Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Λ. Τρότσκι: Που βαδίζει η Γαλλία, 1934


Λ. Τρότσκι: Που βαδίζει η Γαλλία, 1934
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε από τον Τρότσκι τρεις μόλις μέρες μετά το πραξικόπημα των φασιστών και την αποτυχημένη απόπειρά τους να καταλάβουν τη γαλλική Βουλή στις 6 Φλεβάρη 1934. Είναι η χρονιά που οι φασίστες έχουν αποθρασυνθεί εντελώς σε όλη την Ευρώπη. Στην Αυστρία έχουν ήδη εγκαταστήσει το βρομερό καθεστώς τους με το πραξικόπημα του Ντόλφους. Στην Πορτογαλία με τον Σαλαζάρ. Στη Γερμανία βρίσκονται στην εξουσία ήδη έναν χρόνο. Το θράσος του φασιστικού υποκόσμου γίνεται ακόμα μεγαλύτερο, πατώντας πάνω στην ατολμία και την δειλία της σοσιαλδημοκρατίας και της σταλινικής αριστεράς.
Λ. Τρότσκι


 Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ύστερα από τον πόλεμο έγιναν μια αειρά επαναστάσεις που σημειώσανε λαμπρές νίκες: στη Ρωσία, στη Γερμανία, στην Αυστροουγγαρία, αργότερα στην Ισπανία. Μα μόνο στη Ρωσία το προλεταριάτο πήρε ολοκληρωτικά την εξουσία στα χέρια του, απαλλοτρίωσε τους απαλλοτριωτές και γιαυτό μπόρεσε να δημιουργήσει και να διατηρήσει ένα εργατικό κράτος. Σόλες τις άλλες χώρες το προλεταριάτο μόλη τη νίκη του, στάθηκε στα μισά του δρόμου και σαυτό έφταιξε η ηγεσία του. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεφύγει η εξουσία από τα χέρια του, να μετατοπιστεί από τα αριστερά στα δεξιά, ώσπου έγινε λεία το φασισμού. Σε μια σειρά άλλες χώρες η εξουσία έπεσε στα χέρια μιας στρατιωτικής δικτατορίας. Σε καμία απαυτές τις χώρες το κοινοβούλιο δε βρέθηκε ναχει τη δύναμη να συμφιλιώσει τις ανπφάσεις των τάξεων και να εξασφαλίσει μια ειρηνική πορεία στην εξέλιξη. Η σύγκρουση βρήκε τη λύση της με τα όπλα.


 Εδώ στη Γαλλία είναι αλήθεια ότι για πολύ καιρό νομίζανε πώς ο φασισμός δεν έχει καμία θέση στη χώρα. Κι αυτό, γιατί εδώ έχουμε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία και όλα τα ζητήματα τα λύνει ο κυρίαρχος λαός με την καθολική ψηφοφορία. Αλλά σης 6 Φλεβάρη (1934) μερικές χιλιάδες φασίστες και βασιλικοί οπλισμένοι με πιστόλια, με τουφέκια και με ξουράφια, επιβάλανε στη χώρα την ανπδραστική κυβέρνηση Ντουμέργκ, που με την προστασία της ύστερα οι φασιστικές συμμορίες εξακολουθούν να μεγαλώνουν και να οπλίζονται. Τι μας περιμένει αύριο;


 Βέβαια στη Γαλλία, όπως και σε ορισμένες άλλες χώρες της Ευρώπης (Αγγλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ελβετία, σκανδιναβικές χώρες) υπάρχει ακόμα ένα κοινοβούλιο, εκλογές, δημοκρατικές ελεύθερες ή απομεινάρια τους. Σόλες όμως αυτές τις χώρες η πάλη των τάξεων οξύνεται παίρνοντας την ίδια κατεύθυνση που πήρε πρωτύτερα στην Ιταλία και τη Γερμανία. Όποιος παρηγορείται με τη φράση: «η Γαλλία δεν είναι Γερμανία», αυτός είναι απελπιστικά ανόητος. Σόλες τις χώρες σήμερα ενεργούν οι ίδιοι ιστορικοί νόμοι: είναι οι νόμοι της καπιταλιστικής παρακμής. Αν τα μέσα της παραγωγής εξακολουθήσουν να μένουν στα χέρια ολιγάριθμων καπιταλιστών, δεν υπάρχει σωτηρία για την κοινωνία Είναι καταδικασμένη να βαδίζει από κρίση σε κρίση από δυστυχία σε δυστυχία, από το κακό στο χειρότερο. Οι συνέπειες της γεροντικής κατάπτωσης και της παρακμής του καπιταλισμού εκδηλώνονται σης διάφορα; χώρες με διαφορετικές μορφές και με άνισους ρυθμούς. Η ουσία όμως της εξέλιξης είναι παντού η ίδια. Η μπουρζουαζία έχει φέρει την κοινωνία σε ολοκληρωτική χρεοκοπία. Δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει στο λαό ούτε ψωμί. ούτε την ειρήνη. Γιαυτό ακριβώς δε μπορεί να ανέχεται περισσότερο το δημοκρατικό σύστημα. Είναι αναγκασμένη να συντρίψει τους εργάτες με τη βοήθεια της φυσικής βίας. Μα η δυσαρέσκεια των εργατών και των χωρικών δε μπορεί να πνιχτεί με την αστυνομία μονάχα. Πάρα πολύ συχνά είναι αδύνατο να βάζεις το στρατό να βαδίσει ενάντια στο λαό. γιατί μέσα στο στρατό αρχίζει η αποσύνθεση και στο τέλος πολλοί ατό τους στρατιώτες περνάνε με το μέρος του λαού. Αυτός είναι ο λόγος που το μεγάλο κεφάλαιο αναγκάζεται να δημιουργεί ιδιαίτερες ένοπλες συμμορίες, ειδικά γυμνασμένες ενάντια στους εργάτες, όμοια όπως ορισμένες ράτσες σκυλιών είναι γυμνασμένες για κυνήγι.
 Ο ιστορικός ρόλος του φασισμού είναι να τσακίσει την εργατική τάξη, να καταστρέψει τις οργανώσεις της, να πνίξει τις πολιτικές ελευθερίες από τη στιγμή που οι καπιταλιστές αποδεικνύονται πια ανίκανοι να διευθύνουν και να κυριαρχούν με τη βοήθεια της δημοκρατικής μηχανής.


 Το ανθρώπινο υλικό του ο φασισμός το βρίσκει ιδιαίτερα στους κόλπους της μικροαστικής τάξης, η οποία τελικά καταστρέφεται από το μεγάλο κεφαλαίο Με τη σημερινή κοινωνική διάρθρωση, δεν υπάρχει σωτηρία γιαυτή. Αλλά και εκείνη δεν βλέπει άλλη διέξοδο. Τη δυσαρέσκειά της, την εξέγερση της. την απελπισία της α φασίστες την αποστρέφουν από το μεγάλο κεφάλαιο και την στρέφουν εναντίον των εργατών. Μπορεί κανείς να πει για το φασισμό άτι είναι μια χειρουργική επέμβαση για εξάρθρωση των εγκεφάλων των μικροαστών προς το συμφέρον των χειρότερων εχθρών τους. Έτσι, το μεγάλο κεφάλαιο καταστρέφει πρώτα τις μεσαίες τάξεις, και ύστερα με τη βοήθεια των πληρωμένων πρακτόρων του, των δημαγωγών φασιστών. στρέφει την απελπισμένη μικροαστική τάξη εναντίον του προλεταριάτου. Μόνο με τέτοιες αχρείες μεθόδους μπορεί ακόμα να διατηρηθεί το αστικό καθεστώς. Ως πότε; Έως ότου ανατραπεί από την προλεταριακή επανάσταση.
 Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Στη Γαλλία η κίνηση από τη δημοκρατία στο φασισμό είναι ακόμα στο πρώτο της στάδιο. Το κοινοβούλιο υπάρχει μα δεν έχει πια τις εξουσίες που είχι άλλοτε και ούτε πια θα τις ξαναποκτήσει ποτέ. Πεθαμένη από το φόβο της η πλειοψηφία του Κοινοβουλίου, ύστερα από την 6η του Φλεβάρη, κάλεσε στην εξουσία το Ντουμεργκ, το σωτήρα, το διαιτητή. Η κυβέρνηση του στέκει πάνω από το Κοινοβούλιο Στηρίζεται όχι στη «δημοκρατικάεκλεγμένη πλειοψηφία, αλλά άμεσα και απευθείας στο γραφειοκρατικό μηχανισμό, στην αστυνομία και στο στρατό. Να γιατί ακριβώς ο Ντουμέργκ δε μπορεί να ανεχθεί καμία ελευθερία για τους δημοσίους υπαλλήλους και γε-νικά για όσους υπηρετούν το κράτος.


 Αυτός χρειάζεται ένα υποτακτικό και πειθαρχημένο γραφειοκρατικό μηχανισμό, που να μπορεί να στηρίζεται στην κορυφή του δίχως κίνδυνο να πέσει. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι αναγκασμένη να σκύψει το κεφάλι μπροστά στο Ντουμέργκ, επειδή τρέμει τους φασίστες και το «κοινό μέτωπο». Πολλά γράφουνε τώρα σχετικά με τη «μεταρρύθμιση» που πρόκειται να γίνει στο Σύνταγμα, σχετικά με το δικαίωμα για τη διάλυση της Βουλής κλπ. Όλα αυτά τα ζητήματα έχουνε μόνο νομικό ενδιαφέρον.
 Στην πολιτική του έννοια το ζήτημα έχει κιόλας λυθεί. Η μεταρρύθμιση έχει πραγματοποιηθεί δίχως να πάνε οι βουλευτές και οι γερουσιαστές σης Βερσαλλίες. Η εμφάνιση στη σκηνή φασιστικών συμμοριών έδωσε τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο, νανυψωθεί πιο πάνω απτο Κοινοβούλιο Γιαυτό βρίσκεται σήμερα η ουσία του γαλλικού Συντάγματος. Όλα τ* άλλα εί-ναι αυταπάτες μόνο, φράσεις ή συνειδητή κοροϊδία.


 Ο σημερινός ρόλος του Ντουμέργκ (καθώς και των πιθανών του διαδόχων, σαν το στρατηγό Πεταίν ή τον Ταρντιέ) δεν είναι καινούργιο πράγμα Είναι ρόλος ανάλογος με εκείνον που σε άλλες συνθήκες έπαιξαν ο Ναπολέων ο 1ος και ο Ναπολέων ο 3ος. Η ουσία του βοναπαρτισμού είναι ότι στηριγμένος στην πάλη δύο στρατοπέδων αυτός «σώζει το έθνος». με τη βοήθεια μιας γραφειοκρατικής- στρατιωτικής δικτατορίας. Ο Ναπολέων ο 1ος εκπροσώπησε το βοναπαρτισμό της ορμητικής νεότητας της οστικής κοινωνίας. Ο βοναπαρτισμός του Ναπολέοντα του 3ου είναι ο βοναπαρτισμός της στιγμής όπου στο κεφάλι της μπουρζουαζίας άρχισε κιόλας η φαλάκρα. Στο πρόσωπο του Ντουμπέργκ έχουμε το γεροντικό βοναπαρτισμό της καπιταλιστικής δύσης.
 Η κυβέρνηση Ντουμπέργκ είναι ο πρώτος σταθμός της μετάβασης από τον κοινοβουλευτισμό στο βοναπαρτισμό. Για να κρατήσει την ισορροπία ο Ντουμπέργκ χρειάζεται ναχει δεξιά του τις φασιστικές και τις άλλες συμμορίες που τον έφεραν στην εξουσία. Να ζητάμε απαυτόν να διαλύσει -όχι στο χαρτί, μα στην πραγματικότητα- τις Πατριωτικές νεολαίες, τους Πυροσταυρίτες, τους ΒασιλικούςΚαμελό ντί Ροά”) κλπ είναι σα να του ζητάμε να κόψει το κλαρί που κάθεται.


 Φυσικά μπορεί ναχουμε προσωρινές ταλαντεύσεις από την μια ή την άλλη μεριά. Έτσι, μια πρόωρη επίθεση του φασισμού θα προκαλέσει σης κυβερνητικές κορφές κάποια μετατόπιση στααριστερά”. Ο Ντουμπέργκ θα άφηνε στη θέση του, τότε όχι στον Ταρντιέ, παρά στον Εριό Καταρχήν, κανείς δε μας είπε πως οι φασίστες θα κάνουν μια απόπειρα πραξικοπήματος. Ύστερα, μια πρόσκαιρη μετατόπιση των αρχηγών στα αριστερά δε θάλλαζε τη γενική κατεύθυνση της εξέλιξης, και μόνο θα μπορούσε να αναβάλει λιγάκι τη λύση.
 Για να ξαναγυρίσουμε πίσω σε μια ειρηνική δημοκρατία δεν υπάρχει δρόμος Η εξέλιξη οδηγεί αναπόφευκτα αλάνθαστα, σε μια σύγκρουση του προλεταριάτου με το φασισμό.
 ΘΑ ΒΑΣΤΑΞΕΙ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ Ο ΒΟΝΑΠΑΡΤΙΣΜΟΣ

Πόσο καιρό μπορεί να διατηρηθεί το τωρινά μεταβατικά καθεστώς του βοναπαρτισμού, Η με άλλα λόγια. Πόσος καιρός μένει ακόμα στο προλεταριάτο να ετοιμαστεί για την αποφασιστική μάχη; Σαυτό το ερώτημα δε μπορούμε, φυσικά, ναπαντήσουμε με ακρίβεια. Μπορούμε όμως ωστόσο να εξακριβώσουμε ορισμένα δεδομένα για να εκτιμήσουμε την ταχύτητα πουχει η πορεία της εξέλιξης συνολικά. Το σπουδαιότερο στοιχείο που θα μας επιτρέψει να κρίνουμε είναι η εξέλιξη του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Από την πρώτη του εμφάνιση ο σημερινός βοναπαρτισμός συνδέεται, κα-θώς ειπώθηκε, με την απαρχή ενός εμφυλίου πόλεμου ανάμεσα στα πιο ακραία πολιτικά στρατόπεδα. Το κυριότερο υλικά στήριγμα του το βρίσκει στην αστυνομία και στο στρατό. Έχει όμως και ένα πολιτικό στήριγμα από ταριστερό: αυτό είναι το Ριζοσπαστικό-Σοσιαλιστικό κόμμα. Η βάση του μαζικού αυτού κόμματος αποτελείται από τους μικροαστούς στις πόλεις και στα χωριά. Κορφές του κόμματος είναι οι «δημοκρατικοί» πράκτορες της μεγάλης μπουρζουαζίας, που αργά και κάπου δίνανε στο λαό μικρομεταρρυθμίσεις και συχνότερα δημοκρατικές φράσεις, τον έσωζαν κάθε μέρα (στο λόγια) από την αντίδραση και την παπαδοκρατία, αλλά σε όλα τα σπουδαία ζητήματα εφάρμοζαν την πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου.
 Μπροστά στην απειλή του φασισμού, ια ακόμα περισσότερο του προλεταριάτου, οι ριζοσπάστες-σοσιαλιστές βρέθηκαν αναγκασμένοι να περάσουν από το στρατόπεδο της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» στο στρατόπεδο του βοναπαρτισμού. Όπως κάνει η γκαμήλα κάτω από το καμτσίκι του καμηλιέρη, έτσι κι ο ριζοσπαστισμός γονάτισε χάμω για να καθίσει πάνω στη ράχη του η καπιταλιστική αντίδραση. Δίχως την πολιτική υποστήριξη των Ριζοσπαστών θα είναι ακόμα αδύνατο στις σημερινές στιγμές, να υπάρξει κυβέρνηση Ντουμέργκ.


 Αν συγκρίνουμε την πολιτική εξέλιξη της Γαλλίας με την πολιτική εξέλιξη της Γερμανίας, θα δούμε άτι η κυβέρνηση Ντουμέργκ και οι πιθανοί διάδοχοι της αντιστοιχούν στις κυβερνήσεις Μπρύνινγκ, Παπέν, Σλάϊχερ, που γέ-μισαν το διάστημα ανάμεσα στη δημοκρατία της Βαϊμάρης και στο Χίτλερ. Υπάρχει ωστόσο μια διάφορα που πολιτικά μπορεί να πάρει μια τεράστια σημασία. 0 γερμανικός βοναπαρτισμός μπήκε στη σκηνή όταν τα δημοκρατικά κόμματα αναπτύσσονταν με μια τρομαχτική ορμή. Οι τρεις βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις στη Γερμανία, επειδή είχανε πολύ αδύνατα δικά τους πολιτικά στηρίγματα, κρατούσαν την ισορροπία τους πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί πάνω από την άβυσσο που χωρίζει τα δύο εχθρικά στρατόπεδα: το προλεταριάτο και το φασισμό. Και οι τρεις αυτές κυβερνήσεις πέσανε πολύ γρήγορα. Το στρατόπεδο του προλεταριάτου ήταν τότε διασπασμένο, απροετοίμαστο για την πάλη, συγχυσμένο κι αφημένο δίχως προσανατολισμό ή προδομένο από τους αρχηγούς. Οι εθνικοσοσιαλιστές μπόρεσαν να πάρουν την εξουσία σχεδόν χωρίς μάχη.

Ο γαλλικός φασισμός δεν αποτελεί σήμερα μια μαζική δύναμη. Αντίθετα ο βοναπαρτισμός έχει στους ριζοσπάστες ένα στήριγμα, ασφαλώς όχι πολύ σίγουρο ούτε πολύ σταθερό, μαζικά όμως. Ανάμεσα στα δύο αυτά περιστατικά υπάρχει ένας εσωτερικός σύνδεσμος. Από τον κοινωνικό χαρακτήρα του στηρίγματος του, ο γαλλικός ριζοσπαστισμός είναι ένα κόμμα της μικρομπουρζουαζίας. Και ο φασισμός δε μπορεί αλλιώτικα να γίνει δύναμη μαζική παρά μόνο αν καταχτήσει τη μικρομπουρζουαζία Μάλλα λόγια, στη Γαλλία ο φασισμός μπορεί να αναπτυχθεί πρώτα απόλα σε βάρος των ριζοσπαστών. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ήδη σήμερα, αν και βρίσκεται ακόμα στο πρώτο της στάδιο.
 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Οι τελευταίες κοινοτικές εκλογές έδωσαν ταποτελέσματα που μπορού-σε και έπρεπε να περιμένουμε: τα άκρα δηλαδή οι αντιδραστικοί και ο ερ-γατικός συνδυασμός κερδίσανε ενώ το κέντρο, δηλαδή οι ριζοσπάστες, έχασε. Κέρδη όμως και ζημιές ήταν πολύ μικρά. Αν ήταν για βουλευτικές εκλογές, τα φαινόμενα αυτά θα έπαιρναν διαστάσεις πιο σημαντικές. Οι μετατοπίσεις που σημειώθηκαν έχουν για μας μια σημασία όχι αυτές καθαυτές, αλλά μόνο σα συμπτώματα των μεταβολών που γίνονται στη συνείδηση των μαζών.
 Δείχνουν ότι το μικροαστικό κόμμα έχει κιόλας αρχίσει να διαλύεται γα όφελος των δύο ακρινών στρατοπέδων. Αυτό θα πει ότι τα απομεινάρια του κοινοβουλευτικού καθεστώτος θα σβήνουν όλο και πιο πολύ. Τα στρατόπεδα των άκρων θα μεγαλώνουν. Οι συγκρούσεις ανάμεσά τους κοντοζυγώνουν. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι πορεία αυτή είναι απόλυτα αναπόφευκτη.


