωνοί συνάδελφοί μας.


ΛΕΝΙΝ: ΣΧΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

https://www.scribd.com/doc/183023230/%CE%9B%CE%95%CE%9D%CE%99%CE%9D-%CE%A3%CE%A7%CE%95%CE%A3%CE%97-%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%9A%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%A3%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%9B%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A5-pdf


Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Οι «Θέσεις του Απρίλη»: Από τη «Λογική» του Χέγκελ στην επαναστατική ρήξη


Οι «Θέσεις του Απρίλη»: Από τη «Λογική» του Χέγκελ στην επαναστατική ρήξη


Τάσος Αναστασιάδης


Παρά τον περίεργο τίτλο που δώσαμε στην εισήγησή μου1, δεν πρόκειται για διανοητική ιστορία γενικά ούτε και για εκτίμηση της προσωπικής ιστορίας του μεγάλου επαναστάτη. Ούτε καν άλλωστε για φιλοσοφία -υπάρχουν πολλοί πιο ειδικοί από μένα για να μιλήσουν για τα θέματα αυτά2. Περισσότερο με ενδιαφέρει η ανάλυση και ο προσανατολισμός στον δικό μας κόσμο και μόνο σε αυτό θέλω να βγάλω μια μεθοδολογική εμπειρία από τον Λένιν -ως συμπέρασμα.

I. Εισαγωγικά

Η ιδέα, άλλωστε, δεν είναι δική μου. Την έχει αναπτύξει ο σύντροφός μας, ο Μικαέλ Λεβύ, σε ένα κείμενό του, του 1973, που επιγράφεται «Από τη Λογική του Χέγκελ στο σταθμό της Φιλανδίας στην Πετρούπολη»3. Και επί της ουσίας και άλλοι σε αυτό το τριήμερο μίλησαν για την τομή που αποτέλεσαν οι «Θέσεις του Απρίλη», για τους μπολσεβίκους, αλλά και για τον ίδιο τον Λένιν, που είχαν απορρίψει από το 1905 την περίεργη θεωρία για τη «διαρκή επανάσταση» του Τρότσκι -προς την οποία όμως συγκλίνουν περίπου πλήρως4 αυτές οι καινούργιες «Θέσεις».
Πρέπει ωστόσο να πω ότι δεν πρόκειται για προσωπικό μεγαλείο: δε θέλω να αμφισβητήσω, προφανώς, την ευφυΐα του Λένιν, αλλά να πω ότι εμάς μας ενδιαφέρει, ακόμα περισσότερο, ως συμπύκνωση, ως αντιπροσώπευση μιας ολόκληρης πολιτικής5. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι, μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, ολόκληρο το κόμμα παλαντζάρει από τις θέσεις Κάμενεφ-Στάλιν στις θέσεις του «παραληρήματος» του Λένιν. Αυτό δεν έγινε γιατί επρόκειτο για πειθαρχημένο στρατό που ακολουθεί ό,τι λέει ο αρχηγός -ίσα ίσα. Έγινε, αφενός, γιατί ανταποκρινόταν στην αντικειμενική κατάσταση και στη δυναμική της επανάστασης (όπως έδειξε η κατοπινή εξέλιξη, ώς τον Οκτώβρη6) και, αφετέρου, και στην πραγματικότητα του ίδιου του κόμματος -παρά ή και ενάντια στα διανοητικά στρατηγικά του σχήματα (της «δημοκρατικής δικτατορίας της εργατιάς και της αγροτιάς»). Ως συμπύκνωση αυτής της πραγματικότητας έχει ενδιαφέρον η σχέση του Λένιν με τον Χέγκελ.

II. Πόλεμος

Ας θυμίσουμε λοιπόν ότι, το Σεπτέμβρη του 1914, αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ο Λένιν -εξόριστος στη Βέρνη- δε βρίσκει κάτι καλύτερο να κάνει από το ριχτεί να διαβάζει, επί ένα τρίμηνο τουλάχιστον, -και κρατώντας σημειώσεις- τη Λογική του Χέγκελ7. Το ότι ένας ολόκληρος κόσμος είχε καταρρεύσει, για το Ρώσο επαναστάτη, είναι γνωστό -το μαρτυράει ακόμα και η αντίδρασή του που λένε ότι είχε όταν του έδειξαν τηνVorwärts που έγραφε ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είχε ψηφίσει υπέρ των πολεμικών δαπανών: «Είναι πλαστό του γερμανικού επιτελείου»!8
Και αυτός όλος ο κόσμος που καταρρέει δεν είναι μόνο ο ίδιος ο πόλεμος (προφανώς) ούτε μόνο η χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας (ιδιαίτερα της γερμανικής) στην οποία ο ίδιος αναφερόταν9. Ήταν και στο επίπεδο της σκέψης, των σχημάτων και των εννοιών, γενικότερα των ερμηνειών της πραγματικότητας, δηλαδή του ίδιου του μαρξισμού. Γιατί, αντίθετα από της Ρόζας, ο μαρξισμός του Λένιν αναφερόταν -πολιτικά και θεωρητικά- ιδιαίτερα στον Κάουτσκι, έστω και αν και του Πλεχάνοφ ο μαρξισμός, ο «ορθόδοξος», δεν ήταν και πολύ διαφορετικός. Η βασική ιδέα της υλιστικής τους θεωρίας, όπως και του «παλιού μπολσεβικισμού» (όπως τον κατονομάζουν οι «Θέσεις του Απρίλη»), είναι ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι δαρβινικού τύπου εξέλιξη, δηλαδή κάπως «μόνη της» (χωρίς καν το «τυχαίο» άλλωστε), με αντικειμενικές «νομοτέλειες», κατά προτίμηση μάλιστα «οικονομικού» ντετερμινισμού, που θα καθόριζε υποχρεωτικές διαδοχές και στάδια.
Εδώ είμαστε στο κέντρο, και στο πιο προφανές, σε σχέση με τις Θέσεις του Απρίλη: όπως το εξέφρασε ο ίδιος ο Πλεχάνοφ λίγο αργότερα (τον Οκτώβρη του 1917) «πρόκειται για παραβίαση όλων των νόμων της ιστορίας!». Αλλά και η ίδια η αναθεώρηση της κυβερνητικής φόρμουλας των μπολσεβίκων, τον Απρίλη, αυτό βάζει σε αμφισβήτηση ακριβώς. Οι αντικειμενικές δυνατότητες δεν είχαν αλλάξει: η Ρωσία παρέμενε «καθυστερημένη» χώρα. Και όμως: η στάση που χαράζει για πολιτική ο Λένιν, στο «παραλήρημά» του αλλάζει ριζικά. Μπορεί στις ίδιες τις «Θέσεις του Απρίλη» να αποφεύγει να μιλήσει για «σοσιαλισμό», ει μη μόνο αρνητικά -δεν θέλουμε να «εισάγουμε το σοσιαλισμό»10-), αν και φαίνεται ότι το έκανε κυρίως για τακτικούς λόγους -αφού στο σταθμό, όταν αποβιβάστηκε το προηγούμενο βράδυ (στις 3 Απριλίου), χαιρέτισε την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση που ξεκίνησε από τη Ρωσία!11. Γιατί αυτό που κάνει, το ριζοσπαστικό, δεν είναι καταρχήν να βάλει ένα νέο στόχο (το σοσιαλισμό), είναι κυρίως να απαλλαγεί από το προηγούμενο σχήμα, που έχει γίνει ανασταλτικό για την ίδια την επανάσταση και την κοινωνία -και εδώ είναι που βρίσκεται το επαναστατικό του μεγαλείο!

III. Φλεβάρης

Πράγματι, ας σκεφτούμε τί έγινε το Φλεβάρη. Ας κοιτάξουμε την κινητήρια δύναμη των επαναστατημένων μαζών -όπως ακριβώς κάνει ο Λένιν. Εργατικές μάζες και στρατιώτες (αγρότες) ξεσηκώνονται με μία βασική και μία παρεπόμενη απαίτηση: ειρήνη και (κατά συνέπεια) ψωμί! Και οργανώνονται -όπως οργανώθηκαν- στα σοβιέτ12 και παραδίδουν τη διακυβέρνηση σε μια αστική κυβέρνηση. Εδώ προσοχή, γιατί όταν λέμε -για τότε- «αστική» κυβέρνηση δεν το εννοούμε καθόλου από ανάλυση: η πρώτη κυβέρνηση είναι «αστική» γιατί πρόκειται για την αστική τάξη (τους εκπροσώπους της) αυτοπροσώπως -δηλαδή κυρίως καντέτους. Δεν πρόκειται για «ρεφορμιστές»13, που θα διεξήγαν μια αστική πολιτική, είναι η ίδια η αστική τάξη στην εξουσία14.
Αυτό είναι το πρώτο πρόβλημα, εμφανές επίσης σε όλους, έστω και αν όχι ως πρόβλημα, καθώς ταίριαζε με τα «σχήματα για την επανάσταση» που επικρατούσαν... Το κυριότερο με αυτό, εξού και είναι «πρόβλημα», είναι ότι ακριβώς αδυνατεί να απαντήσει στις ανάγκες των μαζών, όπως αυτές τις βλέπουν, δηλαδή στο σταμάτημα του πολέμου, στην ειρήνη. Σε αυτές τις συνθήκες φτάνει ο Λένιν στην Πετρούπολη και την επόμενη μέρα, στις 4 Απριλίου, εισηγείται τις θέσεις του καταρχήν στην μπολσεβίκικη φράξια και μετά σε όλη τη σοσιαλδημοκρατία (μπολσεβίκοι και μενσεβίκοι -αν και είναι παρόντες και μερικοί εσέροι): είναι η πρότασή του για την πολιτική τους. Και τί τους λέει;
Με την πρώτη-πρώτη θέση του: στην ουσία τους λέει, με δικά μου λόγια, «παιδιά, αφήστε τις φλυαρίες και τις επαναστατικότητες: ο στόχος είναι αμέσως, εδώ και τώρα, αυτό που ζητούν οι μάζες, ειρήνη και μάλιστα μονομερώς»! Ως απόλυτος ρεφορμιστής (με τους σημερινούς όρους) επικεντρώνεται στις συγκεκριμένες και άμεσες ανάγκες των ίδιων των μαζών και στην άμεση ικανοποίησή τους -το οποίο, στις επόμενες «θέσεις», μετασχηματίζεται στις δυνατότητες, στις προϋποθέσεις αυτής της ικανοποίησης15. Πράγματι, η πρώτη θέση λέει κυρίως ότι όλα αυτά περί αλλαγής του χαρακτήρα του πολέμου εξαιτίας της επανάστασης, που τώρα θα έπρεπε να συνεχίσει «ώς το τέλος», υπερασπίζοντάς την, καθιστώντας τον πόλεμο «επαναστατικό» ή «αμυντικό», αποτελούν απάτη της αστικής τάξης -ακόμα και αν τώρα οι μάζες, «καλόπιστα»16, έχουν παρασυρθεί από την προπαγάνδα για τον υποτιθέμενο νέο χαρακτήρα του πολέμου17.
Το ζήτημα του πολέμου είναι το κρίσιμο θέμα και όλη η τότε «αριστερά» (μπολσεβίκοι, μενσεβίκοι, εσέροι) έχει συμπαραταχθεί με την ιδέα ότι τώρα η επανάσταση υπερασπίζεται τον εαυτό της και, άρα, ο πόλεμος δεν είναι πλέον ιμπεριαλιστικός. Έτσι, μόλις δυο εβδομάδες πριν, στις 14 Μαρτίου, το σοβιέτ δημοσιεύει το Μανιφέστο του για την ειρήνη18, που υπερψηφίζεται μάλιστα ομόφωνα, αλλά το οποίο, παρά την καταγγελία της ιμπεριαλιστικής σφαγής, καλεί το γερμανικό προλεταριάτο να σταματήσει να συντάσσεται με τους βασιλιάδες του. Εκείνη τη στιγμή ο Λένιν δεν το κατακρίνει και ο Τρότσκι πολύ αργότερα, στην «Ιστορία της ρώσικης επανάστασης», εξηγεί πόσο διφορούμενο ήταν19, από πολλές σκοπιές. Κυρίως από τη σκοπιά ότι επέτρεπε στην κυβέρνηση να συνεχίσει τις ετοιμασίες για την εαρινή της επίθεση20 με ειρηνιστικά λόγια! Σε αυτό ακριβώς επικεντρώνεται ο Λένιν με την πρώτη του θέση. Και από αυτήν πηγάζουν και οι επόμενες.
Γιατί αν ο τερματισμός του πολέμου απαιτεί να φύγουν οι αστοί από την εξουσία, τότε το σχήμα για την επανάσταση πρέπει να αλλάξει, έστω και απλώς για να ικανοποιηθεί η πρώτη απαίτηση! Αυτό έχει αναλυθεί περισσότερο, το ζήτημα της εξουσίας, που αποτελεί ρήξη με την προηγούμενη φόρμουλα των μπολσεβίκων. Αφήνοντας τα «νομοτελειακά» σχήματα, ο Λένιν θέτει για στόχους την ικανοποίηση των αναγκών του πληθυσμού καθώς, πέρα από τη λήξη του πολέμου, το καθήκον «αποκλειστικά και αμέσως είναι ο έλεγχος της κοινωνικής παραγωγής και της κατανομής των προϊόντων από τα σοβιέτ»21. Η μόνη αναφορά, και έμμεση, σε σοσιαλισμό είναι άλλωστε η διεκδίκηση ενός «κράτους-κομμούνα»22, που έχει ενδιαφέρον για τον ίδιο το Λένιν, καθώς ήταν αυτός που είχε κατακρίνει την παρισινή κομμούνα ακριβώς γιατί προσπάθησε να συνδυάσει δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς στόχους (ακριβώς αυτό που προσπαθεί και ο ίδιος τώρα!).