 Το Ριζοσπαστικό κόμμα είναι το κόμμα εκείνο που με τη βοήθεια του η μεγάλη μπουρζουαζία διατηρούσε τις ελπίδες των μικροαστών πως θα γινόταν μια προοδευτική και ειρηνική καλυτέρευση της κατάστασης τους Αυτό το ρόλο μπορούσαν να τον παίζουν οι ριζοσπάστες μονάχα όσον καιρό η οικονομική κατάσταση των μικροαστών εξακολουθούσε να είναι υποφερτή, ανεκτή, όσο καιρό οι μικροαστοί δεν πάθαιναν μια ομαδική καταστροφή και διατηρούσαν τις ελπίδες τους για το μέλλον Είναι αλήθεια ότι το πρόγραμμα των ριζοσπαστών έμεινε πάντοτε ένα απλό φύλλο χαρτί. Οι ριζοσπάστες δεν πραγματοποίησαν καμία μεταρρύθμιση προς όφελος των εργαζομένων και ούτε μπορούσαν να κάνουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις: δε θα τους το επέτρεπε η μεγάλη μπουρζουαζία που κρατάει στα χέρια της του αληθινούς μοχλούς της εξουσίας, δηλαδή τις τράπεζες και το Χρηματιστήριο, τις μεγάλες εφημερίδες, την ανώτερη υπαλληλοκρατία. τη διπλωματία, το Επιτελείο Μονάχα μερικές μικροελεημοσύνες, κυρίως στην επαρχία, πετύχαιναν από καιρό σε καψό οι ριζοσπάστες για την πελατεία τους. και μαυτές διατηρούσαν ης αυταπάτες των λαϊκών μαζών. Έτσι βάδιζαν τα πράγματα έως την τελευταία κρίση. Τώρα όμως γίνεται φανερό και στον πιο καθυστερημένο χωρικό όπ δεν έχουμε εδώ μια συνηθισμένη περιστασιακή κρίση όπως είχαμε κάμποσες τέτοιες πριν από τον πόλεμο, παρά βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίση όλου του κοινωνικού συστήματος. Χρειάζονται μέτρα τολμηρά και αποφασιστικά. Ποιά; Ο χωρικός δεν το ξέρει. Κανένας δεν του το είπε όπως θα έπρεπε να του το είχε πει.


 Ο καπιταλισμός ανέβασε τα μέσα παραγωγής σε ένα τέτοιο επίπεδο, που βρεθήκανε παραλυμένα από την αθλιότητα των λαϊκών μαζών, που τις κατέστρεψε ο ίδιος ο καπιταλισμός Από την ίδια αυτή αιτία ολάκερο το σύστημα μπήκε στην περίοδο της παρακμής, της αποσύνθεσης, της σήψης του Ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν μπορεί να δώσει στους εργαζόμενους καινούργιες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ούτε ακόμα και απλές μικροελεημοσύνες. μα είναι αναγκασμένος να ξαναπάρει πίσω και τις παλιές.
 Όλη η Ευρώπη έχει μπει στην εποχή των οικονομικών και πολιτικών αντιμεταρρυθμίσεων. Η πολιτική της καταλήστευσης και της κατάπνιξης των μαζών γεννιέται όχι από τις ιδιοτροπίες της αντίδρασης, αλλά από την αποσύνθεση του καπιταλιστικού συστήματος Αυτό είναι το θεμελιακό γεγονός που πρέπει να το νοιώσει βαθιά κάθε εργάτης, αν δεν θέλει να τον κοροΐ-δεύουνε με κούφιες φράσης
 Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που τα δημοκρατικά μεταρρυθμιστικά κόμματα πέφτουνε σε αποσύνθεση και χάνουν τις δυνάμεις τους το ένα ύστερα από το άλλο σόλη την Ευρώπη. Η ίδια τύχη περιμένει και τους Γάλλους ριζοσπάστες. Μόνο άνθρωποι δίχως εγκέφαλο μπορούνε να πιστέψουν πως η συνθηκολόγηση του Νταλαντιέ ή η προδοσία του Εριό μπροστά στη μαύρη αντίδραση είναι αποτέλεσμα από τυχαίες, εφήμερες αιτίες ή προέρχονται από το ότι είναι δίχως χαρακτήρα οι δύο αυτοί αξιοθρήνητοι αρχηγοί. Όχι! Τα μεγάλα πολιτικά φαινόμενα πρέπει να έχουν πάντοτε βαθιές κοινωνικές αιτίες. Η παρακμή των δημοκρατικών κομμάτων είναι παγκόσμιο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στην παρακμή του ίδιο του καπιταλισμού. Η μεγάλη μπουρζουαζία λέει στους ριζοσπάστες: «Τώρα δεν είναι καιρός για αστεία! Αν δεν πάψετε να ερωτοτροπείτε με τους σοσιαλιστές και να φλερτάρετε με το λαό, δίνοντάς του υποσχέσεις για φούρνους με καρβέλια τότε φωνάζω αμέσως τους φασίστες. Νοιώστε καλά ότι η 6η Φλεβάρη ήταν μόνο μια πρώτη προειδοποίησηΤότε αμέσως η ριζοσπαστική γκαμήλα γονατίζει με τα τέσσερα. Δεν της μένει τίποτα άλλο να κάνει.


 Ο ριζοσπαστισμός όμως δε θα βρει τη σωτηρία του απαυτό το δρόμο. Δένοντας, στα μάπα του λαού, την τύχη του με τη τύχη της αντίδρασης, συντομεύει δίχως άλλο το δικό του τέλος! Το χάσιμο ψήφων και εδρών σης κοινοτικές εκλογές είναι μια απαρχή μόνο. Σε λίγο η πορεία της κατάρρευσης του ριζοσπαστικού κόμματος θα γίνεται όλο και πιο γρήγορη. Όλο το ζήτημα είναι να μάθουμε για όφελος ποιανού: της προλεταριακής επανάστασης ή του φασισμού, θα γίνει η αναπόφευκτη αυτή και αναπότρεπτη κατάρρευση.
 Ποιος από τους δυό θα παρουσιάσει πρωτύτερα, πιο ανοιχτά, πιο τολμηρά σης μεσαίες τάξεις το πιο πειστικό πρόγραμμα και -εδώ είναι το σπουδαιότερο- ποιός θα καταχτήσει την εμπιστοσύνη τους. δείχνοντας τους με λόγια και με πράξεις ότι είναι ικανός να συντρίψει όλα τα εμπόδια που είναι στο δρόμο για ένα καλύτερο μέλλονποιός: ο επαναστατικός σοσιαλισμός ή η φασιστική αντίδραση;
 Από το ζήτημα αυτό κρίνεται η τύχη της Γαλλίας για πολλά χρόνια. Και όχι μόνο της Γαλλία, αλλά της Ευρώπης όλης. Όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά του κόσμου όλου.
 ΟΙ «ΜΕΣΑΙΕΣ ΤΑΞΕΙΣ», ΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ

Από τη στιγμή που νίκησαν οι εθνικοσοσιαλιστές στη Γερμανία πολλά ειπώθηκαν μέσα στα κόμματα και ης ομάδες της γαλλικής «αριστερας» για την ανάγκη να κρατηθούν κοντά σπς «μεσαίες τάξειςγια να φράξουν το δρόμο στο φασισμό. Η ομάδα Ρενοντέλ και Σία χωρίστηκε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα με τον ειδικό σκοπό να πλησιάσει τους ριζοσπάστες. Μα την ίδια στιγμή που ο Ρενοντέλ -που ζει με τις ιδέες του 1840- τέντωνε τα δύο του χέρια στον Εριό, τούτος είχε κιόλας δώσει και τα δυό του χέρια σε άλλους: το ένα το είχε πάρει Ταρντιέ, το άλλο ο Λουί Μαρέν.


 Απαυτό όμως δε βγαίνει καθόλου το συμπέρασμα πως η εργατική τάξη μπορεί να γυρίσει την πλάτη στους μικροαστούς αφήνοντας τους στη δυστυχία τους. Κάθε άλλο! Να πλησιάσουμε τους χωρικούς και τους φτωχούς βιοπαλαιστές της πόλης και να τους τραβήξουμε με το μέρος μας, αυτό είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την πάλη ενάνηα στο φασισμό, δίχως καν να μιλήσουμε για την κατάληψη της εξουσίας. Πρέπει μονάχα να θέσουμε με σωστό τρόπο το πρόβλημα. Γιαυτό όμως πρέπει να νοιώσουμε καλά ποιά είναι η φύση των «μεσαίων τάξεων». Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο στην πολιτική, προπάντων σε μια κρίσιμη περίοδο, από το να αναμασάμε γενικές φόρμουλες, δίχως να εξετάζουμε ποιό κοινωνικό περιεχόμενο έχουν.


 Η σύγχρονη κοινωνία απαρτίζεται από τρεις τάξεις: τη μεγάλη μπουρζουαζία, το προλεταριάτο και τις «μεσαίες τάξεις» ή μικρή μπουρζουαζία (μικροαστοί). Οι σχέσεις ανάμεσα σης τρεις αυτές τάξεις της κοινωνίας καθορίζουν τελικά την πολιτική κατάσταση στη χώρα Οι βασικές τάξεις της κοινωνίας είναι η μεγάλη μπουρζουαζία και το προλεταριάτο. Μόνο αυτές οι δύο τάξρς μπορούν να έχουν μια δική τους ξεκάθαρη και συνεπή πολιτική Τη μκρή μπουρζουαζία τη χαρακτηρίζει η οικονομική της εξάρτηση και η κοινωνική της ανομοιογένεια. Το ανώτερο της στρώμα αγγίζει άμεσα τη μεγάλη μπουρζουαζία.  Το κατώτερο στρώμα συγχέεται με το προλεταριάτο, ακόμα πέφτει και στην κατάσταση του κουρελοπραλεταριάτου (λούμπεν). Σύμφωνα με την οικονομική της κατάσταση η μικρή μπουρζουαζία δεν μπορεί να έχει δική της πολιτική. Ταλαντεύεται πάντοτε ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους εργάτες. Το ανώτερο της στρώμα τη σπρώχνει δεξιά. Τα κατώτερά της στρώματα που καταπιέζονται και που τα εκμεταλλεύονται οικονομικά, είναι ικανά, μέσα σε ορισμένες συνθήκες, να στραφούν, απότομα, προς ταριστερά. Αυτές οι αντιφατικές σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα στρώματα των «μεσαίων τάξεων», αυτές είναι που καθορίζουν πάντοτε τη συγχυσμένη και απόλυτα ασυνείδητη πολιτική των ριζοσπαστών, και έτσι προκαλούν τους δισταγμούς τους ανάμεσα στο συνασπισμό με τους σοσια-λιστές για να καταπραύνουν τη βάση, και στο εθνικό μπλοκ με την καπιταλιστική αντίδραση για να σώσουν τη μπουρζουαζία. Η τελειωτική αποσύνθεση του ριζοσπαστισμού αρχίζει τη στιγμή που η μεγάλη μπουρζουαζία, μπαίνοντας και αυτή η ίδια στο αδιέξοδο, δεν του επιτρέπει πια να αμφιταλαντεύεται.
 Η μικρή μπουρζουαζία και πρώτα οι καταστραμμένες μάζες των πόλεων και των χωριών αρχίζει να χάνει την υπομονή της. Παίρνει μια στάση όλο και πιο εχθρική απέναντι στο ίδιο της το ανώτερο στρώμα. Πείθεται πραγματικά ότι οι πολιτικοί της ηγέτες είναι ασυνεπείς και δόλιοι. Ο φτωχός χωρικός, ο μικροβιοτέχνης, ο μικρέμπορος πείθονται πραγματικά ότι μια άβυσσος τους χωρίζει απόλους εκείνους τους δήμαρχους, όλους εκείνους τους πολιτικούς αριβίστες τους είδους Εριό, Νταλαντιέ, Σοτάν και Σία, που στον τρόπο ζωής τους και στις αντιλήψεις τους είναι μεγαλομπουρζουάδες. Ακριβώς αυτή την απογοήτευση των μικροαστών, την ανυπομονησία τους, την απελπισία τους, αυτά εκμεταλλεύεται ο φασισμός. Οι προπαγανδιστές του στιγματίζουν και αναθεματίζουν την κοινοβουλευτική δημοκρατία που ανεβάζει ψηλά τους αριβίστες και τους σταβίσκιδες* [Σταβίσκυ μεγαλοαπατεώνας τραπεζίτης, που δωροδοκούσο αστούς πολιτικούς και αστυνομικούς. Όταν δεν μπορούσαν να κρυφτούν οι απάτες του, διώκτηκε και τελικά «αυτοκτόνησε» το 1934. Προφανώς δολοφονήθηκε από πράκτορες της αστυνομίας. Λοτό το σκάνδαλο προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης Σοτάν. (Σ.τ.ε)], μα δε δίνει τίποτα στους φτωχούς βιοπαλαιστές που εργάζονται. Εκείνοι οι δημαγωγοί του φασισμού σηκώνουν τη γροθιά τους δείχνοντας τους τραπεζίτες, τους μεγαλέμπορους, τους καπιταλιστές. Αυτά το λόγια και αυτές α χειρονομίες ανταποκρίνονται στα αισθήματα των μικροίδιοχτητών που έχουν πέσει σε μια κατάσταση αδιέξοδη. Οι φασίστες δείχνουν τόλμη, κατεβαίνουν στο δρόμο, χτυπιούνται με την αστυνομία, κάνουν απόπειρες να διαλύσουν με τη βία τη Βουλή! Όλα αυτά εντυπωσιάζουν το μικροαστό που έχει πέσει στην απόγνωση. Αυτός λέει μέσα του: «Οι ριζοσπάστες, που ανόμεοά τους βρίσκονται πάρα πολλοί κατεργαραίοι πουλήθηκαν οριστικά στους τραπεζίτες. Οι σοσιαλιστές υπόσχονται από πολύ καιρό να εκμηδενίσουν την εκμετάλλευση, μα δεν περνούν ποτέ από τα λόγια στα έργα. Οι κομμουνιστές πάλι -δεν καταλαβαίνω τίποτα: σήμερα λένε το ένα, αύριο λένε το άλλο. Για να δούμε μήπως οι φασίστες μπορούν να φέρουν τη σωτηρία».
 ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ ΟΙ «ΜΕΣΑΙΕΣ ΤΑΞΕΙΣ»;

Ο Ρενοντέλ, ο Φροσάρ και οι όμοιοί τους φαντάστηκαν πως οι μικροαστοί είναι πρώτα απόλα προσκολλημένοι στη δημοκρατία και γιαυτό ακριβώς πρέπει να πάμε μαζί με τους ριζοσπάστες. Τι τερατώδης παραλογισμός! Η δημοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απλή πολιτική μορφή. Οι μικροαστοί δε σκοτίζονται για το τσόφλι του καρυδιού, αλλά για τον καρπό που είναι μέσα.
 Ζητούν να σωθούν από τη δυστυχία και την καταστροφή. Αν η δημοκρατία αποδειχτεί ανίκανη να τους σώσει, στο διάολο ας πάει και η δημοκρατία! Να πως συλλογίζεται και πως αισθάνεται κάθε μικροαστός.


 Η κυριότερη κοινωνική και πολιτική πηγή του φασισμού βρίσκεται στην ολοένα και πιο μεγάλη εξέγερση των κατωτέρων στρωμάτων της μικρο μπουρζουαζίας, ενάντια στα ίδια της τα ανώτερα στρώματα, τα «μορφωμένα», δημοτικά, κοινοτικά και κοινοβουλευτικά. Σαυτά πρέπει να προσθέσουμε το μίσος της μορφωμένης νεολαίας, που την τσάκισε η κρίση, ενάντια στους δικηγόρους, καθηγητές, βουλευτές και τους τυχοδιώκτες υπουργούς. Και εδώ επίσης έχουμε μια εξέγερση των κατώτερων διανοούμενων μικροαστών ενάνντια σης κορυφές τους.


 Μήπως αυτά σημαίνουν ότι το πέρασμα τη μικρομπουρζουαζιας στο δρόμο του φασισμού είναι αναπόφευκτο, αναπότρεπτο; Οχι, ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν επαίσχυντη μοιρολατρία. Εκείνο που είναι πραγματικά αναπόφευκτο, είναι το τέλος του ριζοσπαστισμού και όλων των πολιτικών ρευμάτων που έχουν δέσει την τύχη τους με τη δική του.


 Στις συνθήκες της καπιταλιστικής παρακμής δε μένει πια θέση για ένα κόμμα των δημοκραηκών μεταρρυθμίσεων και της «ειρηνικής» προόδου. Οποιος κι αν είναι ο δρόμος απόπου θα περάσει η αυριανή εξέλιξη της Γαλλίας, ο ριζοσπαστισμός θα εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή, αποδοκιμασμένος και αναθεματισμένος από τους μικροαστούς, που οριστικά τους πρόδωσε. Ότι η πρόβλεψη μας αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, θα το δει και θα πειστεί κόβε συνειδητός εργάτης από τώρα και ύστερα από τα (δια τα γεγονότα και την καθημερινή του πείρα Νέες εκλογές θα φέρουνε στους ριζοσπάστες ήττες. Στρώματα, το ένα ύστερα από το άλλο θα χωριστούν απαυτούς, οι λαϊκές μάζες από τα κάτω, οι ομάδες των τρομαγμένων αρίβιστων από τα πάνω. Αποστασίες, σχίσματα και προδοσίες θα ακολουθήσουν αδιάκοπα Καμία μανούβρα και κανένα μπλοκ δε θα σώσει το ριζοσπαστικά κόμμα θα παρασύρει μαζί του στο βάραθρο και το «κόμμα» των Ρενοντέλ-Ντεά και Σία.
 Ο θάνατος του Ριζοσπαστικού κόμματος είναι μια φυσική και αναπότρε-πτη συνέπεια από το όπ η αστική κοινωνία δε μπορεί πια να υπερνικήσει τις δυσκολίες της με τις λεγόμενες δημοκρατικές μέθοδες. Το σχίσμα ανάμε-σα στη βάση της μικρομπουρζουαζίας και στην κορυφή είναι αναπόφευκτο.


 Αυτό όμως καθόλου δε σημαίνει ότι οι μάζες που ακολουθούν το ριζοσπαστισμό θα ρίξουνε δίχως άλλο τις ελπίδες τους στο φασισμό.
 Βέβαια ένα τμήμα από τη νεολαία των μεσαίων τάξεων, εκείνο που περισσότερο έχει χάσει το ηθικό του, το πιο ξεπεσμένο και άπληστο, έκανε κιόλας την εκλογή του πηγαίνοντας με το φασισμό. Απαυτή τη δεξαμενή προπάντων βγαίνουνε οι φασιστικές συμμορίες. Οι δυσκίνητες όμως μάζες των πόλεων και των χωριών δεν έκαναν ακόμα την εκλογή τους. Διστάζουν μπροστά σε μια μεγάλη απόφαση. Ακριβώς επειδή διστάζουν, εξακολουθούν ακόμα, μα δίχως Εμπιστοσύνη, να ψηφίζουν τους ριζοσπάστες. Η κατάσταση αυτή όμως του δισταγμού, της αναποφασιστικότητας δε θα βαστάξει χρόνια, αλλά μόνο λίγους μήνες Η πολιτική εξέλιξη θα πάρει την περίοδο που έρχεται ρυθμό πυρετικό. Η μικρομπουρζουαζία τότε μόνο θα αποκρούσει τη δημαγωγία του φασισμού, όταν πιστέψει στην πραγματικότητα ενός άλλου δρόμου. Ο άλλος όμως δρόμος είναι ο δρόμος της προλεταριακής επανάστασης.
 ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΩΣ ΟΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ;

Ανθρωποι της κοινοβουλευτικής ρουτίνας που νομίζουν πως ξέρουν το λαό, συνηθίζουν να λένε κάθε τόσο: “Δεν πρέπει να τρομάζουμε τις μεσαίες τάξεις με την επανάσταση. Σαυτές δεν αρέσουν τα άκρα”. Με τη γενική αυτή μορφή η βεβαίωση είναι απόλυτα εσφαλμένη. Φυσικά ο μικροίδιοχτήτης αγαπάει την τάξη. Όσο καιρό οι δουλειές του πάνε καλά και όσο ελπίζει πως θα πάνε καλύτερα Όταν όμως χαθεί αυτό το πνεύμα, ο μικροαστός εύκολα εξαγριώνεται και είναι έτοιμος να καταφύγει στα πιο ακραία μέτρα. Αν δεν ήταν έτσι, τότε θα μπορούσε να ανατρέψει το δημοκρατικό κράτος και να οδηγήσει το φασισμό στην Ιταλία και στη Γερμανία; Στο φασισμό οι απελπισμένοι μικροαστοί βλέπουν πρώτα απόλα μια μαχητική δύναμη ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και πιστεύουν πως. αντίθετα με τα εργατικά κόμματα που μόνο λόγια είναι, ο φασισμός θα χρησιμοποιήσει τις γροθιές για να φέρει στην κοινωνία περισσότερη «δικαιοσύνη». Ο χωρικός και ο μικρο-βιοτέχνης είναι, με το δικό τους τρόπο, ρεαλιστές, καταλαβαίνουν ότι δίχως γροθιές δε μπορεί να γίνει τίποτα.