IV. Χέγκελ

Πέρα από την, προφανή, αυτή αναθεώρηση του «παλιού μπολσεβικισμού» ή του «ορθόδοξου μαρξισμού», τουλάχιστον σε σχέση με το σχήμα της εξέλιξης και, άρα, με τους πολιτικούς στόχους και με τη στρατηγική, θέλω να αναρωτηθούμε και για τη μέθοδο που το επέτρεψε -εν μέρει και διαβάζοντας τον Χέγκελ.
Ο Μικαέλ Λεβύ τα συμπυκνώνει στα εξής 5 σημεία, που εξάγονται από τα Φιλοσοφικά τετράδια του Λένιν κατά το διάβασμα της Λογικής του Χέγκελ:
·                      1) το ξεπέρασμα του «ηλίθιου υλισμού»23 για χάρη ενός μαρξιστικού υλισμού πιο κοντά στον «ευφυή» (δηλαδή διαλεκτικό) «ιδεαλισμό»24.
·                      2) Μια αιτιοκρατία25 που ανάγεται στην ολότητα, ιδιαίτερα στη διάλυση της «αφηρημένης αντιπαράθεσης» υποκειμενικού και αντικειμενικού26.
·                      3) Η εισαγωγή των «αλμάτων», «τομών», των «αντιθέτων», της γένεσης του νέου, αντίθετα από έναν (πάνω-κάτω) γραμμικό εξελεκτικισμό27.
·                      4) Η κριτική της ίδιας της έννοιας του «νόμου» και του φετιχισμού του (γράφοντας ο ίδιος ο Λένιν, στη συνέχεια του Χέγκελ: «ο νόμος, κάθε νόμος, είναι στενός, ελλιπής, προσεγγιστικός»28).
·                      5) Η κατηγορία της ολότητας -που άλλωστε εφαρμόζεται αμέσως στην μπροσούρα του Λένιν για τη «Χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς», όπου ακριβώς ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του πολέμου αποδίδεται στην ολότητα, πέρα από τις επιμέρους συγκρούσεις (π.χ. Σέρβοι κατά Αυστριακών). Και μην ξεχνάμε ότι ο πόλεμος, ακριβώς, για τον Λένιν, είναι το απόγειο του καπιταλισμού (και η πρώτη «Θέση του Απρίλη»: δεν είναι απλώς ιστορία, για να εξηγηθεί το ‘14, είναι και σημερινή πολιτική γραμμή!).
Έναν αιώνα μετά, σε εμάς τουλάχιστον στην Ευρώπη, τα «σχήματα» για την επανάσταση (ή για το σοσιαλισμό) δεν έχουν, για τους περισσότερους, την ίδια αναλυτική πηγή (την αστικοδημοκρατική επανάσταση ως στάδιο). Δεν νομίζω ότι είναι πολλοί, σήμερα, (ή με τον ίδιο τρόπο) που θα υποστήριζαν (όπως π.χ. το είχε κάνει η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ του ‘34), ότι θα υπήρχε η ανάγκη ενός «αστικοδημοκρατικού σταδίου».
Όμως, δε θα λέγαμε το ίδιο και μεθοδολογικά: η ίδια η ύπαρξη σχημάτων, όσο γόνιμων και να είναι, μπορεί πάντα να κλείνουν τη σκέψη και να εμποδίζουν, αντί να διευκολύνουν, την πολιτική ανάπτυξη. Ιδιαίτερα κατηγορίες σκέψης που φετιχοποιούν πραγματικές πλευρές είτε της καπιταλιστικής κοινωνίας είτε και της δικής μας κληρονομιάς, ακόμα και θεωρητικοποιήσεις δικών μας, αγωνιστικών, πρακτικών. Σε αυτό, η ίδια η ρήξη του Λένιν με τη δική του παράδοση μπορεί να δώσει έναν απελευθερωτικό μπούσουλα για τους προσανατολισμού μας. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Μαρξ, για πολύ διαφορετικούς λόγους προφανώς, επίσης ωφελήθηκε τα μέγιστα από την κριτική του Χέγκελ. Ασφαλώς στην τοποθέτηση της 11ης θέσης για τον Φόυερμπαχ («οι φιλόσοφοι εξήγησαν τον κόσμο, σε μας να τον αλλάξουμε»29), αλλά και πιο συγκεκριμένα μέσα από την προσπάθεια ερμηνείας του καπιταλιστικού κόσμου μας, για να τον αλλάξουμε, όχι για να εντοπίσουμε απλώς κανονικότητες και νόμους που τον διέπουν.