 Είναι ψέμα, τρεις φορές ψέμα, να λένε ότι η σημερινή μικρομπουρζουαζία δεν πάει στα εργατικά κόμματα, γιατί φοβάται τα «μέτρα των άκρων» Η κατώτερη μικρομπουρζουαζία, οι μεγάλες της μάζες, αντικρίζουν τα εργατικά κόμματα μόνο σαν κοινοβουλευτικές μηχανές, δεν πιστεύουν στη δύναμη των εργατιών κομμάτων, δεν πιστεύουν ότι είναι ικανά να αγωνιστούν τούτη τη φορά, ότι είναι έτοιμα να τραβήξουν την πάλη ως το τέλος.


 Και άμα τα πράγματα είναι έτσι, αξίζει τον κόπο να αντικαταστήσουμε το ριζοσπαστισμό με τους κοινοβουλευτικούς του συνάδελφους της αριστεράς; Να πως αισθάνεται ο μισοαπαλλοτριωμένος. καταστραμμένος και εξεγερμένος ιδιοκτήτης. Δίχως να νιώσουμε αυτή τη ψυχολογία των χωρικών, των μικροεπαγγελματιών, των ιδιωτικών υπάλληλων, των κατωτέρων δημοσίων υπαλλήλων κτλ. -η ψυχολογία που πηγάζει από την κοινωνική κρίση- δε μπορούμε να επεξεργαστούμε μια σωστή πολιτική.


 Η μικρομπουρζουαζία είναι οικονομικά εξαρτημένη και πολιτικά τεμαχισμένη. Γιαυτό το λόγο δε μπορεί να έχει μια δική της πολιτική. Χρειάζεται έναν «αρχηγό» που να της εμπνέει εμπιστοσύνη. Αυτόν τον ατομικό ή συλλογικό αρχηγό, δηλαδή μια προσωπικότητα ή ένα κόμμα, μπορεί να της το δώσει η μια ή η άλλη από τις βασικές τάξεις, είτε η μεγάλη μπουρζουαζία είτε το προλεταριάτο. Ο φασισμός ενώνει και εξοπλίζει τις διασκορπισμένες μάζες. Τα μαχητικά του αποσπάσματα ο φασισμός τα φτιάχνει από «ανθρώπινη σκόνη». Έτσι δίνει στη μικρομπουρζουαζία την αυταπάτη ότι είναι μια δύναμη ανεξάρτητη. Αρχίζει κι αυτή να φαντάζεται πως θα κυβερνήσει πραγματικά το κράτος. Δεν είναι καθόλου καταπληχτικό να ανεβαίνουν στο κεφάλι της τέτοιες ελπίδες και αυταπάτες.


 Μα η μικρομπουρζουαζία μπορεί να βρει έναν αρχηγό στο πρόσωπο του προλεταριάτου. Αυτό το έδειξε στη Ρωσία, ως ένα βαθμό στην Ισπανία Έτεινε για κει στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Αυστρία. Μα το κόμμα του προλεταριάτου δε στάθηκε στο ύψος της ιστορικής του αποστολής. Για να τραβήξει κοντά του τη μικρομπουρζουαζία το προλεταριάτο, πρέπει να καταχτήσει την εμπιστοσύνη της. Και για να το πετύχει αυτό, πρέπει να έχει το ίδιο εμπιστοσύνη στη δύναμή του. Πρέπει να έχει ένα ξάστερο πρόγραμμα δράσης και να είναι έτοιμο να αγωνιστεί για την εξουσία με όλα τα μέσα που υπάρχουν. Οργανωμένο από το επαναστατικό του κόμμα και έτοιμο για μια αποφασιστική και αλύπητη πάλη, το προλεταριάτο λέει στους χωρικούς και στους βιοπαλαιστές της πόλης: «Αγωνίζομαι για την εξουσία. Να το πρόγραμμά μου. Είμαι έτοιμος να συνεννοηθώ μαζί σας για μεταβολές σαυτό το πρόγραμμα Τη βία θα την χρησιμοποιήσω μονάχα ενάντια στο μεγάλο κε-φάλαιο και τους λακέδες του. Μαζί με σας όμως, που είσαστε εργαζόμενοι, θέλω να κλείσω μια συμμαχία πάνω στη βάση ενός ορισμένου προγράμματος».


Μια τέτοια γλώσσα ο χωρικός Θα την καταλάβει. Πρέπει μόνο να έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητα του προλεταριάτου να πάρει την εξουσία. Λοιπόν για να γίνει αυτό. πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το ενιαίο μέτωπο από κάθε διφορούμενη και αμφίβολη έννοια, από κάθε αναποφασιστικότητα, από φράσης κούφιες. Πρέπει να νοιώσουμε την κατάσταση και να μπούμε σοβαρά στο δρόμο τον επαναστατικό.
 ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΕΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΜΕΣΑΙΕΣ ΤΑΞΕΙΣ

Ο Ρενοντέλ, ο Φροσάρ και οι όμοιοί του φαντάζονται σοβαρά ότι μια συμμαχία με τους ριζοσπάστες είναι συμμαχία με τις «μεσαίες τάξεις» και άρα ένας φραγμός ενάντια στο φασισμό. Οι άνθρωποι αυτοί δε βλέπουν άλλο τίποτα έξω από κοινοβουλευτικές σκιές. Αγνοούν την πραγματική εξέλιξη των μαζών και στρέφονται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα, όσο ζει ακόμα, ενώ αυτό, στο αναμεταξύ, τους έχει γυρίσει τα οπίσθια. Σκέφτονται πως σε μια εποχή μεγάλης κοινωνικής κρίσης, τη συμμαχία των τάξεων που έχουν μπει σε κίνηση μπορεί να την αντικαταστήσει ένα μπλοκ με μια κοινοβουλευτική κλίκα, ρεζιλεμένη και καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Μια αληθινή συμμαχία του προλεταριάτου με τις μεσαίες τάξεις είναι ζήτημα όχι κοινοβουλευτικής στατικής, αλλά επαναστατικής δυναμικής. Τη συμμαχία αυτή πρέπει να τη δημιουργήσουμε, να τη σφυρηλατήσουμε μέσα στην πάλη.


 Όλη η ουσία της τωρινής κατάστασης βρίσκεται στο ότι οι απελπισμένοι μικροαστοί αρχίζουν να απελευθερώνονται από το ζυγό της κοινοβουλευτικής πειθαρχίας και από την κηδεμονία της συντηρητικής «ριζοσπαστικής» κλίκας, που πάντα εξαπατούσε το λαό και τώρα τον πρόδωσε οριστικά. Να συμμαχείς με τους ριζοσπάστες μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, θα πει ότι καταδικάζεις τον εαυτό σου στην περιφρόνηση των μαζών και ότι σπρώχνεις τους μκροοστούς στην αγκαλιά του φασισμού σα μοναδικού τους σωτήρα
 Το εργατικό κόμμα πρέπει όχι νασχοληθεί με μια απελπισμένη απόπειρα να σώσει το κόμμα των χρεοκοπημένων. Αντίθετα, οφείλει με όλες τις δυνάμεις του να επιταχύνει την πορεία της χειραφέτησης των μαζών από την επιρροή του ριζοσπαστισμού. Όσο πιο μεγάλο ζήλο και πιο μεγάλη τόλμη θα βάλει για να κάνει αυτή τη δουλειά, άλλο τόσο θα προετοιμάσει αληθινά και γοργά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τη μικρομπουρζουαζία. Τις τάξεις πρέπει να τις παίρνουμε στην κίνησή τους. Πρέπει να πάμε μπροστά τους, όχι στην ουρά τους. Η ιστορία τώρα είναι γοργοκίνητη. Αλίμονο σόποιον στέκα στη θέση του!


 Οταν ο Φροσάρ αρνείται στο Σοσιαλιστικό Κόμμα το δικαίωμα, να εξασθενίσει, αν διαλύσει το Ριζοσπαστικό Κόμμα, ενεργεί σαν συντηρητικός ριζοσπάστης, και όχι σαν σοσιαλιστής. Δικαίωμα ιστορικής ύπαρξης έχει μόνο το κόμμα που πιστεύει στο πρόγραμμά του και προσπαθεί να συγκεντρώσει όλο το λαό κάτω από τη σημαία του. Αν δεν το κάνει αυτό, δεν είναι ένα κόμμα ιστορικό, αλλά μια κοινοβουλευτική φατρία, μια κλίκα από καριερίστες. Όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και καθήκον είναι του κόμματος του προλεταριάτου να απελευθερώσει τις εργαζόμενες μάζες από την ολέθρια επιρροή της μπουρζουαζίας. Αυτό το ιστορικό έργο αποχτάει σήμερα ιδιαίτερη οξύτητα, γιατί σι ριζοσπάστες προσπαθούν περισσότερο από κάθε άλλη φορά να σκεπάσουν τη δουλειά της αντίδρασης, αποκοιμίζουν και εξαπατούν το λαό προετοιμάζοντας έτσι τη νίκη του φασισμού. Οι ριζοσπάστες της αριστεράς; Αλλά κι αυτοί συνθηκολογούν με τον Εριό με τον ίδιο ολέθριο τύπο που και ο Εριό συνθηκολογεί με τον Ταρντιέ.


 Ο Φροσάρ θέλει να ελπίζει πως η συμμαχία των σοσιαλιστών με τους ριζοσπάστες θα καταλήξει σε μια κυβέρνηση «αριστερή», που θα διαλύσει τις φασιστικές οργανώσεις και θα σώσει τη δημοκρατία. Είναι δύσκολο να φανταστούμε πιο τερατουργηματικό αμάγαλμα από δημοκρατικές αυταπάτες και αστυνομικό κυνισμό, όταν εμείς λέμε- και πιο κάτω θα μιλήσουμε πλατύτερα· ότι χρειάζεται μια λαϊκή πολιτοφυλακή (Milice de peuple), ο Φροσάρ και οι όμοιοι του απαντούν: «Το φασισμό πρέπει να τον πολεμήσουμε όχι με φυσικά αλλά με ιδεολογικά μέσα». Οταν λέμε: Μόνο μια τολμηρή κινητοποίηση των μαζών, που μπορεί να γίνει μόνο με μια πάλη ενάντια στο ριζοσπαστισμό, είναι ικανή να υποσκάψει το έδαφος κάτω από τα πόδια του φασισμού, τότε οι ίδιοι πάλι άνθρωποι μας απαντούν: «Όχι, το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι η αστυνομία της κυβέρνησης Νταλαντιέ-Φροσάρ”.


Αξιοδάκρυτες ασυναρτησίες! Οι ριζοσπάστες την είχαν την εξουσία, και αν δέχτηκαν να την αφήσουν στο Ντουμέργκ, δεν το έκαναν επειδή τους έλειπε η βοήθεια του Φροσάρ, αλλά γιατί φοβόντουσαν το φασισμό, γιατί φοβόντουσαν τη μεγάλη μπουρζουαζία που τους απειλούσε με τα ξουράφια των βασιλικών, γιατί φοβόντουσαν ακόμα πιο πολύ το προλεταριάτο που άρχιζε να ξεσηκώνεται ενάνπα, στο φασισμό. Και το αποκορύφωμα του σκανδάλου, σα θυμηθούμε πως ο ίδιος ο Φροσάρ ήταν εκείνος που τρομαγ μένος από την τρομάρα των ριζοσπαστών, συμβούλεψε τον Νταλαντιέ να συνθηκολογήσει!


 Αν δεχτούμε για μια στιγμήυπόθεση ολοφάνερα απίθανη- ότι οι ριζοσπάστες συμφωνούν να σπάσουν τη συμμαχία με το Ντουμπέργκ για να συμμαχήσουν με το Φροσάρ, οι φασιστικές συμμορίες, τη φορά αυτή με την άμεση συνεργασία της αστυνομίας, θα κατέβαιναν τρεις φορές πιο πολυάριθμες στο δρόμο, ενώ οι ριζοσπάστες μαζί με το Φροσάρ θα χωνόντουσαν κάτω από τα τραπέζια ή θα τρέχανε να κρυφτούν στις πιο μυστικές γωνιές των υπουργείων τους.


 Ας κάνουμε όμως μια άλλη ακόμα πιο φανταστική υπόθεση: η αστυνομία των Νταλανπέ-Φροσάρ «αφοπλίζει» τους φασίστες. Μήπως αυτό λύνει το ζήτημα, Και ποιός τότε θα αφοπλίσει την ίδια την αστυνομία που με το δεξί της χέρι θα ξαναδώ στους φασίστες όπ τους πήρε με το αριστερό, Η κωμωδία ταυ αφοπλισμού απτην αστυνομία το μόνο που θα έκανε θα ήταν να δώσει ακόμα μεγαλύτερο κύρος στους φασίστες, σαν ανθρώπους που πολεμούν το καπιταλιστικό κράτος Τα χτυπήματα ενάντια στις φασιστικές συμμορίες δεν μπορεί να είναι πραγματικά παρά μόνο στο μέτρο που οι συμμορίες αυτές απομονώνονται μαζί πολιτικά.


 Ωστόσο η κυβέρνηση Νταλανπέ-Φροσάρ δε θα έδινε τίποτα ούτε στους εργάτες ούτε στις μικροαστικές μάζες, γιατί δε θα μπορούσε να προσβάλει ης βάσεις της ατομκής ιδιοκτησίας. Και δίχως απαλλοτρίωση των τραπεζών, των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, των βασικών βιομηχανιών, των μεταφορών, δίχως μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου και δίχως μια σειρά άλλα μέτρα ριζικά, είναι απόλυτα αδύνατο να βοηθήσουμε το χωρικό, το μικροεπαγγελματία, το μικρέμπορο. Με την παθητικότητά της, την αδυναμία της, την ψευτιά της, η κυβέρνηση Νταλαντιέ-Φροσάρ θα προκαλούσε μια τρικυμία εξέγερση μέσα στους μικροαστούς και θα τους έσπρωχνε οριστι-κά στο δρόμο του φασισμού, εάνεάν μπορούσε να γίνει μια τέτοια κυβέρνηση.


 Πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι ο Φροσάρ δεν είναι μόνος. Την ίδια μέρα (24 Οκτώβρη) που ο μετριοπαθής Ζιρομσκί έγραφε στο Ποπιλερ (εφημερίδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γαλλίας) ενάντια στην απόπειρα του Φροσάρ να αναστήσει τον παλιό συνασπισμό σοσιαλιστών και ριζοσπαστών. ο Κασέν (διευθυντής της Ουμανιτέ, εφημερίδας του ΚΚΓ) υπεράσπιζε από ης στήλες της Ουμανιτέ την ιδέα ενός μπλοκ ριζοσπαστών και σοσιαλιστών. Αυτός ο Κασέν χαιρέηζε με ενθουσιασμό το ότι οι ριζοσπάστες είχαν ταχθεί υπέρ του «αφοπλισμου» των φασιστών.


 Η αλήθεια είναι πως οι ριζοσπάστες ζήτησαν τον αφοπλισμό όλων, μαζί και των εργατικών οργανώσεων. Η αλήθεια είναι πως στα χέρια του βονα- παρπστικού κράτους, ένα τέτοιο μέτρο θα στρεφόταν προ πάντων ενάντια στους εργάτες. Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι οι «αφοπλισμένοι» φασίστες θα έπαιρναν την άλλη μέρα τα διπλάσια άπλα, όχι χωρίς τη βοήθεια της αστυνομίας. Γιατί, όμως, να στεναχωριόμαστε κάνοντας θλιβερές σκέψεις; Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να ελπίζει. Έτσι και ο Κασέν ακολουθεί τα χνάρια του Βελς και του Όττο Μπάουερ (αρχηγοί του γερμανικού και του αυστριακού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος), που και αυτοί στον καιρό τους περίμεναν τον αφοπλισμό από την αστυνομία του Μπρύνινγκ και του Ντόλ φους.


 Κάνοντας στροφή 180 μοιρών, ο Κασέν ταυτίζει τους ριζοσπάστες με τις μεσαίες τάξεις. Τους καταπιεζόμενους χωρικούς τους βλέπει μόνο μέσα από το πρίσμα του ριζοσπαστισμού. Τη συμμαχία με τους εργαζόμενους μικροϊδιοκτήτες τη φαντάζεται μονάχα με τη μορφή ενός μπλοκ μαζί με τους κοινοβουλευτικούς κομπιναδόρους που αρχίζουν επί τέλους να χάνουν την εμπιστοσύνη των μικροϊδιοκτητών. Αντί να καλλιεργεί και να υποδαυλίζει την εξέγερση που άρχισε μέσα στο χωρικό και στο μικροβιοτέχνη ενάντια στους «δημοκρατικούς» εκμεταλλευτές και αντί να κατευθύνει την εξέγερση αυτή στο δρόμο μιας συμμαχίας με το προλεταριάτο, ο Κασέν φροντίζει να υποστηρίξει τους χρεοκοπημένους ριζοσπάστες με το κύρος του «κοινού μετώπου» και έτσι να σπρώξει την εξέγερση της μικρομπουρζουαζίας, που παθαίνει την πιο μεγάλη εκμετάλλευση, στο δρόμο του φασισμού.


 Η θεωρητική νωθρότητα εκδικιέται πάντοτε με σκληρό τρόπο στη σφαίρα της επαναστατικής πολιτικής. Ο «αντιφασισμός» καθώς και ο φασισμός δεν είναι για τους σταλινικούς συγκεκριμένες έννοιες, αλλά δύο άδεια σακιά όπου χώνουν ότι τους πέφτει στα χέρια. Ο Ντουμέργκ είναι γιαυτούς φασίστας, όπως πρωτύτερα και ο Νταλαντιέ. Στην πραγματικότητα ο Ντουμέργκ είναι ένας καπιταλιστής εκμεταλλευτής της φασιστικής πτέρυγας των μικροαστών, όπως ο Εριό είναι ένας εκμεταλλευτής της ριζοσπαστικής μικρομπουρζουαζίας. Τώρα τα δύο αυτά συστήματα συνδυάζονται το ένα με τάλλο μέσα στο βοναπαρτιστικό καθεστώς. Ο Ντουμέργκ είναι κι αυτός «αντιφασίστας» με το δικό του τρόπο, γιατί προτιμά μια δικτατορία «ειρηνική», στρατιωτική και οικονομική, του μεγάλου κεφαλαίου αντί για έναν εμφύλιο πόλεμο, που η έκβαση του είναι πάντα αβέβαιη. Από τρομάρα μπρος στο φασισμό και ακόμα περισσότερο μπρος το προλεταριάτο, οαντιφασίσταςΝταλαντιέ ενώθηκε με το Ντουμέργκ. Αλλά το καθεστώς του Ντουμέργκ είναι ακατανόητο δίχως να υπάρχουν φασιστικές συμμορίες. Έτσι η στοιχειωδέστερη μαρξιστική ανάλυση αποδεικνύει ότι είναι ολωσδιόλου αβάσιμη η ιδέα της συμμαχίας με τους ριζοσπάστες ενάντια στο φασισμό!


 Και πραγματικά, οι ίδιοι οι ριζοσπάστες φροντίζουν να δείξουν έμπρακτα, πόσο φανταστικές και αντιδραστικές είναι οι πολιτικές χίμαιρες του Φροσάρ και του Κασέν.
 Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΗΣ

Για να παλέψουμε πρέπει να διατηρήσουμε και να δυναμώσουμε τα μέσα της πάλης: τις οργανώσεις, τον τύπο, πς συγκεντρώσεις κλπ. Όλα αυτά ο φασισμός τα απειλεί άμεσα και έμμεσα. Είναι ακόμα πολύ αδύνατος ναρχίσει άμεσο αγώνα για την εξουσία. Μα είναι αρκετά δυνατός για να προ-σπαθήσει να τσακίσει πς εργατικές οργανώσεις κομματιαστά, για να γυμνάσει τις συμμορίες του με πς επιθέσεις αυτές, για να σκορπίσει μέσα σης εργατικές γραμμές την απογοήτευση και τη δυσπιστία σης ίδιες τους ης δυνάμεις.
 Ο φασισμός βρίσκει ασυνείδητους βοηθούς στο πρόσωπο όλων εκείνων που λένε οτι ηφυσική πάληείναι απαράδεχτη και δίχως αποτέλεσμα, και που ζητάνε απτο Ντουμέργκ να αφοπλίσει πς φασιστικές φρουρές.