V. Αντίφαση

Από την άποψη αυτή, θα υποστήριζα ότι η μεγάλη τομή, μεθοδολογικά, που κάνουν και οι δύο αυτοί θεωρητικοί (και ο Λένιν και ο Μαρξ) έχει να κάνει με τη σύλληψη της αντίφασης, της πραγματικής αντίφασης, που μας εμποδίζει να βασιστούμε σε παγιωμένες κατηγορίες της σκέψης (και της δράσης). Ο Λένιν το συμπύκνωσε στην έννοια της «επαναστατικής κρίσης» και των ανοιχτών δυνατοτήτων της (πολύ πιο πριν άλλωστε και από τις θέσεις του Απρίλη) και της ευθύνης30 που αποκτούμε σε τέτοιες περιστάσεις -εξού και το τραύμα που ένοιωσε από τη συνθηκολόγηση της σοσιαλδημοκρατίας στον πόλεμο. Όμως, για αυτό, χρειάστηκε να ξαναπιάσει, μέσω Χέγκελ, την ίδια την αντίφαση, που είχε ταλαιπωρήσει και τον Μαρξ και, σε αυτό, θέλω να επισημάνω ότι μας αφορά και εμάς τώρα!
Μια επισήμανση, χρειάζεται, γιατί η ίδια η αντίφαση δεν είναι κάτι που λέγεται ή περιγράφεται (εκτός μόνο από μια προ-διαλεκτική σκέψη, που θα θεμελίωνε κάθε ανοησία του τύπου «και το ένα και το αντίστροφο...»). Ο Μαρξ το θέτει ήδη από τις πρώτες γραμμές του «Κεφαλαίου» όταν μιλάει για τις μορφές της αξίας, αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, αλλά η σύγκρουσή τους, η «αντίφαση» που συγκροτούν δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς να φτάσει κανείς τουλάχιστον ώς την λεγόμενη «πτωτική τάση του μέσου ποσοστού του κέρδους»31 (στο 3ο βιβλίο του «Κεφαλαίου»).
Πιο ενδιαφέρον ακόμα είναι η ίδια η προσπάθεια του Μαρξ να συλλάβει την αξία μέσω μιας θεωρίας -που όπως όλες οι θεωρίες φιλοδοξούν να είναι «θετικές», δηλαδή να μην λένε ανοησίες. Έτσι, εν συντομία, επιτίθεται στις αντιλήψεις του Ρικάρντο που δεν βλέπει ότι η αξία δεν υπάρχει εκεί έξω, ως τέτοια, αλλά είναι αποτέλεσμα της πορείας της στον κόσμο, αυτό που θα ονομάσει αργότερα «πραγματοποίηση της αξίας». Μια συναλλαγή που έγινε είναι μια συναλλαγή που έχει αντικειμενική ύπαρξη, ό,τι και να λέει η οποιαδήποτε «θεωρία της αξίας» -ακόμα και μια θεωρία της αξίας που να έχει «ουσία». Και όμως ο ίδιος ο Μαρξ, χωρίς να εγκαταλείψει την ανάγκη της «πραγματοποίησης» της αξίας -κάθε άλλο-, προχωράει στην συγκρότηση μιας θεωρίας για την αξία, με βάση την εργασία, που μπορεί να θυμίζει τον Ρικάρντο, όμως επίσης αναγκαστικά, λόγω ανάγκης «πραγματοποίησης», ενέχει την αντίφαση32 στο κέντρο της. Θα μπορούσαμε να το δούμε σε ειδικότερα τμήματα της ανάπτυξης του «Κεφαλαίου», όπως στο μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής, του οποίου η αντιφατικότητα έγινε αντικείμενο ειδικής συζήτησης (Μπόρκιεβιτς, κ.ά.) χωρίς όμως άλλη λύση πέραν του Μαρξ -καθώς και οι δύο κατευθύνσεις, προς Ρικάρντο ή προς νεοκλασικούς, αναβιώνουν τα προβλήματα της αξίας33 (την αντίφασή της).
Δεν θέλω να σας μπλέξω με τέτοιες ειδικές συζητήσεις. Ας αναφερθώ απλώς παραδειγματικά σε τέσσερα θέματα, των οποίων η σχέση με σημερινές μας προγραμματικές συζητήσεις είναι πιο προφανής.
a) Χρήμα
Ένα είναι το χρήμα -που μέσα από τα ζητήματα του χρέους, του νομίσματος ή του ευρώ34βρίσκεται σε τέτοιες συζητήσεις.
Είναι ίσως και το μόνο για το οποίο ο Μαρξ έχει βρει μια ωραία εικόνα για να δείξει την αντίφασή του, όταν λέει ότι είναι κάπως σαν δίπλα στα διάφορα συγκεκριμένα είδη ζώων να υπήρχε και ένα διαφορετικό, ξεχωριστό, είδος που ταυτόχρονα να ήταν και το γένος «ζώο», ως τέτοιο, δηλαδή να «ενσάρκωνε» και τα υπόλοιπα35. Το χρήμα λοιπόν ενσαρκώνει αυτή την ουσία των εμπορευμάτων, που είναι η αξία τους, αλλά είναι ξεχωριστό, έχει μια ξεχωριστή ύπαρξη και, ως τέτοια, είναι ταυτόχρονα:
·                      και αποκρυστάλλωση προϊστορίας (ιστορία παραγωγής, δηλαδή επικύρωση απονεκρωμένης εργασίας)
·                      και μελλοντική απαίτηση (απαίτηση επί της μελλοντικής παραγωγής, δηλαδή αγοραστική δύναμη).
Τα έχει και τα δύο στοιχεία και, για αυτό, δεν μπορεί να είναι αυθύπαρκτο ούτε μπορεί να είναι απλό «εργαλείο»36. Αντίστροφα απ’ό,τι διηγείται μια δημοσιογραφική, και όχι μόνο, περιγραφή, δεν υπάρχει μια πραγματική οικονομία ξέχωρη από τη χρηματοπιστωτική, υπάρχει πάντα, εκ των προτέρων και αναγκαστικά μόνο μία ενιαία εγχρήματη οικονομία και, για αυτό, και ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός, τα πλασματικά κεφάλαια, δεν αποτελούν απλώς καρκινώματα για τον πραγματικό καπιταλισμό, που θα μπορούσαν να του αφαιρεθούν. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και δεν μπορεί ένα ειδικό νόμισμα (π.χ. δραχμή) να αποτελέσει, ως τέτοιο, εργαλείο σύγκρουσης με το κεφάλαιο γενικά37 -τουλάχιστον οικονομικά-, μόνο ίσως ως εργαλείο ενίσχυσης τμημάτων του -υπέρ, όμως τότε, της γενικής του ευφορίας.
b) Υποτιμήσεις
Το επιχείρημα αυτό μπορεί να μοιάζει αφηρημένο, όμως μπορούμε να το δούμε και σε έναν τομέα που ο Μαρξ δεν πρόλαβε να εξετάσει, τουλάχιστον στο «Κεφάλαιο». Είναι το ζήτημα των ισοτιμιών στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.
Υποτίθεται ότι οι χώρες ή οι περιοχές (ή τα «έθνη», ως ενοποιημένες διαταξικές οντότητες) έχουν διαφοροποιημένες παραγωγικότητες, οι οποίες εκφράζονται σε διαφοροποιημένες «ανταγωνιστικότητες» (δηλαδή μερίδια αγοράς), που κωδικοποιούνται σε συναλλαγματικές ισοτιμίες (και στις διακυμάνσεις τους -δηλαδή σε μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο). Υπάρχει και μια «θεωρία» για να υποστηρίξει τα καλά αυτής της σύγκρουσης, «ελεύθερης», εθνών και οικονομιών, που είναι η ρικαρντιανή θεωρία των συγκριτικών πλεονεκτημάτων.
Ωστόσο, είναι αρκετά εύκολο να δειχτεί πως η ουσία της όποιας ισοτιμίας δεν βρίσκεται καθόλου στην παραγωγικότητα αλλά στην ίδια την ισχύ, δηλαδή στον εμπορικό πόλεμο. Όχι μόνο τα σχετικά συστήματα τιμών των διαφορετικών ισοτιμιών δεν μπορούν να εμπεριέχουν «ομαλές» ή «σωστές» ισοτιμίες38 (όπως ακριβώς και οι παραγωγικές αλλαγές στο εσωτερικό των οικονομιών δεν μπορούν να κρυσταλλωθούν «ομαλά» σε αλλαγές των σχετικών τιμών39), αλλά αντίστροφα οι ισοτιμίες (δηλαδή η ισχύς) είναι που επιβάλλουν τις συγκριτικές παραγωγικότητες: η ισορροπία είναι ανύπαρκτη και ανέφικτη, και οι υποτιμήσεις (και υπερτιμήσεις) είναι απλώς εμπορικός πόλεμος. Ο λεγόμενος τρίτος κόσμος υποφέρει από αυτό, αλλά το ίδιο μπορεί να δει κανείς και από τον έλληνα νέο επιστήμονα στην κρίση που μένοντας στη χώρα του αμείβεται με 800 ευρώ (ενώ με την ίδια «παραγωγικότητα») αν πάει στην Ελβετία, στη Γερμανία ή στην Αγγλία, θα εξασφαλίσει δεκαπλάσιο μισθό.
c) Μισθός
Το τελευταίο μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για άλλο ένα, σήμερα κρίσιμο, θέμα, που είναι η αξία της εργατικής δύναμης, σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις του σημερινού καπιταλισμού.
Οι γνωστές θεωρίες της άρχουσας τάξης για το ζήτημα παλατζάρουν διαρκώς ανάμεσα στην ιδέα ότι ο μισθός είναι κόστος (φιλελευθερισμός) ή είναι αγοραστική δύναμη (κεϋνσιανισμός). Είναι οι δύο πλευρές που, όμως, είναι αναγκαστικές (αντίφαση) και καμιά τους δεν δίνει από μόνη της γραμμή πλεύσης. Όμως, πρέπει να πάμε πιο πέρα από το, εν πολλοίς, γνωστό αυτό. Το ύψος στο οποίο διαμορφώνεται η τιμή πώλησης της εργατικής δύναμης είναι η μία, η ποσοτική πλευρά. Και όπως το δείχνει το προηγούμενο παράδειγμα, δεν είναι καθόλου καθορισμένο από «αντικειμενικά» δεδομένα «παραγωγικότητας» του εργαζομένου.
Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί άλλωστε και για την (πιο «μαρξιστική») διαφοροποίηση μεταξύ υποτιθέμενα «σύνθετης» και «απλής» εργασίας -και η προσπάθεια θετικής της αναγωγής σε επενδύσεις, μόρφωση ή δεξιότητες, καθόλου απλή και μάλλον περισσότερο παραπλανητική είναι. Για το τελευταίο, όμως, περισσότερο ακόμα, πρέπει να δούμε ότι ο εργαζόμενος γίνεται όλο και περισσότερο, στη μορφή, πραγματικός πωλητής εμπορεύματος, της «εργατικής του δύναμης», ή και επιχειρηματίας αυτής της δύναμης ως υποτιθέμενου κεφαλαίου. Και αν αυτό ήταν, από πάντα, μια τυπική υπαγωγή στη λογική του κεφαλαίου, οι αναδιαρθρώσεις των τελευταίων δεκαετιών φιλοδοξούν να το μετατρέψουν σε πραγματική υπαγωγή.
Από αυτή τη σκοπιά, όλα τα tool kits του ΟΟΣΑ, που με περισσή μωροφιλοδοξία μας σερβίρουν ως σύγχρονα, ιδιαίτερα όσα αφορούν την εκπαίδευση, χαρακτηρίζονται λιγότερο από την ιδιωτικοποίηση των σχολικών μηχανισμών40 και περισσότερο ακριβώς από την εισαγωγή μηχανισμών της αγοράς στο εσωτερικό τους (αξιολογήσεις, «αυτονομίες» σχολικών μονάδων, κλπ.), που φιλοδοξούν να μετατρέψουν την εργατική δύναμη σε κεφάλαιο41. Η λογική αυτού δεν είναι τόσο η συμπίεση του ύψους του μισθού (προφανώς είναι και αυτό), αλλά κυρίως η μετατροπή του εργαζομένου σε επιχειρηματία, που εκμεταλλεύεται ένα δικό του κεφάλαιο («ανθρώπινο», και άλλο) «ανταγωνιστικού» με τους υπόλοιπους...
d) Κρίση
Το τελευταίο, παραδειγματικό μου, σημείο είναι για την κρίση, την κρίση του καπιταλισμού, την κρίση εκεί έξω, ως μια αντικειμενική κατάσταση με, υποτιθέμενα, καθορισμένη πορεία.
Ασφαλώς, πολλοί μαρξιστές έχουν ασχοληθεί, περιγράψει και ερμηνεύσει πολλές πλευρές και δυναμικές των κρίσεων, των μεγάλων και των μικρών (π.χ. το βιομηχανικό κύκλο, π.χ. τα κύματα, τις συγκεκριμένες -χρονικά και τοπικά- κάθε φορά κρίσεις, κλπ.) -δε θα μιλήσουμε τώρα για αυτά.
Όμως, η ίδια η ύπαρξη της κρίσης, καταρχήν οικονομικής, που όμως ποτέ δεν είναι μόνο οικονομική, ενυπάρχει από την αρχή στο κεφάλαιο και στη λογική του: ήδη από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο διατυπώνεται αυτή η «επαναστατικότητα» του κεφαλαίου. Είναι αλήθεια ότι ο «ορθόδοξος μαρξισμός» το διαβάζει αυτό ως ένα «στάδιο» του οποίου η φυσική ανάπτυξη θα οδηγούσε (είτε ομαλά είτε με άλματα και ρήξεις) σε μια ανώτερη κοινωνία (το σοσιαλισμό). Όμως, εμείς πρέπει να δούμε ότι η «επαναστατικότητα» του κεφαλαίου δεν αποτελεί στάδιο, ενυπάρχει και σε ομαλές και σε κρισιακές του στιγμές.
Η ίδια η λέξη, άλλωστε, όπως γίνεται γενικότερα με τους όρους που φιλοδοξούν να συλλάβουν μια πραγματική αντίφαση είναι προβληματική. Για παράδειγμα, η λέξη παραπέμπει σε αδιέξοδο ή σε καταστροφή των όρων αναπαραγωγής, όπως π.χ. είχε γίνει με παλαιότερες κοινωνίες, με την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με τη διάλυση της φεουδαρχίας ή με την καταστροφή φυσικών όρων -όπως π.χ. την ερημοποίηση που έφερε η υπερ-καλλιέργεια στη Βαβυλωνία. Για το τελευταίο υπάρχουν ορισμένες ενοράσεις στον Μαρξ και υπάρχουν ασφαλώς και τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και τα όρια που αυτή θέτει -μια καταστροφή αλά Μεσοποταμία σε πλανητικό επίπεδο, που έχει καταστεί πλέον όλο και πιο πιθανή.
Όμως, στην ίδια την παραγωγή της κρίσης του κεφαλαίου δεν συμβαίνει το ίδιο, γιατί η κρίση του είναι ο εσώτερος, αναγκαστικός, όρος με τον οποίο αναζωογονείται. Περισσότερο από όριο, αποτελεί ευκαιρία για την ανάπτυξή του και το βλέπουμε άλλωστε ζωντανά σήμερα... Η κρίση δεν οδηγεί πιο κοντά στο σοσιαλισμό, ούτε πιο μακρυά άλλωστε, έστω και αν είναι πραγματικά δημιουργική και επαναστατική για το ίδιο το κεφάλαιο. Όπως το λέει ο Μαρξ, με αινιγματικό ή εγελιανό, τρόπο, «δεν υπάρχει όριο στο κεφάλαιο, ει μη μόνο το ίδιο το κεφάλαιο».
Έχει μια πολιτική σημασία η αναγνώριση αυτής της αντίφασης, για να μην πιαστούμε στα δίχτυα ενός «παλαιού μπολσεβικισμού» ή ενός «ορθόδοξου μαρξισμού» που θα έβλεπε την κρίση (και γενικότερα τις κρίσεις) ως αδυναμία του κεφαλαίου, ως αδιέξοδο, ως τον προάγγελο της χειραφέτησης -είτε το έβλεπε άλλωστε με μια εκδοχή ομαλής αντικειμενικής τάσης, αλά Μπερνστάιν, είτε το έβλεπε μέσω μιας «αστάθειας» και «ρήξης», μιας «καταστροφικής» ή «τελικής» «κρίσης» αλά Βάργκας.
Αναλυτικά, ένας τέτοιος «παλιός μπολσεβισκισμός» θα βασιζόταν σε μια θετικιστική ανάγνωση του Κεφαλαίου. Όμως, «η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού του κέρδους» καθόλου δεν έχει μια ξεχωριστή ύπαρξη εκεί έξω, που θα καθόριζε τις κρίσεις. Όπως γίνεται και με τους άλλους όρους με τους οποίους προσπαθούμε να συλλάβουμε την αντίφαση του κεφαλαίου, η έννοια αυτή καθόλου δεν παραπέμπει, π.χ., σε μείωση των κερδών ή της κερδοφορίας (και δη «μακροπρόθεσμα» ή «δομικά»), που θα στρίμωχνε τον κακομοίρη τον καπιταλισμό σε οικονομικά ή πολιτικά αδιέξοδα. Ακόμα χειρότερα, η κρίση του κεφαλαίου όχι μόνο δεν αποτελεί αδιέξοδο, αλλά και είναι ως τέτοια κυρίως μια βίαιη επίθεση («επαναστατικότητα») στους όρους αναπαραγωγής του, δηλαδή κυρίως στην εργασία -έστω και αν αυτό περνάει και μέσα από την ενεργοποίηση ανταγωνισμών μεταξύ κεφαλαιακών οντοτήτων (π.χ. «έθνη», αλλά και κοινωνικά στρώματα ή κατηγορίες, ακόμα και πολιτικές ή θρησκευτικές συγκροτήσεις) που φιλοδοξούν να συμπαρασύρουν την εργασία σε φιλελεύθερο ή ενίοτε και πιο συγκεκριμένο κανιβαλισμό.
Ασφαλώς, θα μπορούσαμε θεωρητικά να το δούμε και αντίστροφα, ως ευκαιρία ανατροπής του. Όμως, το κύριο από αυτή τη σκοπιά, δεν είναι οι αφηρημένες δυνατότητες, είναι η συγκεκριμενοποίησή τους, γιατί κάθε μάχη που χάνεται αποτελεί πραγματική οπισθοχώρηση και μπορεί να αποβεί κρίσιμη: αυτό έγινε με την έκρηξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου -εξού και η «απελπισία» του Λένιν.