 Τίποτα δεν είναι τόσο επικίνδυνο για το προλεταριάτο, ιδίως στις τωρινές περιστάσεις όσο το ζαχαρωμένο δηλητήριο των ψεύτικων ελπίδων. Τίποτα δεν μεγαλώνει τόσο πολύ τη θρασύτητα των φασιστών όσο η νωχελήςειρηνοφιλιατων εργατικών οργανώσεων. Τίποτα δεν καταστρέφει τόσο πολύ την εμπιστοσύνη των μεσαίων τάξεων στο προλεταριάτο, όσο η παθητική αναμονή και η έλλειψη της θέλησης για πάλη.


 Το «Ποπιλέρ· και ιδίως η «Ουμανιτέ» γράφουνε κάθε μέρα: «Το ενιαίο μέτωπο είναι φραγμός ενάντια στο φασισμό”, «το ενιαίο μέτωπο δεν θα επιτρέψει”, «οι φασίστες δεν θα τολμήσουν», και άλλα τέτοια. Αυτά είναι μόνο φράσεις. Πρέπει να πούμε παστρικά στους εργάτες, σοσιαλιστές και κομμουνιστές: Μην επιτρέπεται στους επιπόλαιους και ανεύθυνους δημοσιογράφους και ρήτορες να σας βαυκαλίζουν με φράσεις. Πρόκειται για τα κεφάλια μας και το μέλλον του σοσιαλισμού. Δεν είμαστε εμείς που αρνιόμαστε τη σπουδαιότητα του ενιαίου μετώπου. Το απαιτούσαμε τότε που οι ηγέτες των δύο κομμάτων ήταν ενάντιά του. Το ενιαίο μέτωπο ανοίγει τεράστιες δυνατό-τητες Μα τίποτε άλλο περισσότερο. Μονάχο του, αυτό καθαυτό το ενιαίο μέτωπο δε λύνει κανένα ζήτημα Μόνο η πάλη των μαζών αποφασίζει. Το ενιαίο μέτωπο θαποδειχτεί μεγάλο πράγμα όταν τα κομμουνιστικά αποσπάσματα θα τρέξουν να βοηθήσουν τα σοσιαλιστικά, και αντίστροφα, σε περίπτωση που θα γινόταν επίθεση από τις φασιστικές συμμορίες στοΠοπιλέρή στηνΟυμανιτέ”. Μα για να γίνει αυτό, τα μαχητικά αποσπάσματα του προλεταριάτου πρέπει να υπάρχουν, να εκπαιδευτούν, να γυμναστούν, να οπλιστούν. Αν δεν υπάρχει οργάνωση άμυνας, δηλαδή εργατική πολιτοφυλοκή. μπορούν να γράφουν όσα άρθρα θέλουν σχετικά με την παντοδυναμία του ενιαίου μετώπου, μα οι δυο εφημερίδες θα βρεθούν ανυπεράσπιστες μπροστά στην πρώτη καλά ετοιμασμένη επίθεση των φασιστών.


 Θα εξετάσουμε κριτικά ταεπιχειρήματα» και τις «θεωρίες» εκείνων που είναι αντίθετοι με την εργατική πολιτοφυλακή που είναι πολλοί και έχουν με-γάλη επιρροή στα δύο εργατικά κόμματα.
«Εκείνο που μας χρειάζεται είναι η μαζική αυτοάμυνα και όχι η πολιτοφυλακή» μας λένε συχνά.  Τι είναι όμως αυτή η «μαζική αυτοάμυνα”; Δίχως μαχητική οργάνωση; Δίχως εξοπλισμό; Δίχως στελέχη ειδικευμένα; Ναναθέσουμε στις μάζες τις ανοργάνωτες, τις απροετοίμαστες, τις αφημένες στον εαυτό τους, την άμυνα ενάντια στο φασισμό, θα πει να παίξουμε ένα ρόλο ασύγκριτα πιο άθλιο και τιποτένιο από το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Όποιος αρνιέται το ρόλο της πολιτοφυλακής αρνιέται το ρόλο της πρωτοπορίας. Τότε τι χρειάζεται το κόμμα; Δίχως την υποστήριξη των μαζών η πολιτοφυλακή δεν είναι τίποτα. Μα δίχως οργανωμένα μαχητικά απόσπασματα η ηρωική μάζα θα τσακιστεί κομματιαστά από τις φασιστικές συμμορίες.


 Να αντιτάσσουμε την πολιτοφυλακή στην αυτοάμυνα είναι παραλογισμός. Η πολιτοφυλακή είναι το όργανο της αυτοάμυνας.
Όσοι καλούν τους εργάτες να οργανώσουν πολιτοφυλακή, λένε μερικοί αντίπαλοι, που δίχως άλλο δεν είναι πολύ σοβαροί, ούτε πολύ έντιμοι, κάνουν «προβοκάτσια». Αυτό δεν είναι επιχείρημα, παρά βρισιά. Αν η ανάγκη για την άμυνα των εργατικών οργανώσεων βγαίνει μάσα απόλη την κατάσταση. πως λοιπόν τότε δε θα καλέσουμε τους εργάτες να δημιουργήσουν πολιτοφυλακές; Ίσως θέλουν να μας πουν ότι η δημιουργία πολιτοφυλάκων «προκαλεί» τις επιθέσεις των φασιστών και τα διωκτικά μέτρα της κυβέρνη-σης. Τότε αυτό είναι επιχείρημα απόλυτα αντιδραστικό. Ο αστικός φιλελευθερισμός πάντα έλεγε στους εργάτες ότι με την ταξική τους πάλη «προκαλούν» την αντίδραση.


 Οι μεταρρυθμιστές (ρεφορμιστές) αναμάσησαν την κατηγορία αυτή ενάντια στους μαρξιστές. Οι μενσεβίκοι ενάντια στους μπολσεβίκους. Οι κατηγορίες αυτές τελικά καταλήγουν σε τούτη τη βαθυστόχαστη σκέψη, πως δηλαδή αν οι καταπιεζόμενοι δεν κουνιόντουσαν καθόλου, οι καταπιεστές δε θα ήταν αναγκασμένοι να τους χτυπήσουν. Είναι η φιλοσοφία του Τολστόι και του Γκάντι, καθόλου όμως του Μαρξ και του Λένιν. Αν η Ουμανιτέ θέλει ναναπτύξει κι αυτή από τώρα τη διδασκαλία για τη «μη αντίσταση στο κακό με τη βία», πρέπει να πάρει για σύμβολο της όχι το σφυροδρέπανο, το έμβλημα της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά την ευλαβική κατσίκα που τρέφει τον Γκάντι με το γάλα της.


Μα ο εξοπλισμός των μαζών είναι επίκαιρος μόνο σε υια επαναστατική κατάσταση, που δεν υπάρχει ακόμα. Το βαθυστόχαστο αυτό επιχείρημα σημαί-νει ότι οι εργάτες πρέπει ναφήσουν να τους δέρνουν μέχρι η κατάσταση να γίνει επαναστατική. Εκείνοι που χθες κήρυχναν την «τρίτη περίοδο» δε θέλουν να δουν εκείνο που έγινε μπροστά στα μάτια τους. Ισα-ίσα το ζήτημα του εξοπλισμού πραχτικά γεννήθηκε ακριβώς γιατί η «ειρηνική», η ομαδική», η «δημοκρατική» κατάσταση έλειψε και άφησε τη θέση της σε μια κατάσταση ταραγμένη, κρίσιμη, ασταθή, που μπορεί ναλλάξει και να γίνει επαναστατική, όπως εξίσου μπορεί να γίνει αντεπαναστατική Η λύση κρέμεται προπάντων από τούτο: οι προχωρημένοι εργάτες θαφήσουν έτσι να τους χτυπήσουν δίχως ναπαντούν, ή σε κάθε χτύπημα θαπαντήσουν με δύο χτυπήματα, εμψυχώνοντας ακόμα πιο πολύ τους καταπιεσμένους και ενώνοντάς τους γύρω από το προλεταριάτο. Μια επαναστατική κατάσταση δεν πέφτει από τον ουρανό. Διαμορφώνεται με την ενεργή συμμετοχή της επαναστατικής τάξης και του κόμματος της.


 Οι Γάλλοι σταλινικοί καταφεύγουν στο επιχείρημα όπ η πολιτοφυλακή δεν μπόρεσε να σώσει το γερμανικό προλεταριάτο από την ήττα. Χτες ακόμα αρνούνταν κάθε ήττα στη Γερμανία και υποστήριζαν όπ η πολιτική των Γερμανών σταλινικών ήταν σωστή από την αρχή ως το τέλος.  Σήμερα βλέπουν όλο το κακό στη γερμανική εργατική πολιτοφυλακή (Κόκκινο Μέτωπο).
 Έτσι, από το ένα λάθος πέφτουν στο αντίθετο, που δεν είναι μικρότερο. Η πολιτοφυλακή δεν λύνει μόνη της το πρόβλημα. Χρειάζεται μια πολιτική σωστή. Και η πολιτική των σταλινικών στη Γερμανίαο σοσιαλφασισμός είναι ο κύριος εχθρός», συνδικαλιστικό σχίσμα, φλερτάρισμα με τον εθνικισμό. πραξικοπηματισμός) οδήγησε μοιραία στην απομόνωση της προλεταριακής πρωτοπορίας και την κατάρρευση της. Με μια στρατηγική που δεν αξίζει τίποτα, καμία πολιτική δε μπορούσε να σώσει την κατάσταση.


 Είναι κουταμάρα να λέει κανείς ότι η οργάνωση της πολιτοφυλακής μας τραβάει μονάχη η ίδια στο δρόμο των τυχοδιωχτικών περιπετειών, προκαλεί τον εχθρό, αντικαθιστά την πολιτική πάλη με τη φυσική κλπ. Σε όλες αυτές τις φράσεις δεν υπάρχει τίποτα άλλο έξω από πολιτική δειλία. Η πολιτοφυλακή σα γερή οργάνωση της πρωτοπορίας είναι στην πραγματικότητα το πιο σίγουρο μέσο ενάντια στις τυχοδιωκτικές περιπέτειες, ενάντια σης αυθόρμητες αιματηρές εκρήξεις. Η πολιτοφυλακή είναι ταυτόχρονα το μοναδικό σοβαρό μέσο για να περιορίσουμε στο ελάχιστο τον εμφύλιο πόλεμο που ο φασισμός τον επιβάλλει στο προλεταριάτο. Παρόλο που λείπει η «επαναστατική κατάσταση», φτάνει μόνο να διορθώσουν κάμποσες φορές οι εργάτες με το δικό τους τρόπο τα «παλικάρια» των φασιστικών συμμοριών και τότε η στρατολογία νέων τέτοιων συμμοριών θα γίνει αμέσως ασύγκριτα πιο δύσκολη.
 Ενάντια στη μοιρολατρία των γραφειοκρατών

Εδώ όμως οι στρατηγοί μας, μπερδεμένοι μέσα στους ίδιους τους συλλογισμούς τους, μας προβάλλουν άλλα επιχειρήματα ακόμα τπο καταπληκτικά Διαβάζουμε κατά λέξη «Αν στις πιστολιές των φασιστικών συμμοριών απαντήσουμε με άλλες πιστολιές”, γράφει η Ουμανιτέ της 23 Οκτώβρη 1934, «τότε λησμονούμε ότι ο φασισμός είναι γέννημα του καπιταλιστικού καθεστώτος και ότι α εργαζόμενοι ενάνπα στο φασισμό επιδιώκουμε να χτυπήσουμε ολόκληρο το σύστημα. Είναι δύσκολο να μαζέψει κανείς σε λίγες γραμμές πιο μεγάλη σύγχυση κι πιο πολλά λάθη. Είναι αδύνατο ναμυνθούμε ενάντια στους φασίστες γιατί αυτοί είναι… «γέννημα του καπιταλιστικού καθεστώτος». Αυτό θα πει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από κάθε πάλη, γιατί όλα τα σύγχρονα κοινωνικά κακά είναι «γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος».


 Όταν οι φασίστες σκοτώνουν έναν επαναστάτη ή βάζουν φωτιά στα γραφεία μιας προλεταριακής εφημερίδας, οι εργάτες οφείλουν να διαπιστώσουν φιλοσοφικά:  «Α! οι δολοφονίες και οι εμπρησμοί είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος», και να πάνε στα σπίτια τους με ήσυχη τη συνείδηση. Την αγωνιστική θεωρία του Μαρξ την αντικατέστησαν με μια μοιρολατρική παράλυση προς όφελος μονάχα του ταξικού εχθρού. Η καταστροφή των μικροαστών είναι, φυσικά γέννημα του καπιταλισμού. Η ανάπτυξη των φασιστικών συμμοριών είναι με τη σειρά της γέννημα της καταστροφής των μικροαστών. Μα από την άλλη μεριά το μεγάλωμα της δυστυχίας και της εξέγερσης του προλεταριάτου είναι κι αυτό γέννημα του καπιταλισμού. κι η πολιτοφυλακή, πάλι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της όξυνσης των μαζικών αγώνων. Πώς λοιπόν για τους «μαρξιστές» της Ουμανιτέ οι φασιστικές συμμορίες είναι νόμιμο τέκνο του καπιταλισμού, ενώ η εργατική πολιτοφυλακή είναι το παράνομο τέκνο τωντροτσκιστών; Σίγουρα, είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς κάτι απόλα αυτά.


 Πρέπει, μας λένε, να επιδιώκουμε να χτυπήσουμε ολόκληρο το «σύστημα». Πώς; Πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπινων όντων; Μα ωστόσο οι φασίστες στις διάφορες χώρες άρχισαν με πιστολιές και τελείωσαν με την καταστροφή όλου του «συστήματος» των εργατικών οργανώσεων. Πώς λοιπόν να σταματήσουμε αλλιώς την ένοπλη επίθεση του εχθρού, παρά μόνο με μια ένοπλη άμυνα, για να περάσουμε ύστερα και εμείς με τη σειρά μας στην επίθεση;


 Είναι αλήθεια, η Ουμανιτέ δέχεται τώρα στα λόγια την άμυνα, αλλά μόνο σα «μαζική αυτοάμυνα». Η πολιτοφυλακή είναι βλαβερή, γιατί, βλέπεις, κόβει από τις μάζες τα μαχητικά αποσπάσματα. Μα γιατί λοιπόν στους φασιστές υπάρχουν ανεξάρτητα ένοπλα αποσπάσματα που δεν κόβονται από τις ανπδρασπκές μάζες. αλλά. αντίθετα, με τις καλά οργανωμένες επιθέσεις τους ανυψώνουν το θάρρος της μάζας και δυναμώνουν την τόλμη τους; Μήπως τάχα η προλεταριακή μάζα στις μαχητικές της ικανότητες είναι κατώτερη από την ξεπεσμένη μικρομπουρζουαζία;
 Όχι άοπλες ομάδες αυτοάμυνας

Συγχυσμένη ολότελα η Ουμανιτέ αρχίζει να διστάζει: να που τώρα δέχεται πως η μαζική αυτοάμυνα έχει ανάγκη να δημιουργήσει ης δικές της «ομάδες αυτοάμυνας». Αντί για την πολιτοφυλακή που απορρίφθηκε, ζητάν τώρα ειδικές ομάδες, αποσπάσματα. Στην πρώτη ματιά φαίνεται πως η δια-φορά είναι μόνο στο όνομα. Βεβαίως και το όνομα που προτείνει η Ουμανιτέ δεν αξίζει κι αυτό τίποτα. Μπορεί να μιλάμε για «μαζική αυτοάμυνα», μα δε μπορεί να γίνεται λόγος για «ομάδες αυτοάμυνας», γιατί οι ομάδες έχουν σκοπό να υπερασπίσουν όχι τον εαυτό τους, αλλά τις εργατικές οργανώσεις. Δεν πρόκειται όμως φυσικά για το όνομα.


«Οι ομάδεςαυτοάμυναςπρέπει, σύμφωνα με την γνώμη της Ουμανιτέ. να παραιτηθούν από τη χρησιμοποίηση των όπλων, για να μην πέσουν στον τυχοδιωκτικό πραξικοπηματισμό». Οι φρόνιμοι αυτοί μεταχειρίζονται την εργατική τάξη σαν κανένα παιδάκι που δεν πρέπει να του αφήσουν ένα ξουράφι στα χέρια. Άλλωστε, καθώς ξέρουμε, τα ξουράφια είναι μονοπώλιο των βασιλικών «Καμένο ντι Ροά», που μιας και είναι νόμιμα «γεννήματα το καπιταλισμού» ανέτρεψαν με τα ξουράφια το «σύστημα» της δημοκρατίας. Πως, ωστόσο, οι «ομάδες αυτοάμυνας» θα αμυνθούν ενάνπα στα φασιστικά πιστόλια; «Ιδεολογικά», φυσικά. Με άλλα λόγια: το μόνο που τους μένει είναι να πάνε να κρυφτούν. Μην έχοντας στα χέρια τους εκείνο που χρειά-ζεται. θα ζητήσουν τηναυτοάμυναστα πόδια τους. Και οι φασίστες σαυ-τά το διάστημα θα είναι ελεύθεροι να λεηλατήσουν τις εργατικές οργάνω-σης Το προλεταριάτο θα πάθει μια τρομερή ήττα. μα για αντάλλαγμα δε θα κατηγορηθεί για πραξικοπημαπσμό. Αηδία και περιφρόνηση, να τι προκαλεί η άνανδρη αυτή φλυαρία που γίνεται κάτω από τη σημαία τουμπολσεβικισμού”!
 Από τον τυχοδιωκτισμό της 3ης περιόδου στον τωρινό καιροσκοπισμό

Από τον καιρό ακόμα της συχωρεμένης «τρίτης περιόδου» όταν οι στρατηγοί της Ουμανιτέ είχαν προσβληθεί από τι παραλήρημα των «οδοφραγμάτων», «κατελάμβαναν» κάθε μέρα τους δρόμους και μεταχειρίζονταν σα «σοσιαλφασίστες» όλους όσους δεν παραδέχονταν αυτούς τους εξοφρενι σμούς, εμείς προλέγαμε: «Μόλις οι άνθρωποι αυτοί θα κάψουνε την άκρη του δακτύλου τους, θα γίνουν οι χειρότεροι οπορτουνιστές». Η πρόβλεψη επαληθεύτηκε τώρα πέρα για πέρα. Την ίδια στιγμή που δυναμώνει το σοσιαλιστικό κόμμα και που μεγαλώνει η κίνηοη για την πολιτοφυλακή. οι ηγέτες του κόμματος που το λένε κομμουνιστικό τρέχουνε να ρίξουν νερό στη φωτιά για να κρυώσουν τη διάθεση των προχωρημένων εργατών που πάνε να σχηματιστούν σε μαχητικές φάλαγγες. Μπορεί να φανταστεί κανείς δουλειά πιο ολέθρια και πιο αποσυνθετική;
 ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗ (ΜILICΕ)

Μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα ακούμε κάποτε την ακόλουθη αντίρρηση: «Πρέπει να κάνουμε την πολιτοφυλακή, μα δεν είναι ανάγκη να το λέμε ανοιχτό”. Οσο για τους συντρόφους εκείνους που νοιάζονται να κρύψουν από ενοχλητικά αυτιά και μάτια την πρακτική μεριά της υπόθεσης, αυτούς πρέπει μόνο να τους συγχαρούμε.


 Είναι όμως υπερβολική αφέλεια να νομίσουμε πως μπορούμε να δημιουργήσουμε τη λαϊκή πολιτοφυλακή ανεπαίσθητα, μυστικά, μέσα σε τέσσερις τοίχους Μας χρειάζονται δεκάδες και αργότερα εκατοντάδες χιλιάδες μαχητές. Αυτοί θα έρθουν μόνο όταν εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες, και πίσω απαυτούς και οι χωρικοί ακόμα, νοιώσουν την ανάγκη της πολιτοφυλακής και δημιουργήσουν γύρω από τους εθελοντές μια ατμόσφαιρα φλογερής συμπάθειας και ενεργής υποστήριξης. Με συνωμοτικό τρόπο πρέπει να σκεπαστεί η τεχνική μόνο μεριά της υπόθεσης. Όσο όμως για την πολιτική εκστρατεία αυτή πρέπει να την αναπτύξουμε ανοιχτό, σας συγκεντρώσεις, στα εργοστάσια, στους δρόμους, στις δημόσιες πλατείες.


 Οι βασικές δυνάμεις της πολιτοφυλακής πρέπει να είναι εργοστασιακοί εργάτες συγκεντρωμένοι στον τόπο εργασίας τους, γνωρίζονται ανάμεσά τους και μπορούνε να προστατέψουν τα μαχητικά τους αποσπάσματα από τις προβοκάτσιες των πρακτόρων του εχθρού πιο εύκολα και πιο σίγουρα και από τους πιο σπουδαίους γραφειοκράτες. Συνωμοτικά επιτελεία δίχως ανοιχτή κινητοποίηση των μαζών θα μείνουν κρεμασμένα στον αέρα τη σπγμή του κινδύνου. Πρέπει όλες οι εργατικές οργανώσεις να μπούνε σε κίνηση. Στο ζήτημα αυτό δε μπορεί να χωρέσει διάκριση ανάμεσα στα εργατικά κόμματα και τα συνδικάτα. Δίνοντας τα χέρια ο ένας στον άλλο οφείλουνε να κινητοποιήσουν τις μάζες. Τότε θα είναι ολότελα εξασφαλισμένη η επιτυχία της εργατικής πολιτοφυλακής.


 Μα από πού θα πάρουν οι εργάτες όπλα; αντιτάσσουν οι σταθεροί «ρεαλιστές», δηλαδή οι τρομαγμένοι φιλισταίοι. Ο ταξικός εχθρός έχει όπλα, κα-νόνια, τανκς, ασφυξιογόνα αέρια, αεροπλάνα. Οι εργάτες έχουν κάμποσες εκατοντάδες πιστόλια και σουγιάδες.
 Μέσα σαυτή την αντίρρηση είναι όλα μαζεμένα με τρόπο που να τρομάξουν τους εργάτες. Από τη μία μεριά οι σοφοί μας ταυτίζουν τον εξοπλισμό των φασιστών με τον εξοπλισμό του κράτους. Από την άλλη απευθύνονται στο κράτος ζητώντας του ναφοπλίσει τους φασίστες. Σπουδαία λογική! Πραγματικά η θέση τους είναι και στις δύο περιπτώσεις εσφαλμένη Στη Γαλλία οι φασίστες είναι ακόμα μακριά από το να καταλάβουν το Κράτος. Στις 6 Φλεβάρη συγκρούστηκαν ένοπλα με την αστυνομία τους Κράτους. Γιαυτό το λόγο θα ήταν λάθος να μιλάμε για κανόνια και για τανκς. όταν πρόκειται τώρα άμεσα για ένοπλη πάλη με τους φασίστες Οι φασίστες βέβαια είναι πιο πλούσιοι από μας, και τους είναι πιο εύκολο να αγοράζουν όπλα. Μα οι εργάτες είναι πιο πολλοί, πιο αποφασισμένοι, πιο αφοσιωμένοι, τουλάχιστον όταν αισθάνονται δίπλα τους μια γερή επαναστατική διευθυνση Ανάμεσα σης άλλες πηγές, οι εργάτες μπορούν να εξοπλιστούν σε βάρος των φασιστών, αφοπλίζοντάς τους συστηματικά


 Αυτό είναι σήμερα μια από τις πιο σοβαρές μορφές πάλης με το φασισμό. Όταν τα οπλοστάσια των εργατών θαρχίσουν να γεμίζουν σε βάρος των φασιστικών αποθηκών, οι τράπεζες και τα τραστ θα σκέφτονται πολύ όταν πρόκειται για χρηματοδότηση του εξοπλισμού των δολοφονικών τους φρουρών. Μπορούμε μάλιστα να δεχτούμε ότι σε μια τέτοια περίπτωση -μόνο όμως σαυτή- οι αρχές θα ανησυχήσουν και θαρχίσουν πραγματικά να εμποδίζουν τον εξοπλισμό των φασιστών για να μη δημιουργηθεί έτσι μια συμπληρωματική πηγή για τον εξοπλισμό των εργατών. Από πολλά χρόνια ξέρουμε ότι μονάχα μια επαναστατική τακτική γεννάει σαν επακόλουθο αποτέλεσμα, «μεταρρυθμίσεις», ή κυβερνητικές παραχωρήσεις.


 Πώς όμως να αφοπλίσουμε τους φασίστες; Φυσικά αυτό δε μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο με άρθρα σπς εφημερίδες. Πρέπει να δημιουργήσουμε μαχητικά σώματα. Πρέπει να δημιουργήσουμε επιτελεία πολιτοφυλακής Χιλιάδες πρόθυμοι βοηθοί και πληροφοριοδότες θα έλθουν απόλες τις μεριές να μάθουν πως η δουλειά οργανώνεται σοβαρά από μας.
 Χρειάζεται προλεταριακή θέληση για δράση*.

(*Στην Ουμανιτέ της 30ης Οκτώβρη, ο Βαγιάν-Κουτυριέ αποδεικνύει πολύ καλά ότι είναι παραλογισμός να απαιτούμε από την κυβέρνηση να αφοπλίσει τους φασί-στες, όπ μόνο το κίνημα τρων μαζών μπορεί να τους αφοπλίσει. Επειδή πρόκειται, όπως φαίνεται, όχι για «ιδεολογικό», αλλά για φυσικό αφοπλισμό, θέλουμε να ελπί-ζουμε όπ η Ουμανιτέ θα αναγνωρίσει τώρα την ανάγκη της εργατικής ηολιτοφυλακής. Είμαστε έτοιμοι να χαιρετίσουμε ειλικρινά κάθε βήμα των σταλινικών στο σωστό δρόμο.
 Αλλά, αλίμονο! από την 1η Νοέμβρη ο Βαγιάν-Κουτυριέ χάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς τα πίσω: ο αφοπλισμός των φασιστών δεν θα γίνει από το Ενιαίο Μέτωπο, αλλά από την αστυνομία του Ντουμέργκ, «κάτω από την πίεση και τον έλεγχο» του Ενιαίου Μετώπου. Περίφημη ιδέα: χωρίς επανάσταση, με μόνη την «ιδεολογική» πίεση, να μεταβάλουν την αστυνομία σε εκτελεστικό όργανο του προλεταριάτου! και γιατί να κατακτηθεί η εξουσία όταν τα ίδια αποτελέσματα μπορούμε να τα έχουμε ακολουθώντας τον ειρηνικό δρόμο; «Με την πίεση και τον έλεγχο» του Ενιαίου Μετώπου, Ο Ζερμαίν-Μαρτέν θα εθνικοποιήσει ης τράπεζες και ο Μαρ- σαντώ θα φυλακίσει τους αντιδραστικούς συνωμότες, αρχίζοντας από το συνάδελφό του Ταρντιέ. Την ιδέα της «πίεσης και του ελέγχου» αντί για την επαναστατική πάλη, δεν την επινόησε ο Βαγιάν-Κουτυριέ, τη δανείστηκε από τον Όττο Μπάουερ, τον Χίλφερνηνγκ και το μενσεβίχο Νταν. Ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει αυτή η ιδέα είναι ο ακόλουθος: να αποτρέψει τους εργάτες από τον επαναστατικό αγώνα. Στην πραγματικότητα, είναι εκατό φορές πιο εύκολο να συντρίψουμε τους φασίστες με τα χέρια μας παρά με τα χέρια μιας εχθρικής αστυνομίας, και όταν το Ενιαίο Μέτωπο θα γίνει αρκετά ισχυρό για να μπορεί να «ελέγχει» τον κρατικό μη-χανισμό -επομένως μετά την κατάληψη της εξουσία, και καθόλου πριν απαυτην- θα διώξει απλώς την αστική αστυνομία και θα την αντικαταστήσει με την εργατική πολιτοφυλακή)

Τα όπλα όμως των φασιστών δεν είναι βέβαια η μοναδική πηγη. Στη Γαλλία υπάρχει πάνω από ένα εκατομμύριο οργανωμένοι εργάτες Γενικά αν πάρουμε το πράγμα είναι λίγοι. Μα φτάνουν και με το παραπάνω για ναρχίσει, ο σχηματισμός της εργατικής πολιτοφυλακής. Αν τα κόμματα και τα συνδικάτα όπλιζαν το ένα δέκατο μονάχα από τα μέλη τους. θα είχαμε κιόλας μια πολιτοφυλακή από 100.000 άντρες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο αριθμός των εθελοντών την άλλη μέρα από την πρόσκληση του Ενιαίου Μετώπου για την πολιτοφυλακή, θα ξεπερνούσε πολύ τον αριθμό αυτό. Οι εισφορές των κομμάτων και των συνδικάτων, οι έρανοι και οι συνδρομές θα έδιναν τη δυνατότητα να εξασφαλιστούν μέσα σένα ή δύο μήνες όπλα για 100000 είτε 200000 πολεμιστές. Τότε τα φασιστικά καθάρματα θα έβαζαν αμέσως την ουρά κάτω απτα σκέλια. Όλη η προοπτική για την κατοπινή εξέλιξη θα γινόταν ασύγκριτα πιο ευνοϊκή.


 Όποιοι φέρνουν σαν επιχείρημα την έλλειψη όπλων και άλλες αντικειμενικές αιτίες για να εξηγήσουν γιατί ίσα με τώρα δεν άρχισε ο σχηματισμός της παλιτοφυλακής. αυτοί ξεγελούν τον εαυτό τους και τους άλλους. Το κυριότερο εμπόδιο, το μοναδικό εμπόδιο μπορούμε να πούμε, έχει τη ρίζα του στο συντηρητικό και παθητικό χαρακτήρα εκείνων που διευθύνουν τις εργατικές οργανώσεις. Οι ηγέτες είναι σκεπτικιστές και δεν πιστεύουν στη δύνα-μη του προλεταριάτου. Στηρίζουν τις ελπίδες τους σε κάθε λογής θαύματα από τα πάνω, αντί να δώσουν μια επαναστατική διέξοδο στην ενεργητικότητα από τα κάτω. Οι συνειδητοί εργάτες πρέπει να εξαναγκάσουν τους αρχηγούς τους να τραβήξουν αμέσως στη δημιουργία της λαϊκής πολιτοφυλακής, είτε να παραχωρήσουν τη θέση τους σε δυνάμεις πιο νέες και πιο φρέσκιες.
 Ο ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Μια απεργία είναι ακατανόητη δίχως προπαγάνδα και δίχως ζύμωση, μα ούτε και δίχως απεργιακές φρουρές που όπου μπορούν, ενεργούν με την πειθώ, αλλά. όπου είναι η ανάγκη το φέρνει, καταφεύγουν και στη φυσική βία. Η απεργία είναι και η στοιχειωδέστερη μορφή πάλης των τάξεων, μορφή που πάντοτε συνδυάζει, σε ποικίλες αναλογίες, τα ιδεολογικά με τα φυσικά μέσα. Η πάλη με το φασισμό στην ουσία της είναι πάλη πολιτική, που ωστόσο έχει ανάγκη από μια πολιτοφυλακή όπως η απεργία χρειάζεται απεργιακές φρουρές. Στο βάθος η απεργιακή φρουρά είναι έμβρυο της ερ-γατικής πολιτοφυλακής. Όποιος πιστεύει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από τη φυσική πάλη να παραιτηθεί από κάθε πάλη, γιατί το πνεύμα δε ζει χωρίς τη σάρκα.


 Σύμφωνα με την υπέροχη έκφραση του μεγάλου θεωρητικού του πόλεμου Κλαούσεβιτς ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα Ο ορισμός αυτός ταιριάζει τέλεια και στον εμφύλιο πόλεμο. Η φυσική πάλη είναι μόνο ένα «άλλο μέσο» της πολιτικής πάλης. Δε μπορούμε να φέρουμε σε αντίθεση το ένα με το άλλο, γιατί δε μπορούμε να σταματήσουμε τη θέ-ληση για πολιτική πάλη, όταν αυτή από τη δύναμη των εσωτερικών αναγκών μετατρέπεται σε φυσική πάλη. Για ένα επαναστατικό κόμμα, το καθήκον του είναι να προβλέπει ότι είναι αναπόφευκτη η μετατροπή της πολιτικής σε ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση και να προετοιμάζεται με όλα του τα μέσα για τη στιγμή αυτή, όπως προετοιμάζονται γιαυτή τη στιγμή και οι κυρίαρχες τάξεις.


 Τα αποσπάσματα της πολιτοφυλακής για την άμυνα ενάντια στο φασισμό είναι τα πρώτα βήματα στο δρόμο για τον εξοπλισμό του προλεταριάτου. Δεν είναι όμως και το τελευταίο. Το σύνθημα μας είναι. Να εξοπλιστεί το προλεταριάτο και οι επαναστάτες χωρικοί. Τελικά η λαϊκή πολιτοφυλακή πρέπει να περιλάβει όλους τους εργάτες. Ολοκληρωτικά το πρόγραμμα αυτό θα μπορέσει να εκτελεστεί μονό μέσα στο Εργατικά κράτος που στα χέρια του θα περάσουν όλα τα μέσα της παραγωγής, κατά συνέπεια και τα μέσα καταστροφής, δηλαδή όλα τα όπλα και όλα τα εργοστάσιο που τα παράγουν .


 Ωστόσο δε μπορούμε να φτάσουμε στο Εργατικό Κράτος με τα χέρια άδεια Για ειρηνικό συνταγματικό πέρασμα στο σοσιαλισμό σήμερα μπορούν να μιλούν μόνο πολιτικοί ανάπηροι τύπου Ρενοντέλ Ο συνταγματικός δρόμος κόπηκε απτα χαρακώματα που τα έχουν καταλάβει οι φασιστικές συμμορίες. Εχουμε όχι λίγα τέτοια χαρακώματα μπροστά μας. Η μπουρζουαζία δε θα υποχωρήσει, δε θα διστάσει να κάνει και δύο και πέντε και δέκα πραξικοπήματα με τη βοήθεια της αστυνομίας και του στρατού, φτάνει το προλεταριάτο να μην ανέβει στην εξουσία. Ένα Εργατικό Σοσιαλιστικό Κρά-τος δε μπορεί να δημιουργηθεί διαφορετικά παρά μόνο με νικηφόρα επανάσταση. Κάθε επανάσταση προετοιμάζεται από την πορεία της οικονομικής και πολιτικής εξέλιξης, μα οριστικά κρίνεται πάντοτε από ανοιχτές ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σης εχθρικές τάξεις. Για να ολοκληρωθεί μια επαναστα-τική νίκη, χρειάζεται μακρόχρονη εργασία διαπαιδαγώγησης, μακρόχρονη οργάνωση των μαζών Μα και η ίδια η ένοπλη σύγκρουση πρέπει κι αυτή να είναι από καιρό πριν προετοιμασμένη. Οι εργάτες πρέπει να ξέρουν ότι θα χρειαστεί να μπούνε σε θανάσιμη πάλη. Πρέπει να φροντίσουν να έχουν ό-πλα σαν εγγύηση για την απελευθέρωση τους.


 Σε μια εποχή τόσο κρίσιμη σαν τη σημερινή, το κόμμα της επανάστασης οφείλει ακούραστα να κηρύχνει στους εργάτες την ανάγκη να οπλιστούν και πρέπει να κάνει το κάθε τι, για να εξασφαλίσει τον εξοπλισμό τουλάχιστον της προλεταριακής πρωτοπορίας. Δίχως αυτό η νίκη είναι αδύνατη.


 Οι τελευταίες μεγάλες εκλογικές νίκες του Εργαπκού Κόμματος στην Αγγλία δεν μειώνουν καθόλου αυτά που είπαμε παραπάνω. Αν υποθέσουμε ό-τι οι ερχόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές θα δώσουν στο Εργατικό Κόμμα την απόλυτη πλειοψηφία -πράγμα που δεν είναι καθόλου βέβαιο- κι αν φανταστούμε ακόμα όπ το κόμμα θα μπει πραγματικά στο δρόμο των σοσια-λιστικών μεταρρυθμίσεων -πράγμα που πολύ λίγο είναι πιθανό- θα αντιμε-τωπίσει αυτό αμέσως μια τόσο λυσσασμένη αντίσταση από μέρους της Βουλής των Λόρδων, του Στέμματος, των τραπεζών, του Χρηματιστηρίου, της γραφειοκρατίας, των μεγάλων εφημερίδων, που το σχίσμα θα γίνει ανα-πόφευκτο, και η αριστερή πτέρυγα, η πιο ριζοσπαστική, θα καταντήσει να γίνει η κοινοβουλευτική μειοψηφία. Ταυτόχρονα το φασιστικό κίνημα θα πάρει διαστάσεις χωρίς προηγούμενο. Η αγγλική μπουρζουαζία. τρομαγμένη από τις δημοτικές εκλογές, ασφαλώς, ετοιμάζεται πραγματικά από τώρα για ένα εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, τη στιγμή που οι κορυφές του Εργατικού Κόμματος βαυκαλίζουν το προλεταριάτο με εκλογικές επιτυχίες και με κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Οι σοσιαλιστές εργάτες είναι αναγκασμένοι, δυστυχώς, να βλέπουν τα βρετανικά γεγονότα με τα ρόδινα ματογυάλια του Ζαν Λονγκέ. Στην πραγματικότητα η βρετανική μπουρζουαζία θα επιβάλει στο προλεταριάτο εμφύλιο πόλεμο τόσο σκληρότερο όσο λιγότερο προετοιμάζονται γιαυτό οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος.


Μα από που λοιπόν θα πάρετε όπλα για όλο το προλεταριάτο; μας ξαναρωτούν οι σκεπτικιστές που την εσωτερική τους αδυναμία την παίρνουν για αντικειμενική αδυναμία. Λησμονούν ότι το ίδιο ερώτημα μπήκε μπροστά σε κάθε επανάσταση μέσα στην ιστορία. Και ωστόσο οι νικηφόρες επαναστάσεις είναι σημαντικοί σταθμοί μέσα στην εξέλιξη της ανθρωπότητας.
 Το προλεταριάτο παράγει τα όπλα, αυτό τα μεταφέρει, αυτό χτίζει τις αποθήκες όπου φυλάγονται, αυτό υπερασπίζει τα οπλοστάσια ενάντια στον εαυτό του, αυτό υπηρετεί στο στρατό και δημιουργεί όλο τον εφοδιασμό και τον εξοπλισμό του στρατού. Εκείνο που χωρίζει τα όπλα από το προλεταριάτο δεν είναι ούτε οι κλειδαριές, ούτε οι τοίχοι, άλλα η συνήθεια της υποταγής, ο υπνωτισμός από την ταξική κυριαρχία, το εθνικιστικό δηλητήριο Φτάνει να γκρεμίσουμε τους ψυχολογικούς αυτούς τοίχους και τότε κανέ-νας πέτρινος τοίχος δε θα αντισταθεί. Φτάνει να θελήσει όπλα το προλεταριάτο και θα τα βρει. Το καθήκον του επαναστατικού κόμματος είναι να ξυπνήσει μέσα του αυτή τη θέληση και να διευκολύνει την πραγματοποίησή της.


 Εδώ όμως ο Φροσάρ και ένα σωρό τρομαγμένοι βουλευτές, εφημερδογράφοι και συνδικαλιστές γραφειοκράτες φέρνουν το τελευταίο τους επι-χείρημα, το πιο βαρύ: «πως μπορούν άνθρωποι σοβαροί να ελπίζουν γενικά στην επιτυχία της φυσικής πάλης ύστερα από τα τελευταία τραγικά δίδαγμα της πείρας στην Αυστρία και την Ισπανία; Συλλογιστείτε τη σύγχρονη τεχνική του πολέμου: τανκς! ασφυξιογόνα!! αεροπλάνα!!!»


Το επιχείρημα αυτό αποδεικνύει μονάχα πως μερικοί «σοβαροί άνθρωποι» όχι μόνο δεν θέλουν να μάθουν τίποτα, αλλά από το φόβο τους ξεχνάνε και τα λίγα που είχαν κάποτε μάθει. Η ιστορία στα είκοσι τελευταία χρονιά αποδεικνύει με τρόπο πολύ ξεκάθαρο ότι τα βασικά προβλήματα σης σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, καθώς και ανάμεσα στα έθνη λύνονται με τη φυσική βία. Οι ειρηνόφιλοι έλπιζαν πολλά χρόνια πως με την ανάπτυξη της τεχνικής του πολέμου κανένας πόλεμος δε θα μπορούσε να γίνει πια Οι φιλισταίοι πολλές δεκαετίες ίσα με τώρα μας ξανάλεγαν κι αυτοί πως με την ανάπτυξη της τεχνικής του πολέμου καμία επανάσταση δεν θα μπορούσε να γίνει πια. Παρόλα αυτά οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις δε σταμάτησαν. Ποτέ άλλοτε δεν έγιναν τόσες επαναστάσεις, και νικηφόρες ανάμεσά τους. όσες ύστερα από τον τελευταίο πόλεμο που ανακάλυψε όλη τη δυναμική της τεχνικής του πολέμου.