VI. Σχήματα - παγίδες

Τρία χρόνια αργότερα, στην Πετρούπολη, οι μάζες εξεγείρονται απαιτώντας ειρήνη (και ψωμί) -όχι σοσιαλισμό. Το τελευταίο δεν έγινε ευκαιρία «δικαίωσης» για τον Λένιν, αλλά ακριβώς αντίστροφα, ευκαιρία διάλυσης της δικαίωσής του, για χάρη της πράξης, του «να αλλάξουμε τον κόσμο», και μάλιστα για το σοσιαλισμό ακριβώς! Να μην επανέλθω σε αυτά που είπα (και όσα άλλα ειπώθηκαν -και δικαίως). Όμως, πώς να μην εξάγουμε ένα τουλάχιστον μεθοδολογικό συμπέρασμα από τη στάση του μεγάλου επαναστάτη: την άρνησή του να μείνει εγκλωβισμένος σε ένα αναλυτικό σχήμα, που υπερασπίστηκε για τόσο καιρό και με τόση θέρμη!
Υποστήριξα εδώ, στη συνέχεια του Μ. Λεβύ, ότι αυτή η μεταστροφή του Λένιν είχε μια σχέση και με το διάβασμα του Χέγκελ. Η ικανότητα -και η ανάγκη- να ξεφύγει κανείς από την έννοια, την ερμηνεία της πραγματικότητας, από τα δικά του σχήματα για δράση και τις αναλυτικές τους κατηγορίες, δεν είναι προφανώς εγκεφαλική ούτε αυθύπαρκτη ή υποκειμενική, έστω και αν αυτό το στοιχείο είναι επίσης κρίσιμα απαραίτητο. Γιατί πηγάζει ή βασίζεται σε μια πραγματικότητα που είναι η ίδια «αρνητική»: Όπως το επισημαίνει ο Λένιν, διαβάζοντας τον Χέγκελ, «δεν είναι η καθαρή και απλή άρνηση, δεν είναι μια άρνηση για την άρνηση, δεν είναι ησκεπτική άρνηση, ο δισταγμός, η αμφιβολία, που είναι χαρακτηριστικά και ουσιαστικά στη διαλεκτική, -η οποία αναμφισβήτητα εμπεριέχει μέσα της το στοιχείο της άρνησης, και μάλιστα ως το στοιχείο της το πιο σημαντικό,- όχι, αλλά είναι η άρνηση ως στιγμή της σχέσης, ως στιγμή της ανάπτυξης, με διατήρηση του θετικού, δηλαδή χωρίς δισταγμό, χωρίς κανέναν εκλεκτικισμό»42.
Η ανάγκη -και η ικανότητα- να ξεφύγει κανείς από τις παγίδες που του βάζουν τα ίδια τα δικά του «σχήματα» εγγράφονται στην ίδια αυτή «αρνητική» πραγματικότητα που «θέλουμε να αλλάξουμε»...
Τάσος Αναστασιάδης
30 Απριλίου 2017
Σημειώσεις
1 «Η επίδραση του Χέγκελ στον Λένιν»: αυτός ο τίτλος αναγγέλθηκε στο 3-ήμερο, το αφιερωμένο στις «Θέσεις του Απρίλη». Το κείμενο της εισήγησης δεν διαβάστηκε ολόκληρο (λόγω χρόνου), ενώ αναπτύχθηκαν προφορικά και ορισμένα συγκεκριμένα επιμέρους σημεία, που πήραν υπόψη προηγούμενες εισηγήσεις και αντίστοιχες συζητήσεις που είχαν αναδιπλωθεί. Το παρόν κείμενο προσπάθησε να ενσωματώσει (εκ των υστέρων) ορισμένες από αυτές τις προφορικές παρατηρήσεις.
2 Όπως ήδη άλλωστε το έκαναν εν μέρει, χτες, ο Κ.Σκορδούλης ή, προχτές, ο Γ.Γιαννόπουλος.
3 Michael Lowy, «De la Grande Logique de Hegel à la gare finlandaise de Petrograd», ch.VII du «Dialectique et révolution. Essais de sociologie et d’histoire du marxisme», éditions anthropos, Paris 1973.
4 Μετά τη δική μου εισήγηση, το ανέπτυξε ωραία ο Θ.Κουτσουμπός.
5 Όπου συμπεριλαμβάνονται και οι αναγκαίες αλλαγές της.
6 Αυτή τη δυναμική την περιέγραψε χτες και η Χρ.Πάλλιου.
7 Το πρόγραμμα που θέτει ο ίδιος στο διάβασμά του έχει αναφερθεί αρκετές φορές: «Γενικά, προσπαθώ να διαβάσω τον Χέγκελ ως υλιστής: Ο Χέγκελ είναι ο υλισμός τοποθετημένος ανάποδα (σύμφωνα με τον Ένγκελς) -δηλαδή, να βάλω στην άκρη σε μεγάλο βαθμό τον θεούλη, το Απόλυτο, την καθαρή Ιδέα, κλπ.» Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.102. Ωστόσο, προχωρώντας το διάβασμά του, το θέμα περιπλέκεται. Έτσι, για παράδειγμα, φτάνοντας στην «απόλυτη Ιδέα» του Χέγκελ, αναφωνεί: «Είναι αξιοσημείωτο ότι όλο αυτό το κεφάλαιο για την ‘απόλυτη Ιδέα’ δε λέει σχεδόν καμία κουβέντα για το Θεό (η ‘θεία έννοια’ εμφανίζεται μόλις μία φορά). Επιπλέον, -να σημειωθεί- το κεφάλαιο αυτό δεν περιέχει σχεδόν κανέναν ειδικόιδεαλισμό, αλλά έχει για ουσιαστικό θέμα τη διαλεκτική μέθοδο. Το σύνολο και η συμπύκνωσή του, τα τελευταία λόγια και η ουσία της Λογικής του Χέγκελ είναι η διαλεκτική μέθοδος -αυτό είναι πλήρως αξιοσημείωτο. Και ακόμα και το εξής: σε αυτό ακριβώς το έργο του Χέγκελ, το πιο ιδεαλιστικό, υπάρχει ο λιγότερος ιδεαλισμός και ο περισσότερος υλισμός.’Είναι αντιφατικό’, αλλά είναι γεγονός!». Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.222. [Η απόδοση στα ελληνικά γίνεται από εμένα από τα κείμενα που αναφέρονται. ΤΑ]
8 Όπως μας το θύμισε χτες και ο Π.Μαυροειδής.
9 Με την ψήφιση των πολεμικών δαπανών, αντίθετα σε ό,τι διακήρυττε ώς τότε.
10 «Το άμεσο καθήκον μας δεν είναι να ‘εισάγουμε’ το σοσιαλισμό», θέση 8.
11Το οποίο και εισάγει- λέμε πρωθύστερα-, το νέο πλαίσιο σκέψης, της ολότητας: η ρώσικη επανάσταση μπορεί να ιδωθεί ως «σοσιαλιστική», μόνο επειδή είναι η αρχή της παγκόσμιας επανάστασης...
12 Η Φ. Οικονομίδου μας περιέγραψε χτες αυτή την οργάνωση, αν και κυρίως τη μετέπειτα (υπονοώντας και τα κατοπινά της προβλήματα -ιδιαίτερα το «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» τους). Για το ξεκίνημά τους, το Φλεβάρη και Μάρτη, ο Τρότσκι δίνει μια ωραία περιγραφή διαφορετικής τάξης αδυναμιών τους, ιδιαίτερα μιας νομιμοποίησής τους που δεν πήγασε, στην αρχή, από την πυραμιδωτή τους οργάνωση, αλλά από την πολιτική τους εμπειρία από το 1905.
13 Η προσωρινή κυβέρνηση είναι «αστική» για όλους: για την ίδια, για τις μάζες, για τα σοβιέτ, για τα άλλα (ρεφορμιστικά, επαναστατικά ή, με σημερινή ορολογία, «αριστερά» κόμματα), για τους ξένους, κλπ. Ο Τρότσκι, μάλιστα, στην «Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης» (κεφ. για τη «Νέα Εξουσία»), περιγράφει πολύ γλαφυρά και εύγλωττα το πρώτο, προσωπικό, αλισβερίσι του, «ρεφορμιστή», Αλεξάντερ Κερένσκι για να τη χωθεί στην -αστική- κυβέρνηση, σε σύγκρουση με ό,τι υποστήριζαν τυπικά εσέροι και μενσεβίκοι, αλλά και οι υπόλοιποι! Το κατάφερε, μάλιστα, σχετικά γρήγορα (πριν τον Απρίλη), να χωθεί ανάμεσα στους αυθεντικούς αστούς (αντικαθιστώντας τον Μακλάκοφ), αλλά βασικά ως προσωπική «εξαίρεση», ως «προσωπικότητα»- έστω και αν, έτσι, άνοιξε έναν διάπλατο δρόμο για τη συνέχεια!
14 Η πρώτη προσωρινή κυβέρνηση, που συνεχίζει να κυβερνάει τον Απρίλη, όταν φτάνει ο Λένιν στην Πετρούπολη, σχηματίστηκε από τους:
·            Πρίγκηπας Γκεόργκυ Λβοφ, πρωθυπουργός (παλιός καντέτος).
·            Υπουργός εξωτερικών, Πάβελ Μυλιούκοφ (καντέτος).