 Οι Φροσάρ και Σία παίρνουν παλιές φωτογραφίες και ης παρουσιάζουν για νωπές ανακαλύψεις, μονάχα που αντί για τουφέκια, και κανόνια μας μι-λάνε τώρα για τανκς και βομβαρδιστικά αεροπλάνα. Απαντάμε: Πίσω από κάθε μηχανή υπάρχουν άνθρωποι που συνδέονται ανάμεσά τους με δεσμούς όχι μόνο τεχνικούς αλλά και κοινωνικούς και πολιπκούς. Οταν η ιστορική εξέλιξη βάζει μπροστά στην κοινωνία ένα καθήκον αναπότρεπτο σα ζήτημα ζωής ή θανάτου, όταν υπάρχει μια προοδευτική τάξη που απτη νίκη της κρίνεται η σωτηρία της κοινωνίας, τότε η ίδια η πορεία της πολιτικής πάλης ανοίγει μπροστά στην επαναστατική τάξη τις πιο ποίκιλες δυνατότη-τες άλλοτε μπορεί να παραλύσει τις στρατιωτικές δυνάμεις του εχθρού, άλλοτε να τις κατακτήσει η ίδια. τουλάχιστον ένα μέρος τους. Στο μυαλά ενός φιλισταίου οι δυνατότητες αυτές παρουσιάζονται πάντοτε σαν «τυχαίες επιτυχίες- που δε θα ξαναγίνουν ποτέ. Η αλήθεια όπως είναι ότι μέσα στους πιο αναπάντεχους, μα στο βάθος ολότελα φυσικούς συνδυασμούς των περιστάσεων. κάθε λογής δυνατότητες ανοίγονται σε κάθε αληθινή λαϊκή επανάσταση. Η νίκη όμως δεν έρχεται μόνη της.
 Για να επωφεληθούμε από τις ευνοϊκές δυνατότητες, χρειάζεται επαναστατική θέληση, χρειάζεται σταθερή απόφαση να νικήσουμε, χρειάζεται τόλμη και οξυδερκής διεύθυνση.


 Η Ουμανιτέ παραδέχεται στα λόγια το σύνθημα «εξοπλισμός των εργατών», αλλά μόνο για να το αρνηθεί στην πράξη. Τώρα στην περίοδο που περνάμε. λέει αυτή η εφημερίδα, είναι απαράδεκτο να ρίχνουμε ένα σύνθημα που θα γίνει επίκαιρο μόνοσε πλήρη επαναστατική κρίση”. Είναι επικίνδυνο να γεμίζεται το τουφέκι σας, λέει ο πολύ «σώφρων» κυνηγός, όσο δεν έχει φανεί ακόμα το πουλί. Μα όταν θα φανεί το πουλί, θα είναι λιγάκι αργά για να γεμίσουμε το τουφέκι. Μήπως οι στρατηγοί της «Ουμανιτέ» νομίζουν ότι «σε πλήρη επαναστατική κρίση» θα μπορέσουν χωρίς προετοιμασία να κινη-τοποιήσουν και να οπλίσουν το προλεταριάτο; Για να προμηθευτούμε όπλα χρειάζεται τουλάχιστον μια ορισμένη ποσότητα απαυτά. Χρειάζονται στρατιωτικά στελέχη. Χρειάζεται μια αδιάκοπη εργασία προετοιμασίας, όχι μόνο στις αίθουσες γυμναστικής, αλλά και σε αδιάσπαστο σύνδεσμο με την καθημερινή πάλη των μαζών. Αυτά σημαίνουν ότι: Πρέπει αμέσως να συγκροτήσουμε την πολιτοφυλακή και ταυτόχρονα να κάνουμε μια προπαγάνδα για το γενικό εξοπλισμό των εργατών και των επαναστατών χωρικών.


 Είναι τόσο φανερή η αδυναμία του κοινοβουλευτισμού στις συνθήκες της κρίσης όλου του κοινωνικού συστήματος του καπιταλισμού που οι αγοραίοι δημοκράτες μέσα στο εργατικό στρατόπεδο (Ρενοντέλ, Φροσάρ και οι μιμητές τους) δεν βρίσκουν ούτε ένα επιχείρημα για να υποστηρίξουν τις απολιθωμένες προλήψεις τους. Γιαυτό και με μεγάλη προθυμία πιάνονται απόλες πς αποτυχίες και όλες τις ήττες που γνώρισε η επανάσταση στις διάφορες χώρες. Σκέφτονται με τον ακόλουθο τρόπο: αν ο καθαρός κοινοβουλευτισμός δεν μας ανοίγει καμία διέξοδο, ούτε και με τον ένοπλο αγώνα οι προοπτικές είναι καλύτερες. Οι ήττες των προλεταριακών εξεγέρσεων της Αυστρίας και της Ισπανίας είναι γιαυτούς σήμερα το διαλεκτό τους επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, η θεωρητική και πολιτική ασυνέπεια των αγοραίων δημοκρατών παρουσιάζεται ακόμα πιο καθαρά όταν κριτικάρουν την επαναστατική μέθοδο παρά όταν υπερασπίζουν τις μεθόδους της αστικής δημοκρατίας που σαπίζει.

Κανείς δεν είπε ποτέ ότι η επαναστατική μέθοδος εξασφαλίζει αυτόματα τη νίκη Εκείνο που αποφασίζει δεν είναι αυτή καθαυτή η μέθοδος, αλλά η σωστή εφαρμογή της, ο μαρξιστικός προσανατολισμός στο γεγονότα, μια ισχυρή οργάνωση, η εμπιστοσύνη των μαζών που αποχτήθηκε από μακρόχρονη πείρα, μια ηγεσία οξυδερκής και τολμηρή. Η έκβαση κάθε μάχης εξαρτάται από μια στιγμή και οι συνθήκες της σύγκρουσης από το συσχετισμό των δυνάμεων. Ο μαρξισμός δεν συμφωνεί καθόλου με την αντίληψη ότι η ένοπλη σύγκρουση είναι η μόνη επαναστατική μέθοδος, μια πανάκεια καλή για όλες τις συνθήκες. Γενικά ο μαρξισμός δεν έχει φετίχ ούτε κοινοβουλευτικά ούτε επαναστατικά. Το κάθε τι είναι καλό στη θέση του και στον καιρό του. Υπάρχει ένα πράγμα που μπορεί να ειπωθεί από την αρχή από τον κοινοβουλευτικό δρόμο το σοσιαλιστικό προλεταριάτο πουθενά και ποτέ δεν κατέκτησε ακόμα την εξουσία, ούτε καν την πλησίασε. Οι κυβερνήσεις των Σάϊντμαν, Έρμαν Μύλλερ, Μακ Ντόναλντ δεν έχουν τίποτα κοινό με το σοσιαλισμό. Η μπουρζουαζία άφησε τους σοσιαλδημοκράτες και τους Άγγλους εργατικούς να ανέβουν στην εξουσία μόνο με τον όρο ότι θα υπερασπιστούν τον καπιταλισμό εναντίον των εχθρών του. Κι αυτοί τον εκτέλεσαν ευσυνείδητα. Ο καθαρά κοινοβουλευτικός, αντεπαναστατικός σοσιαλισμός δεν κατέληξε πουθενά και ποτέ σε σοσιαλιστική κυβέρνηση Αντίθετα, δημιούργησε αξιοπεριφρόνητους αποστάτες, που εκμεταλλεύτηκαν το εργατικό κίνημα για να κάνουν πολιτική καριέρα: Μιλλεράν, Μπριάν Βιβιανι. Λαβάλ, Πωλ-Μπονκούρ, Μαρκέ.


 Εξάλλου, η ιστορική πείρα μας έχει αποδείξει ότι η επαναστατική μέθοδος μπορεί να οδηγήσει στην κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο στη Ρωσία το 1917, στη Γερμανία και την Αυστρία το 1918, στην Ισπανία το 1930. Στη Ρωσία υπήρχε ένα ισχυρό μπολσεβίκικο κόμμα που χρονιά προε-τοίμαζε την επανάσταση και στάθηκε ικανό να πάρει γερά στο χέρια του την εξουσία. Τα ρεφορμιστικά κόμματα της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ισπανίας δεν προετοίμασαν ούτε διεύθυναν την επανάσταση αλλα την υπομείνανε. Τρομαγμένοι από την εξουσία που. παρά τη θελήση τους. επεσε στα χέρια τους. την μεταβίβασαν πρόθυμα στη μπουρζουαζία Ενεργώντας έτσι, υπέσκαψαν την εμπιστοσύνη του προλεταριάτου στον εαυτό του και, κάτι παραπάνω, την εμπιστοσύνη της μικροαστικής τάξης στο προλεταριάτο. Προετοίμασαν τις συνθήκες για την ανάπτυξη της φασιστικής αντίδρασης και έπεσαν στο τέλος και τα ίδια τα θύματα της.


 Ο εμφύλιος πόλεμος, τονίσαμε μετά τον Κλαουσεβιτς, είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Αυτό σημαίνει ότι το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου εξαρτάται μόνο κατά το 1/4, για να μην πούμε κατά το 1/10, από την πορεία του ίδιου του εμφυλίου πολέμου, από τα τεχνικά μέσα. από την καθαρά στρατιωτική διεύθυνσή του. και κατά τα 3/4. αν όχι τα 9/10, από την πολιτική προετοιμασία του. Τι είναι αυτή η πολιπκή προετοιμασία: Η επανασταπκή συνοχή των μαζών, η λύτρωση τους από τις δουλικές ελπίδες τους στην επιείκεια, τη γενναιοψυχία. την ευθύτητα τωνδημοκρατικώναφεντάδων, η διαπαιδαγώγηση επαναστατικών στελεχών που να μπορούν να αψηφούν την επίσημη κοινή γνώμη και να είναι ικανά να δείχνουν απέναντι στην μπουρζουαζία έστω και το 1/10 της ασπλαχνίας που η ίδια δείχνει απέναντι στους εργαζόμενους Χωρίς μια τέτοια προετοιμασία ο εμφύλιος πόλεμος, όταν οι συνθήκες θα το επιβάλλουν -και τελικά πάντοτε τον επιβάλλουν- θα διεξαχθεί κάτω από τις πιο δυσμενείς για το προλεταριάτο συνθήκες, θα εξαρτηθεί από πολλά τυχαία περιστατικά, και ύστερα, ακόμα και σε περίπτωση στρατιωτικής νίκης, η εξουσία μπορεί να ξεφύγει από τα χέρια του προλεταριάτου. Εκείνος που δεν βλέπει ότι η πάλη των τάξεων ο-δηγεί αναπόφευκτα σε ένοπλη σύγκρουση είναι τυφλός. Αλλά δεν είναι λι-γότερο τυφλός εκείνος που πίσω από την ένοπλη σύγκρουση και την έκβασή της. δεν βλέπει όλη την προηγούμενη πολιτική των τάξεων που έχουν έρθει σε σύγκρουση.


 Στην Αυστρία εκείνος που ηττήθηκε δεν ήταν η μέθοδος της εξέγερσης, αλλά ο αυστρομαρξισμός, στην Ισπανία -ο χωρίς αρχές κοινοβουλευτικός μεταρρυθμισμός. Το 1918 η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία, πίσω από την πλάτη του προλεταριάτου, μεταβίβασε στη μπουρζουαζία την εξουσία που αυτό είχε καταχτήσει. Το 1927 όχι μόνο γύρισε άνανδρα την πλάτη στην προλεταριακή επανάσταση που είχε όλες τις πιθανότητες να νικήσει, αλλά και έστρεψε το εργατικό Σούτσμπουντ εναντίον των εξεγερμένων μαζών. Ε-εργώντας έτσι. προετοίμασε τη νίκη του Ντόλφους. Οι Μπάουερ και Σία έλεγαν: «Θέλουμε μια ειρηνική εξέλιξη, αλλά αν ο εχθρός χάσει το μυαλό του και μας επιτεθεί, τότε…”. Αυτή η φόρμουλα φαίνεται πολύ «φρόνιμη» και πολύ «ρεαλιστική». Δυστυχώς και ο Μαρσώ Πιβέρ το ίδιο πρότυπο ακολουθεί στους συλλογισμούς του. «Αντότε». Στην πραγματικότητα αυτή η φόρμουλα αποτελεί παγίδα για τους εργάτες, τους καθησυχάζει, τους αποκοι-ίζει, τους ξεγελάει. «Αν» σημαίνει ότι οι μορφές της πάλης εξαρτώνται α-πό την καλή θέληση της μπουρζουαζίας και όχι από τα απολύτως ασυμφιλίωτα συμφέροντα των τάξεων. «Αν» σημαίνει: αν είμαστε ήσυχοι, γνωστικοί, συμφιλιωτικοί, η μπουρζουαζία θα είναι λογική, και όλα θα τελειώσουν ειρηνικά. Ο Όττο Μπάουερ και οι άλλοι ηγέτες της αυστριακής σοσιαλδη-μοκρατίας, τρέχοντας πίσω από το φάντασμα «αν», οπισθοχώρησαν παθητικά μπροστά στην αντίσταση, της παραχώρησαν τη μια θέση ύστερα από την άλλη, έσπασαν το ηθικό των μαζών, οπισθοχώρησαν ξανά, ως τη στιγμή που βρέθηκαν οριστικά στριμωγμένοι στο αδιέξοδο. Εκεί, στο τελευταίο χαράκωμα, δέχτηκαν τη μάχη και την έχασαν.


 Στην Ισπανία τα γεγονότα ακολούθησαν άλλο δρόμο, αλλά οι αιτίες της ήττας, βασικά, είναι οι ίδιες. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα όπως και οι Ρώσοι «σοσιαλεπαναστάτες» και μενσεβίκοι, μοιράστηκε την εξουσία με την αστική δημοκρατία, για να εμποδίσει τους εργάτες να τραβήξουν την επανάσταση ως το τέρμα. Δύο ολόκληρα χρόνια οι σοσιαλιστές, που ήταν στην εξουσία, βοήθησαν τη μπουρζουαζία να απαλλαγεί από τις μάζες με ψίχουλα αγροτικών, κοινωνικών και εθνικών μεταρρυθμίσεων. Εναντίον των πιο επαναστατικών στρωμάτων του λαού οι σοσιαλιστές κατέφυγαν σε κατασταλτικά μέτρα Το αποτέλεσμα ήταν διπλό. Ο αναρχοσυνδιαλισμός που, με μια σωστή πολιτική θα είχε διαλυθεί μέσα στη φωτιά της επανάστασης, όπως λιώνει το κερί, στην πραγματικότητα ενισχύθηκε και συγκέντρωσε γύρω του τα μαχητικά στρώματα του προλεταριάτου. Στον άλλο πόλο η κοινωνική-καθολική δημαγωγία εκμεταλλευόταν επιδέξια τη δυσαρέσκεια των μαζών απέναντι στην αστικοσοσιαλιστική κυβέρνηση. Όταν το Σοσιαλιστικά Κόμμα είχε εκτεθεί αρκετά με την πολιτική του. η μπουρζουαζία το έδιωξε από την εξουσία και πέρασε σε ολομέτωπη επίθεση. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα βρέθηκε στην ανάγκη να αμυνθεί κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες που το ίδιο της δημιούργησε με την προηγούμενη πολιτική του. Η μπουρζουαζία είχε ήδη ένα μαζικό στήριγμα στα δεξιά. Οι αναρχοσυνδικαλιστές ηγέτες, που στην πορεία της επανάστασης έκαναν όλα τα λάθη που θα μπορούσαν να κάνουν αυτοί οι επαγγελματίες της σύγχυσης, αρνήθηκαν να υποστηρί-ξουν την εξέγερση που την διεύθυναν «πολιτικάντηδες» προδότες. Το κίνημα δεν γενικεύτηκε, αλλά πήρε σποραδικά μορφή. Η κυβέρνηση χτύπησε σε όλες τις μεριές της σκακιέρας. Έτσι ο εμφύλιος πόλεμος, που τον επέβαλε η αντίδραση, τελείωσε με την ήττα του προλεταριάτου. *


[*Εδώ ο Τρότσκυ αναφέρεται στην ηρώτη φάση της Ισπανικής Επανάστασης, που τελείωσε με την άγρια καταστολή της εξέγερσης στις Αστούριες τον Οκτώβρη του 1934. Το 1931, οι εκλογές δίνουν συντριπτική πλειοψηφία στους αντιμοναρχικους και ο βασιλιάς εγκαταλείπει τη χώρα. Μέχρι το 1933 η εξουσία βρίσκονταν στα χέρια της φιλελεύθερης αστικής τάξης και των σοσιαλιστών με πρωθυπουργό τον Αθάνια Οι δειλές μεταρρυθμίσεις της δεν ικανοποιούσαν τους πόθους των μαζών. Οι απεργίες αντιμετωπίστηκαν με σκληρή καταστολή. Τελικά οι εκλογές του 1933 δίνουν τη νίκη στη Δεξιά, που με πρωθυπουργό τον Λερρού παίρνει πίσω ης μεταρρυθμίσεις. Η λαϊκή δυσαρέσκεια θα συσσωρευτεί ξανά, με αποτέλεσμα την εξέγερση στις Αοτούριες. Προφανώς ο Τρότακυ όταν μιλά για ήττα εννοεί την καταστολή σης Αστούριες μετά ης 19 Οκτώβρη που κατέληξε σε μαζικές εκτελέσεις, συλλήψεις, βιασμούς και εμπρησμούς. Στις επόμενες εκλογές το Φλεβάρη του 36, ανατρέπεται η δεξιά και ης κερδίζει το Λαϊκό Μέτωπο. Όπως είναι γνωστό η ηγεσία του Λαϊκού Μετώπου, κυρίως οι σταλινικοί και οι αναρχικοί, πρόδωσαν την επανάσταση, με αποτέλεσμα να στρωθεί ο δρόμος στο Φράνκο, ο οποίος κυριαρχεί- σε όλη την Ισπανία στο τέλος του Μάρτη το 1939. (Γ.τ.κ)]


Από την ισπανική πείρα δεν είναι δύσκολο να βγάλουμε ένα συμπέρασμα εναντίον της σοσιαλιστικής συμμετοχής σε μια αστική κυβέρνηση. Το συμπέρασμα είναι αυτό καθαυτό αναμφισβήτητο, αλλά όχι αρκετό. Ο δήθεν αυστρομαρξισπκός «ριζοσπαστισμός- δεν είναι καθόλου καλύτερος από το ισπανικό κυνήγι των υπουργείων. Η μεταξύ τους διαφορά είναι τεχνική κα όχι πολιτική. Και οι δύο τους περίμεναν όπ η μπουρζουαζία για σταθεί «τίμια» και «ειλικρινής» απέναντι τους. Και οι δύο τους οδήγησαν το προλεταριάτο σε καταστροφές. Στην Ισπανία όπως και στην Αυστρία νικήθηκαν όχι οι μέθοδοι της επανάστασης αλλά οι οπορτουνιστικές μέθοδοι σε μια κα-τάσταση επαναστατική Και δεν είναι το ίδιο πράγμα!

* * *

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Αυστρία και την Ισπανία και παραπέμπουμε τον αναγνώστη μας στα δημοσιεύματα της «Βεριτέ» (δημοσιογραφικό όργανο της γαλλικής κομουνιστι-κής αντιπολίτευσης των μπολσεβίκων-λενινιστων. Σ.τ.ε) κατά τα τελευταία χρόνια και σε μια σειρά μπροσούρες.
 Σε μια κατάσταση εξαιρετικά ευνοϊκή, τα κομμουνιστικά κόμματα της Αυστρίας και της Ισπανίας, γοναπσμένα από τη θεωρία της «τρίτης περιόδου», του σοσιαλφασισμου· κτλ, βρέθηκαν στο τέλος εντελώς απομονωμένα. Με το να στηριχτούν στην αυθεντία της «Μόσχας» και να αμφισβητήσουν έτσι το κύρος των μεθόδων της επανάστασης, έφραξαν το δρόμο στην εφαρμογή μιας πολιτικής πραγματικά μαρξιστικής, πραγματικά μπολσεβίκικης. Η βασική ιδιότητα της επανάστασης είναι να θέτει κάτω από γοργή και ανελέητη δοκιμασία όλες τις θεωρίες και όλες τις μέθοδες. Η τιμωρία έρχεται σχεδόν αμέσως μετά το έγκλημα. Η ευθύνη της Κομμουνιστικής Διεθνούς για πς ήττες του προλεταριάτου στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ισπανία εί-ναι ανυπολόγιστη. Δεν αρκεί να κάνουμε «επαναστατική» πολιτική (στο λόγια). Χρειάζεται πολιτική σωστή. Κανένας δεν βρήκε ακόμα άλλο μυστικό για τη νίκη.
 ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Το έχουμε κιόλας πει: Το ενιαίο μέτωπο του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού κόμματος κλείνει μέσα του λαμπρές δυνατότητες. Φτάνει μόνο να το θέλει στα σοβαρά, και μπορεί αύριο να γίνει ο κύριος της Γαλλίας. Πρέπει όμως να το θέλει.
 Το ότι ο Ζουώ και, γενικά, η γραφειοκρατία της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας παραμένουν έξω από το ενιαίο μέτωπο, διατηρώντας την «ανεξαρτησία» τους, φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση μαυτά που προτείνουμε. Μόνο όμως στην πρώτη ματιά παρουσιάζεται έτσι το πράγμα. Σε μια εποχή μεγάλων καθηκόντων και μεγάλων κινδύνων, που σηκώνουν στο πόδι ης μάζες, τα διαφράγματα ανάμεσα σε πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του προλεταριάτου παύουν να υπάρχουν. Οι εργάτες θέλουν να μάθουν πως θα σωθούν από την ανεργία και το φασισμό, πως θα αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους από το κεφαλαίο, και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τηνανεξαρτησίατου Ζουώ απέναντι στην προλεταριακή πολιτική (από την αστική πολιτική οΖουώ είναι -αλίμονο!- πολύ εξαρτημένος) Αν η προλετα-ριακή πρωτοπορία, στο πρόσωπο του ενιαίου μετώπου, χαράξει σωστά το δρόμο του αγώνα, όλοι οι φραγμοί που βάζει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία θανατραπούν από τον ζωντανό χείμαρρο του προλεταριάτου. Το κλειδί της κατάστασης βρίσκεται τώρα στο ενιαίο μέτωπο. Αν δεν χρησιμοποιή-σει αυτό το κλειδί, θα παίξει τον αξιοθρήνητο ρόλο που θα έπαιζε αναπό-φευκτα το ενιαίο μέτωπο των μενσεβίκων και των «σοσιαλεπαναστατών» το 1917 στη Ρωσία, αναν οι μπολσεβίκοι δεν τους είχαν εμποδίσει να τον παίξουν.


 Δεν μιλάμε ξεχωριστά για το καθένα από τα δύο κόμματα, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό, γιατί και τα δυό τους παραιτήθηκαν από την ανεξαρτησία τους για χάρη του ενιαίου μετώπου. Από τότε που τα δύο εργατικά κόμματα, που στο παρελθόν συναγωνίζονταν έντονα μεταξύ τους, έπαψαν να κάνουν κριτική το ένα στο άλλο και να καταχτάει το ένα τους οπα-δούς του άλλου, έπαψαν εξαιτίας αυτής της στάσης να υπάρχουν σαν ξεχωριστά κόμματα. Με το να επικαλούμαστε τις «διαφορές αρχώνπου παραμένουν, η υπόθεση δεν αλλάζει καθόλου. Από τη στιγμή που οι διαφορές αρχών δεν εκδηλώνονται ανοιχτά και ενεργά, σε μια στιγμή τόσο γεμάτη ευθύνες όπως η σημερινή, παύουν ακριβώς γιαυτό το λόγο να υπάρχουν πολιτικά, μοιάζουν με τους θησαυρούς που κοιμούνται στα βάθη του ωκεανού Η σύμπραξη θα καταλήξει ή όχι σε συγχώνευση; Δεν θέλουμε να κάνουμε καμιά πρόβλεψη. Αλλά για τη σημερινή περίοδο, που έχει αποφασιστική σημασία για τις τύχες της Γαλλίας το ενιαίο μέτωπο ενεργεί σαν κόμμα ανο-λοκλήρωτο, συγκροτημένο σε ομοσπονδιακή βάση


 Τι θέλει το ενιαίο μέτωπο; Ως τώρα δεν το είπε στις μάζες. Την πάλη εναντίον του φασισμού: Ως τώρα όμως το ενιαίο μέτωπο δεν εξήγησε καν πως σκέφτεται να αγωνιστεί εναντίον του φασισμού. Εξάλλου ο αμυντικός συνασπισμός εναντίον του φασισμού δεν μπορεί να είναι αρκετός παρά μόνο αν. για όλα τα υπόλοιπα, τα δύο κόμματα κρατούσαν τέλεια ανεξαρτησία Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Έχουμε ένα ενιαίο μέτωπο που σχεδόν αγκαλιάζει όλη τη δημόσια δράση των δύο κομμάτων και αποκλείει την αμοιβαία πάλη τους να κατακτήσουν την πλειοψηφία του προλεταριάτου. Απαυτή την κατάσταση πρέπει να βγάλουμε όλα τα αναγκαία συμπεράσματα. Το πρώτο και το πιο σημαντικό είναι: ο αγώνας για την εξουσία. Ο σκοπός του ενιαίου μετώπου δεν μπορεί παρά να είναι μια κυβέρνηση ενιαίου μετώπου δεν μπορεί παρά να είναι μια κυβέρνηση ενιαίου μετώπου, δηλαδή μια κυβέρνηση σοσιαλιστών-κομμουνιστών, ένα υπουργείο Μπλουμ-Κασέν. Πρέπει να το πούμε ανοιχτά. Αν το ενιαίο μέτωπο παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά -και μόνο έτσι θα το πάρουν στα σοβαρά και οι λαϊκές μάζες- δεν μπορεί να αποφύγει το σύνθημα της κατάληψης της εξουσίας. Με ποιά μέσα. Με όλα τα μέσα που οδηγούν στο σκοπό. Το ενιαίο μέτωπο δεν αρνείται τον κοινοβουλευτικό αγώνα. Χρησιμοποιεί όμως το Κοινοβούλιο πρώτα απόλα για να ξεσκεπάσει την αδυναμία του κοινοβουλίου και να εξηγήσει στο λαό η σημερινή κυβέρνηση έχει εξωκοινοβουλευτική βάση και ότι δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο από ένα ισχυρό κίνημα των μαζών. Αγώνας για την εξουσία σημαίνει χρησιμοποίηση όλων των δυνατοτήτων που ανοίγει το μισοκοινοβουλευτικό βοναπαρτίστικο καθεστώς για την ίδια την ανατροπή του με μια επαναστατική επιθεση των μαζών, για την αντικατάσταση του αστικού κράτους από ένα κράτος εργατικό.


 Οι τελευταίες δημοτικές εκλογές έδωσαν αύξηση των σοσιαλιστικών ψήφων και ιδιαίτερα των κομουνιστικών. Μόνο του αυτό το αποτέλεσμα δεν προσφέρει τίποτα. Το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα τις παραμονές της κατάρρευσης του παρουσίασε μια ασύγκριτα πιο ορμητική πλημμύρα ψήφων Νέα πλατιά καταπιεζόμενα στρώματα τράβηξαν προς ταριστερά κάτω από την πίεση της κατάστασης, ανεξάρτητα μάλιστα από την πολιτική των κομμάτων των άκρων. Το γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε περισσότερους ψήφους, γιατί από παράδοση, παρόλη τη συντηρητική σημερινή πολιτική του. παραμένει η «άκρα αριστερά». Οι μάζες εκδήλωσαν έτσι την τάση τους να δώσουν μια ώθηση προς ταριστερά στα εργατικά κόμματα, γιατί οι μάζες είναι ασύγκριτα πιο αριστερά από τα κόμμστά τους. Απόδειξη γι αυτό αποτελεί επίσης το επαναστατικό πνεύμα που κυριαρχεί στη Σοσιαλιστική Νεολαία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η νεολαία είναι το ευαίσθητο βαρόμετρο όλης της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας της! Αν το ενιαίο μέτωπο δεν βγει από την παθητικότητα ή, κάτι που είναι ακόμα χειρότερο, αν αρχίσει κανένα άθλιο ρομάντζο με τους ριζοσπάστες, τότε στα «αριστεράτου ενιαίου μετώπου θα αρχίσουν να δυναμώνουν οι αναρχικοί οι αναρχοσυνδικαλιστές και άλλοι όμοιοι σχηματισμοί της πολιτικής αποσύνθεσης Αντίθετα, αν το ενιαίο μέτωπο, ασφαλίζοντας τα νώτα του και τα πλευρά του από τις φασιστικές συμμορίες, προχωρήσει σε μια γερή πολιτι-κή επίθεση με σύνθημα την κατάληψη της εξουσίας, η ενέργεια του αυτή θα είχε τόσο μεγάλη απήχηση που θα ξεπεράσει και πς πιο αισιόδοξες προσδοκίες. Αυτό μόνο οι κούφιοι φλύαροι δεν θα μπορέσουν να το καταλάβουν. Γιαυτούς τα μεγάλα κινήματα των μαζών είναι και θα παραμείνουν πάντοτε βιβλίο εφτασφράγιστο.
 ΟΧΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ο αγώνας για την εξουσία πρέπει να ξεκινάει από τη βασική ιδέα ότι, αν μια αντίσταση σε μια μελλοντική χειροτέρευση της κατάστασης των μαζών στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι ακόμα δυνατή, καμιά πραγματική βελτίωση της κατάστασης τους δεν είναι νοητή χωρίς επαναστατική επέμβαση στο δικαίωμα της καπιταλισπκής ιδιοκτησίας. Η καμπάνια του ενιαίου με”" σένα καλά επεξεργασμένο μεταβατικό πρόγραμ-μα, δηλαδή σένα σύστημα μέτρων, που -με μια εργατοαγροτική κυβέρνηση- θα εξασφαλίσουν το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.*


[* Για το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού δεν περιοριζόμαστε σ' αυτά και παραπέμπουμε τον αναγνώστη στο «Πρόγραμμα Δράσης» που κυκλοφόρησε η Κομμουνιστική Λίγκα του 1934 και που αντιπροσωπεύει το σχέδιο ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος.]
Χρειάζεται λοιπόν ένα πρόγραμμα όχι για να καθησυχάσουμε τη συνεϊδη- σή μας, αλλά για να κάνουμε την επαναστατική δράση. Τι αξίζει το πρόγραμμα αν μείνει νεκρό γράμμα; Το Βελγικό Εργατικό Κόμμα υιοθέτησε π.χ., το πομπώδες σχέδιο Ντε Μαν, με όλες τις «εθνικοποιήσεις». Τι σημασία όμως μπορεί να έχει αυτό το σχέδιο όταν κανείς δεν θέλει να κουνήσει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι για να το πραγματοποιήσει; Τα προγράμματα του φασισμού είναι φανταστικά, ψεύτικα και δημαγωγικά. Ο φασισμός όμως κάνει αγώνα λυσσασμένο για να πάρει την εξουσία Ο σοσιαλισμός μπορεί να παρουσιάσει το πιο σοφό πρόγραμμα, αλλά η αξία του θα είναι ίση με το μηδέν αν η πρωτοπορία του προλεταριάτου δεν αναλάβει έναν αγώνα για να πάρει την κρατική εξουσία. Η κοινωνική κρίση στην πολιτική της έκφραση είναι κρίση εξουσίας. Ο παλιός κύριος της εξουσίας έχει χρεοκοπήσει. Χρειάζεται τώρα ένας καινούργιος. Αν το επαναστατικό προλεταριάτο δεν πάρει την εξουσία, θα την πάρει αναπόφευκτα ο φασισμός!


 Ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων για τις «μεσαίες τάξεις- μπορεί, φυσικά, ναποκτήσει μεγάλη σημασία, αν ανταποκρίνεται, από τη μια μεριά, σης πραγματικές ανάγκες των μεσαίων τάξεων και, από την άλλη. στις απαιτήσεις της εξέλιξης προς το σοσιαλισμό*.
[* Στο «Χειραφετημένο Σχολείο» η σύντροφος Ζ.Σερρέ δημοσίευα ένα ενδιαφέρον ερωτηματολόγιο σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τις πολιτικές τάσεις των διαφόρων στρωμάτων της αγροτιάς. Οι δάσκαλοι μπορούν να γίνουν αναντικατάστατοι πράκτορες του Ενιαίου Μετώπου στο χωριό και να παίξουν ιστορικό ρόλο στην περίοδο που έρχεται. Μα γι' αυτό πρέπει να βγουν από τα καβούκια τους. Δεν είναι καθόλου η στιγμή να ασχολούνται με μικροπράγματα μέσα σε μικρά εργαστήρια. Οι επαναστάτες δάσκαλοι πρέπει να μπουν μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα για να ενισχύσουν την επαναστατική του πτέρυγα και να συνδεθούν με ης αγροτικές μάζες. Θα ήταν εγκληματικό να χαθεί καιρός!]

Πρέπει, ωστόσο, να το πούμε ακόμα μια φορά: το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται σήμερα σένα ειδικό πρόγραμμα. Οι «μεσαίες τάξεις» έχουνε δει πολλά προγράμματα. Αυτό που τους χρειάζεται είναι να έχουν εμπιστοσύνη όπ το πρόγραμμα θα πραγματοποιηθεί. Από τη σπγμή που ο αγρότης θα πει: “Τούτη τη φορά φαίνεται πραγματικά ότι το εργατικό κόμμα δεν θα υποχωρήσει”, η υπόθεση του σοσιαλισμού έχει εξασφαλίσει τη νίκη. Αλλά, γιαυτό, πρέπει να δείξουμε πραγματικά ότι είμαστε αδίσταχτα έτοιμοι να τσακίσουμε όλα τα εμπόδια που θα βρεθούν στο δρόμο μας.


 Δεν είναι ανάγκη να επινοήσουμε μέσα πάλης, μας τα έχει δώσει όλη η ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Μια συγκεντρωμένη καμπάνια του εργατικού τύπου που να χτυπάει το ίδιο καρφί, λόγοι πραγματικά σοσιαλιστικοί από το κοινοβουλευτικό βήμα που τους βγάζουν όχι ήμεροι αντιπρόσωποι αλλά ηγέτες του λαού. Συγκεντρώσεις απανωτές όπου οι μάζες πηγαίνουν όχι απλώς για να ακούσουν τους ρήτορες, αλλά για να πάρουν τα συνθήματα και τις οδηγίες δράσης για τη συγκεκριμένη σπγμή, συγκρότηση και ενίσχυση της εργατικής πολιτοφυλακής. διαδηλώσεις καλά οργανωμένες που θα σαρώνουν από τους δρόμους τις αντιδραστικές συμμορίες. Απεργίες διαμαρτυρίας, ανοιχτή καμπάνια για την ενοποίηση και ε-πέκταση των γραμμών των συνδικάτων με έμβλημα την αποφασιστική πάλη των τάξεων, επίμονες και καλά υπολογισμένες ενέργειες για την κατάκτηση του στρατού στην υπόθεση του λαού, γενική απεργία των εργαζομένων στην πόλη και την ύπαιθρο, γενική επίθεση εναντίον της βοναπαρτίσπκης κυβέρνησης για την εξουσία των εργατών και των αγροτών.


 Για να προετοιμάσουμε τη νίκη, υπάρχει ακόμα καιρός. Ο φασισμός δεν έχει γίνει ακόμα κίνημα μαζών. Η αναπόφευκτη αποσύνθεση του ριζοσπαστισμού, ωστόσο, θα περιορίσει τη βάση του βοναπαρτισμού, θα αναπτύξει τα στρατόπεδα των άκρων και την προσέγγιση της λύσης. Δεν πρόκειται για χρόνια, αλλά για μήνες. Η προθεσμία αυτή βέβαια δεν είναι γραμμένη πουθενά. Εξαρτάται από την πάλη ζωντανών δυνάμεων, και πρώτα απόλα απτην πολιπκή του προλεταριάτου και του Ενιαίου Μετώπου του. Οι δυνητικές δυνάμεις της επανάστασης ξεπερνάνε κατά πολύ τις δυνάμεις του φασισμού και γενικά όλης της ενωμένης αντίδρασης. Οι σκεπτικιστές που πιστεύουν πώς όλα είναι χαμένα πρέπει να διωχτούν αλύπητα από τις εργατικές γραμμές. Κάθε τολμηρή λέξη, κάθε σύνθημα πραγματικά επαναστατικό βρίσκει ζωηρή απήχηση. Οι πλατιές μάζες θέλουν να αγωνιστούν.


 Ο μόνος προοδευτικός παράγοντας της ιστορίας είναι σήμερα όχι το πνεύμα των κοινοβουλευτικών και των δημοσιογραφικών συνδυασμών, αλλά το δίκαιο και δημιουργικό μίσος των καταπιεζόμενων ενάνπα στους καταπιεστές τους.
 Πρέπει λοιπόν να στραφούμε προς τις μάζες, προς τα πιο χαμηλά στρώματα τους. Πρέπει να απευθυνθούμε στο πάθος τους και στο λογικό τους. Πρέπει να απορρίψουμε αυτή την ψεύτικη «φρονιμάδα» που είναι το ψευδώνυμο της δειλίας και που σης μεγάλες καμπές της ιστορίας ισοδυναμεί με προδοσία. Το Ενιαίο Μέτωπο πρέπει να πάρει για έμβλημά του τα λόγια του Νταντόν: «Τόλμη, πάντοτε τόλμη, ακόμα περισσότερη τόλμη».
 Να καταλάβουμε καλά την κατάσταση και να βγάλουμε όλα τα πραχτικά συμπεράσματα -τολμηρά, χωρίς φόβο. ως το τέλος- σημαίνει να εξασφαλίσουμε τη νίκη του σοσιαλισμού.

9 Νοέμβρη1934

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

1929-1932
Οικονομική κρίση και πολιτική αστάθεια. Διαδοχικές εναλλαγές στην κυβέρνηση ανάμεοα σε συντηρητικούς (Ταρντιέ) κεντρώους «ριζοσπάστες» (Σοτάν, Στεγκί Μπονκουρ) πρωθυπουργούς

1933
Διοδοχικές κυβερνήσεις Ριζοσπαστών. Ο Νταλαντιέ το Γενάρη, ο Σαρρό τον Οκτώβρη, ο Σοτάν το Νοέμβρη. Για την καταπολέμηση του τεράστιου ελλείμματος του προϋπολογισμού εφαρμόζεται πολιτική μείωσης των μισθών προσμένοντας και πτώση των τιμών. Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά για την εργατική τάξη: αύξηση της ανεργίας, μείωση της αγοραστικής δύναμης, αύξηση φόρων. Μια σειρά από σκάνδαλα (Κλοτζ, Ουστρίκ. Σταβίσκυ) προκαλούν έντονη δυσαρέσκεια προς το διαβρωμένο κοινοβουλευτισμό. Αναπτύσσονται οι φασιστικές οργανώσεις και η αριστερά.

1934
Γενάρης: Παραίτηση κυβέρνησης Σοτάν, εξαιτίας της ανάμιξης ενός υπουργού της στο σκάνδαλο Σταβίσκυ. Στις 30 αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο επίσης Ριζοσπάσιης Νταλαντιέ.



Φλεβάρης: Στις 6 πραγματοποιούνται οι βίαιες εκδηλώσεις των ακροδεξιών οργανώσεων στο Παρίσι. 100 χιλιάδες ακροδεξιοί επιχειρούν να καταλάβουν τη Βουλή. Αποτέλεσμα 20 νεκροί, 100 περίπου τραυματίες, παραίτηση Νταλαντιέ. Αναλαμβάνει ο συντηρητικός Ντουμέργκ στις 9 του μήνα με τη συμμετοχή και ριζοσπαστών (Εριό). Στις 12 γίνεται γενική απεργία με 4,5 εκατομμύρια απεργούς ενάντια στην άκρα δεξιά. Η κυβέρνηση αποτυγχάνει στην οικονομική της πολιτική, προκαλώντας νέα πολιτική κρίση.
Μάρτης: Προσέγγιση Ριζοσπαστών, Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος. Νοέμβρης: Οι ριζοσπάστες εγκαταλείπουν την κυβέρνηση. Αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο αντιδραστικός Πιέρ Φλαντέν, ο οποίος δεν έκρυβε τις συμπάθειές του προς τον Χίτλερ.