·            Υπουργός πολέμου, Αλεξάντερ Γκούτσκοφ («Οκτωβριστής», δηλαδή φιλελεύθερος μοναρχικός).
·            Υπουργός συγκοινωνιών, Νικολάι Νεκράσοφ (καντέτος).
·            Υπουργός εμπορίου και βιομηχανίας, Αλεξάντερ Κονοβάλοφ (επιχειρηματίς και καντέτος, «προοδευτικός»).
·            Υπουργός οικονομικών, Μιχαήλ Τερετσένκο, (πολιτικά ανεξάρτητος, επιχειρηματίας με βιομηχανίες και λατιφούντια, αλλά και χρηματιστηριακές δραστηριότητες)
·            Υπουργός παιδείας, Αντρέι Μανουίλοφ (καντέτος).
·            Υπουργός γεωργίας, Αντρέι Σιγκάρεφ (καντέτος).
·            Υπουργός δικαιοσύνης, Βασίλι Μακλάκοφ (καντέτος)
·            Παρατηρητής της Αγίας Συνόδου, Βλάντιμιρ Λβόφ (του παλιού «προοδευτικού» κόμματος -σύμμαχοι των καντέτων)
15 Θα μπορούσαμε, έτσι, να πούμε, κάπως «εγελιανά», ότι ο Λένιν καταφέρνει να είναι ο επαναστάτης που ξέρουμε, επειδή ακριβώς είναι ανυποχώρητα «ρεφορμιστής»... Προτιμάει να εγκαταλείψει τα διανοητικά του σχήματα για την επανάσταση παρά να προδώσει την άμεση ικανοποίηση των μαζών!
16 Εξού και η ανάγκη «να εξηγούμε υπομονετικά» στις μάζες -όπως μας το ανέπτυξε και ο Λ.Μπόλαρης προχθές. Να εξηγήσουμε, λέει ο Λένιν, ότι υπάρχει «άρρηκτη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο» και ότι «είναι αδύνατον να σταματήσει ο πόλεμος με μια πραγματικά δημοκρατική ειρήνη που να μην έχει επιβληθεί με τη βία χωρίς να ανατραπεί το κεφάλαιο» (1η θέση).
17 Η απαίτηση του Λένιν για να σταματήσει η πολεμική σφαγή είναι τόσο ανυποχώρητη, πλήρης, απόλυτη, που θα ξαναπάρει την ίδια θέση και αργότερα, όταν θα είναι στην εξουσία, απαιτώντας -στο Μπρεστ Λιτόφσκ- άμεση συνθηκολόγηση με όποιο κόστος, αντίθετα από τον Τουχατσέφσκι και άλλους, που θα ονειρεύονται πάλι «επαναστατικούς πολέμους», και ακόμα και αντίθετα και με τον Τρότσκι, που ήθελε να καθυστερήσει «παιδαγωγικά» απέναντι στο γερμανικό προλεταριάτο.
18 Το μανιφέστο καταγγέλλει τον πόλεμο, όμως επίσης δηλώνει ότι, τώρα, έχει κάπως αλλάξει και ότι, επομένως, «η ρωσική επανάσταση δε θα υποκύψει απέναντι στις μπαγιονέτες των κατακτητών και δεν θα επιτρέψει να συντριβεί από τα ξένα στρατεύματα». Από το «κάλεσμα του σοβιέτ της Πετρούπολης προς τους λαούς όλου του κόσμου», 14/3/1917.
19 «Το μανιφέστο της 14 Μαρτίου, ‘στην ουσία του’, ευθυγραμμιζόταν με τον Λόυντ Τζορτζ και έδινε μια πολύτιμη στήριξη στην μιλιταριστική προπαγάνδα στην Αμερική. Είχε τρεις φορές δίκιο, η εφημερίδα του Μιλιούκοφ, όταν έγραφε πως ‘το κάλεσμα, που ξεκινάει με τόσο τυπικά ειρηνιστικούς τόνους, αναπτύσσεται στην πραγματικότητα σε μια ιδεολογία που είναι κοινή με τους συμμάχους μας’. Εάν οι Ρώσοι φιλελεύθεροι, ωστόσο, το επέκριναν επανειλημμένως και σκληρά, εάν η γαλλική λογοκρισία αρνήθηκε να το αφήσει να κυκλοφορεί, αυτό οφειλόταν στον φόβο για την ερμηνεία που μπορούσαν να δώσουν στο ντοκουμέντο οι επαναστατικές και καλόπιστες μάζες». Τρότσκι, «Histoire de la révolution russe», t.1, ch. «Les dirigeants et la guerre», Éd.Seuil, Paris 1950, σελ.325.
20 Μήνα Μάρτη, στη Ρωσία, πρακτικά πολεμικές ενέργειες δεν μπορούσαν να γίνουν. Όμως το μέτωπο υπήρχε. Και ο Μιλιούκοφ (επί της ουσίας πρωθυπουργός) ετοιμαζόταν να καταλάβει την... Κωνσταντινούπολη!
21 Θέση 8.
22 Θέση 9.
23 Προχτές, ο Γ.Γιαννόπουλος αναφέρθηκε στην πρώτη θέση για τον Φόυερμπαχ, όπου ο «υλισμός» του Μαρξ ακριβώς κόβει με τον «υλισμό» του Φόυερμπαχ (στον οποίο κυρίως αναφέρεται ο «ορθόδοξος μαρξισμός»), και το κάνει εισάγοντας την «υποκειμενική» δυνατότητα και, άρα, και την «ευθύνη» για να αλλάξουμε τον κόσμο -και όχι απλώς να τον περιγράψουμε («ερμηνεύσουμε») -»11η θέση για τον Φόυερμπαχ»!
24 Η κριτική του χυδαίου υλισμού του «ορθόδοξου μαρξισμού» είναι κύριο θέμα στην ανάγνωση του Χέγκελ από τον Λένιν. Έτσι, γράφει επικριτικά: «Οι μαρξιστές επέκριναν στις αρχές του 20ου αιώνα τους καντιστές και τους χιουμιστές, περισσότερο όμως αλά Φόυερμπαχ ή αλά Μπύχνερ και όχι αλά Χέγκελ», εξηγώντας, σε έναν προηγούμενο «αφορισμό», ότι: «Ο Πλεχάνοφ επικρίνει τον καντισμό (και γενικότερα τον αγνωστικισμό) περισσότερο από την οπτική γωνία του χυδαίου υλισμού και λιγότερο από την οπτική γωνία του διαλεκτικού υλισμού, στο μέτρο που απλώς απορρίπτει τους συλλογισμούς τους, χωρίς όμως να τους διορθώνει (όπως ο Χέγκελ διόρθωνε τον Καντ), εμβαθύνοντάς τους, γενικεύοντάς τους, επεκτείνοντάς τους, δείχνοντας τη σχέση και τα περάσματα ανάμεσα στις έννοιες όλων των ειδών», Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.169.
25 «Όταν διαβάζουμε τον Χέγκελ για την αιτία, μοιάζει καταρχήν περίεργο που στέκεται σχετικά πολύ λίγο στο θέμα αυτό, το τόσο αγαπημένο των καντιστών. Ε, λοιπόν! είναι επειδή γι’ αυτόν η αιτία είναι μόνο μία από τους καθορισμούς της καθολικής σχέσης, πράγμα που το είχε ήδη συνυπολογίσει πολύ πιο βαθιά και καθολικά ήδη από πριν, υπογραμμίζοντας πάντα και ήδη από την αρχή, σε όλη την έκθεσή του αυτή τη σχέση, τα αμοιβαία περάσματα, κλπ., κλπ.». Και συνεχίζει αποδίδοντας ακριβώς «ιδεαλισμό» στο εμπειριστικό πρόγραμμα, ακόμα και για τη φύση! «Θα ήταν πολύ εποικοδομητικό να συγκρίνουμε τους ‘πόνους’ του νεοεμπειρισμού (αντίστοιχα τον ‘φυσικό ιδεαλισμό’) με τις λύσεις, ή ακριβέστερα με τη διαλεκτική μέθοδο του Χέγκελ» Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.152-153.
26 «Πολύ καλή», αναφωνεί ο Λένιν, αυτή «η παράγραφος 225 της ‘Εγκυκλοπαίδειας’ όπου η ‘γνώση’ (‘θεωρητική’) και η ‘θέληση’, η ‘πρακτική δραστηριότητα’, αντιπροσωπεύονται με δύο πλευρές, δύο μεθόδους, δύο μέσα για την κατάργηση ‘μονομέρειας’ τόσο της αντικειμενικότητας όσο και της υποκειμενικότητας», Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.198.
27 Μετά από μια προσπάθεια σχηματοποίησης σε 16 σημεία του πλούτου αυτού της κίνησης, ο Λένιν συμπεραίνει: «Θα μπορούσαμε να ορίσουμε συνοπτικά τη διαλεκτική ως τη θεωρία της ενότητας των αντιθέτων. Με αυτό θα συλλαμβάναμε τον πυρήνα της διαλεκτικής», αλλά προθέτει ταυτόχρονα τις δυσκολίες (ή ίσως και αδυναμία) ορισμού: «όμως αυτό απαιτεί εξηγήσεις και ανάπτυξη», Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.211.
28 «Είναι ένας αξιοσημείωτα υλιστικός και αξιοσημείωτα ορθός ορισμός (με τον όρο ‘ruhige» [ηρεμία]. «Ο νόμος παίρνει αυτό που είναι ήρεμο -και έτσι ο νόμος, ο κάθε νόμος, είναι στενός, ατελής, προσεγγιστικός», παρατηρεί ο Λένιν στη συνέχεια του Χέγκελ, που λέει ότι «το βασίλειο των νόμων είναι η ήρεμη εικόνα του υπαρκτού ή αναδυόμενου κόσμου», Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.143.
29 Καρλ Μαρξ «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ», in Karl MarxFriedrich Engels, «Lidéologie allemande», Éd.Sociales, Paris 1968, σελ.34. Η ιδέα του Μαρξ δεν είναι προφανώς ότι δεν θέλουμε να «ερμηνεύσουμε» τον κόσμο όπως αυτός είναι. Όμως, ως πολιτικά όντα («κόμμα»), δεν κάνουμε απλό σχολιασμό για να μας επιβεβαιώσει η ιστορία, γιατί έχουμε «ευθύνη», στο μέτρο που η «πράξη» μας -όπου συμπεριλαμβάνεται και ο «λόγος» μας- έχει πραγματικές επιπτώσεις, συμμετέχει στον κόσμο που «ερμηνεύει» και, ενίοτε, τον δημιουργεί! [Είχα αναπτύξει τη θεματική αυτή στον Σπάρτακο παλαιότερα: Βλ. Τ. Αναστασιάδης, «Λόγος και πράξη: Ενάντια στην υποστασιοποίηση ενός επιστημονικίστικου «ορθολογισμού»», Σπάρτακος 38, Ιούνης 1994].
30 Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ το έχει εξηγήσει πολύ ωραία, βλ. π.χ. και το βιβλίο του: «Η επαναστατική στρατηγική σήμερα», Εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015, σελ.44-54.
31 Η δυσκολία αυτή εκφράζεται από έναν γνωστό «αφορισμό» του Λένιν (ο ίδιος το ονομάζει έτσι), ακριβώς στα φιλοσοφικά του τετράδια διαβάζοντας τη Λογική του Χέγκελ: «Δεν μπορούμε να καταλάβουμε πλήρως ‘το Κεφάλαιο’ του Μαρξ και ιδιαίτερα το πρώτο του κεφάλαιο χωρίς να έχουμε βαθιά μελετήσει και χωρίς να έχουμε καταλάβει όλη τη Λογική του Χέγκελ. Δηλαδή ούτε ένας μαρξιστής δεν έχει καταλάβει τον Μαρξ, μισόν αιώνα μετά». Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.170.
32 «Και εδώ ο Χέγκελ έχει δίκιο στο βάθος», παρατηρεί σε ένα σημείο ο Λένιν διαβάζοντας τον Χέγκελ: «ηαξία είναι μια κατηγορία entbehrt des Stoffes der Sinnlichkeit« [=χωρίς αισθητηριακή υλικότητα], «αλλά είναι πιο αληθινή από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης». Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.162. Η «αισθητηριακή υλικότητα» της προσφοράς και της ζήτησης είναι ασφαλώς μεγαλύτερη από της αξίας, όμως η αλήθεια τους είναι αντίστροφη -όχι ανύπαρκτη («πιο αληθινή»).
34 Και όπως μας εξήγησε χτες και ο Ν.Στραβελάκης, προσπαθώντας να εξάγει την εμπειρία της νομισματικής πολιτικής των μπολσεβίκων, ο «πραγματισμός» της και η σχετική του επιτυχία, έδειξε ότι τα σχήματα της «ποσοτικής θεωρίας» εγκλωβίζουν τη σκέψη, υποτιμώντας την κίνηση του κεφαλαίου διεθνώς, και δεν μπορούν ως τέτοια να χρησιμοποιηθούν για να την αντικρούσουν (μέσα από απλές υποτιμήσεις, κλπ.).
35 «Στη μορφή ΙΙΙ, που είναι η δεύτερη αναποδογυρισμένη μορφή και που επομένως ενυπάρχει σε αυτήν, το ύφασμα εμφανίζεται αντίστροφα ως η ΓΕΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ» [Gattungsform] «του ισοδύναμου για όλα τα άλλα εμπορεύματα. Είναι σαν, δίπλα και έξω από τα λιοντάρια, τις τίγρεις, τους λαγούς και όλα τα πραγματικά ζώα, που όλα μαζί αποτελούν τις διάφορες ράτσες, τα διάφορα είδη, υποομάδες, οικογένειες, κλπ., του ζωικού βασιλείου, να υπήρχε επιπλέον και ΤΟ ΖΩΟ, εξατομικευμένη ενσάρκωση όλου του ζωικού βασιλείου. Ένα τέτοιο άτομο» [ein solches Einzelne], «που συμπυκνώνει μόνο του τα πραγματικά υπαρκτά είδη του ίδιου πράγματος είναι ένα ΚΑΘΟΛΙΚΟ» [ein Allgemeines], «όπως για παράδειγμα ΖΩΟ, ΘΕΟΣ, κλπ.». Καρλ Μαρξ, πρώτο κεφάλαιο του «Κεφαλαίου», για τη μορφή ΙΙΙ (γενικό ισοδύναμο). Το απόσπασμα αυτό είναι από την πρώτη έκδοση, του 1867, και αναφέρεται από τον Ruy Fausto «Abstraction réelle et contradiction: sur le travail abstrait et la valeur (I)»,Critique de l’Économie Politique, nouvelle série no2, janvier-mars 1978, p.94, με παραπομπή στο: Marx, «Ware und Geld» (Das Kapital,I, erste Auflage, 1967, 1 Buch, Kapital 1), in Marx-Engels, Studienausgabe, II, «Politische Okonomie», Frankfurt am Main, Fischer, 1966, pa. 234.
36 Ούτε και να κλείσει σε «κύκλωμα», άλλωστε, μπορεί, όπως θα το ήθελαν οι κεϋνσιανοί, καθώς μπορεί να εξισώνονται, στην περιεκτικότητα της αξίας, μέλλον και παρελθόν, χωρίς όμως να μπορεί να απαλλαγεί από τον πραγματικό «χρόνο» που συμπυκνώνουν αναγκαστικά ως κεφάλαιο -ο Στ.Τομπάζος το εξηγεί ωραία αυτό:Tombazos Stavros (préface Labica G., postface Bensaid D.), «Le temps dans lanalyse économique. Les catégories du temps dans le Capital», Ed. Société des saisons, Paris, 1994.
37 Εν μέρει το υπονόησε και ο Ν.Στραβελάκης χτες, εξετάζοντας το νομισματικό εργαλείο των μπολσεβίκων, παραπέμποντας υποθετικά και σε έναν μετασχηματισμό αξιών σε τιμές παραγωγής, που θα εξαφανιζόταν μόνο εάν το κέρδος έφτανε να μηδενιστεί.
38 Βλ. Τ. Αναστασιάδης «Αξία και χρήμα στις νεοκλασικές οικονομικές θεωρίες: μια μαρξιστική κριτική», παράρτημα 4, «Σχετικά συστήματα: αναγκαστική ανισορροπία τους (η περίπτωση των χωρών)», Μαρξιστικός Όμιλος, 27/2/2001.
39 Μέσω εξίσωσης του ποσοστού του κέρδους, όπως το έδειξε η συζήτηση για το μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής (βλ.και σημείωση 33).
40 Ανάλογα με τη χώρα, πάντως, καθώς ενίοτε υπάρχει και εισβολή του ιδιωτικού κεφαλαίου στην εκπαίδευση, αν και η πίεση του κεφαλαίου στην παιδεία εισάγεται κυρίως περιφερειακά ως κριτήριο αποτελεσματικότητας και συνδυάζεται με μηχανισμούς της αγοράς στο εσωτερικών των εκπαιδευτικών διαδικασιών (και της έρευνας).
41 Και προς τα πίσω και προς τα μπρός: ως εκπαίδευση με πίστωση (δανεισμό, π.χ. φοιτητικά δάνεια), αλλά και ως «απόδοση» δεξιοτήτων... Ας θυμίσουμε ότι κάτι ανάλογο γίνεται και με ένα τμήμα του μισθού, τη σύνταξη, που οι παράλληλες αναδιαρθρώσεις που ξεκίνησαν παγκοσμίως από τη «συναίνεση της Ουάσιγκτον», στις αρχές της δεκαετία του ‘90, έχουν για στόχο κυρίως (πέραν του ύψους του) να το μετατρέψουν από μισθό σε απόδοση ενός υποτιθέμενου κεφαλαίου.
42 Lénine, «Cahiers philosophiques», Éditions sociales, Paris 1973, σελ.214.