1935
Ιούνης: Πρωθυπουργός ο Λαβάλ. Πολιτική ενισχυμένων υποτιμήσεων σε μισθούς και τιμές. Πλήρης αποτυχία και έντονη δυσαρέσκεια.
Ιούλης: Στις 14 γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις της αριστεράς με πανω από 500.000 κόσμο.
Δεκέμβρης: Ίδρυση Λαϊκού Μετώπου, μιας εκλογικής συμμαχίας μεταξύ του Ριζοσπαστικού, του Σοσιαλιστικού και του σταλινικού Κομμουνιστικού Κόμματος, με μίνιμουμ πρόγραμμα την αντίθεση στις υποτιμήσεις και την υπεράσπιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών.

1936
Μάρτης-Μάης: Πολιτική και κοινωνική αναταραχή. Συγκρούσεις της αριστεράς με τις φασιστικές συμμορίες. Μαζικές απεργίες και καταλήψεις των εργοστασίων.
Μάης: Εκλογές και νίκη του Λαϊκού Μετώπου που κερδίζει 378 έδρες στους 598 (2/3) Πρωθυπουργός ο Λεόν Μπλουμ ηγέτης των σοσιαλιστών. Αντιπρόεδρος ο ριζοσπάστης Νταλαντιέ.
Ιούνης: Τεράστιο απεργιακό κύμα με 24 εκατομμύρια απεργούς και καταλήψεις εργοστασίων. Η ηγεσία των σοσιαλιστών και των σταλινικών ξεπουλάνε τις απεργίες. Ο γραμματέας του ΚΚ Μορίς Τορέζ δήλωνε στις 11: «Κινδυνεύουμε να χάσουμε ορισμένες συμπάθειες από την αστική τάξη και τους χωρικούς. Λοιπόν πρέπει να ξέρουμε να κάνουμε υποχωρήσεις εάν όλες μας οι διεκδικήσεις μας δε γίνονται δεκτές» (Λεφράνκ, Ιστορία του Λαϊκού Μετώπου). Τελικά με τις «συμφωνίες Μπατινιοντελειώνουν οι απεργίες με αντάλλαγμα λίγα ψίχουλα.
Ιούλης: Η κυβέρνηση κρατά ουδέτερη στάση στο πραξικόπημα του Φράνκο στην Ισπανία και την έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Οι εργοδότες μπροστά στην υποχώρηση του εργατικού κινήματος τα βάζουν τώρα με την κυβέρνηση πιέζοντας την για πιο δεξιές λύσεις. Στο τέλος την προβοκάρουν ανοικτά, συμβάλλοντας στην αποτυχία του προγράμματος της. Η ανεργία δεν μειώνεται.
Σεπτέμβρης: Υποτιμάται το φράγκο 25% με αποτέλεσμα να εκμηδενιστούν οι αυξήσεις του 12% που έδωσε η κυβέρνηση τον Ιούνη για να σταματήσουν οι απεργίες. Ξεσπούν νέες απεργίες.

1937-8:
Τον Ιούνη παραιτείται ο Μπλουμ. Αναλαμβάνει ξανά πρωθυπουργός για δύο μήνες (Μάρτης-Απρίλης ’38). Το Λαϊκό Μέτωπο διαλύεται και γίνεται πρωθυπουργός ο Νταλαντιέ

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ Τάξη, κόμμα και ηγεσία

ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ
 Τάξη, κόμμα και ηγεσία

 Γιατί ηττήθηκε το ισπανικό προλεταριάτο; (Ζητήματα μαρξιστικής θεωρίας).
 (1940)

 Μετάφραση απ τα Αγγλικά: Γιώργος Παπανικολάου.


 Σημείωση της σύνταξης: Μεταξύ των αρχείων του σ Τρότσκι βρέθηκε ένα πρόχειρο προσχέδιο και αποσπασματικές σημειώσεις που μπορούμε τώρα να δημοσιεύσουμε στη μορφή ενός μη τελειωμένου άρθρου.


 Η έκταση στην οποία το εργατικό κίνημα έχει πισωγυρίσει μπορεί να εκτιμηθεί όχι μόνο απ την κατάσταση των μαζικών οργανώσεων αλλά και απ τους ιδεολογικούς σχηματισμούς και τις θεωρητικές έρευνες στις οποίες τόσο πολλές ομάδες έχουν εμπλακεί. Στο Παρίσι εκδίδεται το περιοδικό Que Faire (Τι να κάνουμε) το οποίο για κάποιον λόγο αυτοανακηρύσσεται μαρξιστικό αλλά στην πραγματικότητα παραμένει τελείως μέσα στο πλαίσιο του εμπειρισμού των αριστερών αστών διανοουμένων και εκείνων των μεμονωμένων εργαζομένων που έχουν αφομοιώσει όλα τα ελαττώματα των διανοουμένων.

 Όπως όλες οι ομάδες που τους λείπει μια επιστημονική βάση, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς παράδοση, αυτό το μικρό περιοδικό προσπάθησε να κρατηθεί στην ουρά του ΠΟΥΜ –το οποίο φάνηκε ν ανοίγει τη συντομώτερη οδό προς τις μάζες και τη νίκη. Αλλά το αποτέλεσμα αυτών των δεσμών με την ισπανική επανάσταση φαίνεται κατ αρχήν τελείως απρόσμενο: το περιοδικό δεν προόδευσε, αλλά αντίθετα εκφυλίστηκε. Σαν αντικειμενικό γεγονός, αυτό είναι τελείως μέσα στη φύση των πραγμάτων. Οι αντιφάσεις μεταξύ της μικρής αστικής τάξης, της συντήρησης και των αναγκών της προλεταριακής επανάστασης; Έχουν αναπτυχθεί στο έπακρο. Είναι τελείως φυσικό οι υπερασπιστές και οι μεταφραστές των πολιτικών του ΠΟΥΜ να βρέθηκαν ριγμένοι μεταξύ των πολιτικών και θεωρητικών πεδίων.

 Το περιοδικό Que Faire είναι χωρίς καμιά σημασία απόλυτα. Αλλά αυτό έχει συμπτωματικό ενδιαφέρον. Είναι γι αυτό το λόγο που θεωρήσαμε ωφέλιμο να πραγματευτούμε διεξοδικά τις εκτιμήσεις του περιοδικού για τις αιτίες της κατάρρευσης της ισπανικής επανάστασης, επειδή αυτή η εκτίμηση φανερώνει πολύ γραφικά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που τώρα επικρατούν στην αριστερή πτέρυγα του ψευδο-Μαρξισμού.


 Το Que Faire εξηγεί

 Αρχίζουμε με μια επιλέξει παράθεση από μια κριτική του φυλλαδίου Προδομένη Ισπανία του συντρόφου Καζανόβα:
 «Γιατί συντρίφτηκε η επανάσταση; Διότι, απαντά ο συγραφέας (Καζανόβα), το κομμουνιστικό κόμμα ακολούθησε μια λανθασμένη πολιτική που δυστυχώς παρέσυρε τις επαναστατικές μάζες. Αλλά γιατί στο διάβολο, οι επαναστατικές μάζες που είχαν τους προηγούμενους ηγέτες τους, ανασυντάχθηκαν με τη σημαία του κομμουνιστικού κόμματος; «Διότι δεν υπήρχε αληθινά επαναστατικό κόμμα». Είμαστε αντιμέτωποι με μια καθαρή ταυτολογία. Μια εσφαλμένη πολιτική των μαζών. Ένα ανώριμο κόμμα είτε εκδηλώνει μια κάποια κατάσταση των κοινωνικών δυνάμεων (ανωριμότητα της εργατικής τάξης, απουσία ανεξαρτησίας των αγροτών), το οποίο πρέπει να εξηγηθεί σαν αποτέλεσμα των γεγονότων, παρουσιάζεται μεταξύ άλλων από τον ίδιο τον Καζανόβα. Ή αυτό είναι το προϊόν των πράξεων κάποιων κακόβουλων προσώπων ή ομάδων προσώπων, πράξεων που δεν αντιστοιχούν στις προσπάθειες των «ειλικρινών προσώπων», μοναδικά ικανών να σώσουν την επανάσταση. Μετά την ψηλάφιση για τον πρώτο και τον μαρξιστικό δρόμο, ο Καζανόβα παίρνει τον δεύτερο. Εισερχόμαστε στον τομέα της καθαρής δαιμονολογίας. Ο εγκληματίας που είναι υπεύθυνος για την ήττα είναι ο Αρχιδιάβολος, ο Στάλιν, παρακινούμενος από τους αναρχικούς και όλους τους άλλους μικρούς διαβόλους. Ο θεός των επαναστατών δυστυχώς δεν έστειλε έναν Λένιν ή έναν Τρότσκι στην Ισπανία όπως έκανε στην Ρωσία το 1917».

 Τότε ακολουθεί το συμπέρασμα: «Αυτό συμβαίνει όταν αναζητείται με κάθε κόστος να επιβάλλουμε την απολιθωμένη ορθοδοξία ενός παρεκκλησίου πάνω στα γεγονότα». Αυτή η θεωρητική υπεροψία γίνεται όλο και πιο μεγαλοπρεπής απ το γεγονός ότι είναι δύσκολο να φανταστείς πως τόσο μεγάλος αριθμός κοινοτοπιών, χυδαίων εκφράσεων και λαθών εντελώς ιδιαίτερα συντηρητικού φιλισταϊκού τύπου, μπορούσαν να συμπτυχθούν μέσα σε τόσο λίγες γραμμές.

 Ο συγγραφέας του παραπάνω παραθέματος αποφεύγει να δόσει οποιαδήποτε εξήγηση για την ήττα της ισπανικής επανάστασης. Αυτός μόνο δείχνει ότι τέτοιες προφανείς εξηγήσεις, όπως «η κατάσταση των κοινωνικών δυνάμεων» είναι αναπόφευκτες. Η αποφυγή οποιασδήποτε εξήγησης δεν είναι τυχαία. Αυτές οι κριτικές του μπολσεβικισμού είναι όλες θεωρητικές ανανδρίες, για τον απλό λόγο ότι δεν έχουν τίποτε σταθερό κάτω απ τα πόδια τους. Για να μην αποκαλύψουν την δική τους χρεωκοπία, νοθεύουν γεγονότα και περιστρέφονται γύρω απ τις γνώμες των άλλων. Αυτοί αυτοπεριορίζονται σε νύξεις και μισές σκέψεις, σαν να μην είχαν το χρόνο να περιγράψουν ολόκληρη τη σοφία τους. Γι αυτό, αυτοί δεν έχουν καθόλου σοφία. Η υπεροψία τους ευθυγραμμίζεται με τον πνευματικό τσαρλατανισμό.

 Ας αναλύσουμε βήμα-βήμα τις νύξεις και τις μισές σκέψεις του συγγραφέα μας. Σύμφωνα μ αυτόν μια εσφαλμένη πολιτική των μαζών μπορεί να εξηγηθεί μόνο με το ότι αυτό «φανερώνει μια κάποια κατάσταση των κοινωνικών δυνάμεων», δηλαδή, την ανωριμότητα της εργατικής τάξης και την απουσία ανεξαρτησίας της αγροτιάς.

 Όποιος αναζητά ταυτολογίες, δεν θα μπορούσε να βρει γενικά, καλύτερη. Μια «εσφαλμένη πολιτική των μαζών» εξηγείται απ την «ανωριμότητα» των μαζών. Αλλά τι είναι «ανωριμότητα» των μαζών; Προφανώς, η προδιάθεσή τους για εσφαλμένες πολιτικές. Σε τι συνίσταται η εσφαλμένη πολιτική και ποιοι ήταν οι μυσταγωγοί της: οι μάζες ή οι ηγέτες- αυτό παραβλέπεται σιωπηλά απ τον συγγραφέα μας. Μέσω μιας ταυτολογίας αυτός ρίχνει την ευθύνη στις μάζες. Αυτό το κλασικό κόλπο όλων των προδοτών, λιποτακτών και των πληρεξουσίων τους, είναι ιδιαίτερα απωθητικό σε σύνδεση με το ισπανικό προλεταριάτο.


 Σοφιστεία των προδοτών.

 Τον Ιούλη 1936-για να μην αναφερθούμε σε προηγούμενη περίοδο- οι ισπανοί εργαζόμενοι απέκρουσαν την επίθεση των αστυνομικών που είχαν προετοιμάσει τη συνομωσία τους υπό την προστασία του Λαϊκού Μετώπου. Οι μάζες δημιούργησαν πολιτοφυλακές και επιτροπές εργαζομένων, τα προπύργια της μελλοντικής τους δικτατορίας. Οι ηγετικοί οργανισμοί του προλεταριάτου απ την άλλη βοήθησαν την αστική τάξη να καταστρέψει αυτές τις επιτροπές, να διαλύσει τις εφόδους των εργαζομένων στην ιδιωτική ιδιοκτησία και να υπαγάγει τις εργατικές πολιτοφυλακές στις εντολές της αστικής τάξης, με το ΠΟΥΜ επιπλέον να συμμετέχει στην κυβέρνηση και ν αναλαμβάνει άμεση ευθύνη γι αυτό, τι σημασία έχει για το εργατικό προλεταριάτο σ αυτή την περίπτωση; Προφανώς μόνο αυτό, εκείνο της αντεπανάστασης. Τι «η ανωριμότητα του…

 …[Μια ή δύο γραμμές κειμένου έχει παραλειφθεί στο πρωτότυπο]…

 …παρά τη σωστή πολιτική γραμμή που επιλέχθηκε απ τις μάζες, οι τελευταίες ήταν ανίκανες να σπάσουν τη συμμαχία των σοσιαλιστών, σταλινιστών, αναρχικών και του ΠΟΥΜ με την αστική τάξη. Αυτή η σοφιστεία παίρνει σαν αρχικό της σημείο μια έννοια απόλυτης ωριμότητας, δηλαδή μια τέλεια κατάσταση των μαζών στην οποία αυτές δεν απαιτούν μια σωστή ηγεσία και πέραν τούτου, είναι ικανές να κατανικήσουν τη δική τους ηγεσία. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μια τέτοια ωριμότητα.

 Αλλά γιατί θάπρεπε οι εργαζόμενοι που δείχνουν τέτοιο σωστό επαναστατικό ένστικτο και τέτοιες εξαιρετικές μαχητικές ικανότητες να υποταχθούν σε μια προδοτική ηγεσία; Αντιτείνουν οι σοφοί μας. Η απάντησή μας είναι: δεν υπήρχε ακόμη και νύξη απλής υποταγής. Η γραμμή πορείας των εργαζομένων πάντα σχημάτιζε μια κάποια γωνία με τη γραμμή της ηγεσίας. Και στις πιο κρίσιμες στιγμές αυτή η γωνία έγινε 180 μοίρες. Η ηγεσία τότε βοήθησε άμεσα ή έμμεσα την υποταγή των εργαζομένων από ένοπλες δυνάμεις.

 Τον Μάη του 1937 οι εργαζόμενοι της Καταλονίας εξεγέρθηκαν όχι μόνο χωρίς την ηγεσία τους, αλλά εναντίον της. Οι αναρχικοί ηγέτες- η παθητική και άξια περιφρόνησης αστική τάξη μεταμφιεσμένη φτηνά σαν επαναστάτες- έχουν επαναλάβει εκατοντάδες φορές στον τύπο τους ότι ήθελαν το CNT να πάρει την εξουσία και να δημιουργήσει τη δικτατορία τους τον Μάη, αυτοί θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό χωρίς καμιά δυσκολία. Αυτή τη φορά οι αναρχικοί ηγέτες λένε την καθαρή αλήθεια. Η ηγεσία του ΠΟΥΜ πραγματικά σέρνονταν στην ουρά του CNT , μόνο που αυτοί κάλυπταν αυτή τους την πολιτική με μια διαφορετική φρασεολογία. Ήταν χάρη σ αυτό και μόνο σ αυτό που η αστική τάξη πέτυχε να καταπνύξει την εξέγερση του Μάη του «ανώριμου» προλεταριάτου. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα στη σφαίρα των σχέσεων μεταξύ της τάξης και του κόμματος, μεταξύ των μαζών και των ηγετών επαναλαμβάνοντας την κούφια δήλωση ότι οι ισπανικές μάζες απλώς ακολουθούσαν τους ηγέτες τους.
 Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι οι μάζες που αναζητούσαν πάντα να εκτοξευτούν στο σωστό δρόμο, βρήκαν αυτό πέραν της δύναμής τους να βρουν ακριβώς στη φωτιά της μάχης μια νέα ηγεσία που ν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της επανάστασης.
 Μπροστά μας είναι ένα προφανώς δυναμικό προτσές, με τα διάφορα στάδια της επανάστασης να μετακινούνται γρήγορα, με τη ηγεσία ή τα διάφορα τμήματα της ηγεσίας γρήγορα να λιποτακτούν προς την πλευρά της εχθρικής τάξης και οι σοφοί μας εμπλέκονται σε μια καθαρά στατική συζήτηση: Γιατί η εργατική τάξη σαν όλο ακολούθησε μια κακή ηγεσία;


 Η διαλεκτική προσέγγιση

 Υπάρχει ένα αρχαίο, εξελικτικό-φιλελεύθερο στιχούργημα: Κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει. Η ιστορία, ωστόσο, δείχνει ότι ένας και ο ίδιος λαός μπορεί στην πορεία μιας συγκριτικά σύντομης εποχής να έχει πολύ διαφορετικές κυβερνήσεις (Ρωσία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία κλπ) και επιπλέον ότι η σειρά αυτών των κυβερνήσεων δεν προχωρά πάντα σε μια και την ίδια κατεύθυνση: απ το δεσποτισμό- στην ελευθερία όπως το φαντάστηκαν οι εξελικτικοί φιλελεύθεροι. Το μυστικό είναι αυτό, ότι ένας λαός αποτελείται από εχθρικές τάξεις και οι τάξεις οι ίδιες αποτελούνται από διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά στρώματα που υπάγονται σε διαφορετική ηγεσία. Επιπλέον, κάθε λαός πέφτει υπό την επιρροή άλλων λαών που παρόμοια αποτελούνται από τάξεις. Οι κυβερνήσεις δεν εκφράζουν τη συστηματικά αναπτυσσόμενη «ωριμότητα» ενός «λαού» αλλά είναι το προϊόν του αγώνα μεταξύ διαφορετικών τάξεων και των διαφορετικών στρωμάτων μέσα σε μία και την ίδια τάξη και τελικά της δράσης των εξωτερικών δυνάμεων- συμμαχιών, συγκρούσεων, πολέμων κ.ο.κ. Σ αυτό πρέπει να προστεθεί ότι μια κυβέρνηση, απ τη στιγμή που έχει εγκαθιδρυθεί, μπορεί να κρατηθεί πολύ περισσότερο απ το συσχετισμό των δυνάμεων που την ανέδειξε. Είναι ακριβώς έξω απ αυτή την ιστορική αντίφαση, που οι επαναστάσεις, τα πραξικοπήματα, οι αντεπαναστάσεις κλπ αναφύονται.

 Ακριβώς η ίδια προσέγγιση είναι απαραίτητη για να διαπραγματευτούμε το ζήτημα της ηγεσίας μιας τάξης. Μιμούμενοι τους φιλελεύθερους οι σοφοί μας σιωπηρά αποδέχονται το αξίωμα ότι κάθε τάξη έχει την ηγεσία που της αξίζει.
Στην πραγματικότητα η ηγεσία δεν είναι καθόλου μια απλή «αντανάκλαση» μιας τάξης ή το προϊόν της δικής της ελεύθερης δημιουργικότητας. Μια ηγεσία σχηματίζεται στη διαδικασία συγκρούσεων μεταξύ των διαφορετικών τάξεων ή στη διένεξη μεταξύ των διαφορετικών στρωμάτων μέσα σε μια δοσμένη τάξη. Απ τη στιγμή που έχει αναδειχθεί, η ηγεσία σταθερά ανυψώνεται πάνω απ την τάξη της και έτσι εκτίθεται στην πίεση και επιρροή των άλλων τάξεων. Το προλεταριάτο μπορεί ν ανεχθεί για ένα μεγάλο διάστημα μια ηγεσία που έχει ήδη υποστεί έναν πλήρη εσωτερικό εκφυλισμό, αλλά δεν της έχει ακόμη δοθεί η ευκαιρία να εκφράσει αυτό τον εκφυλισμό μέσα σε μεγάλα γεγονότα.
 Ένα μεγάλο ιστορικό σοκ είναι αναγκαίο για ν απελευθερωθεί απότομα η αντίφαση μεταξύ της ηγεσίας και της τάξης.
 Τα πιο ισχυρά ιστορικά σοκ είναι οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις. Ακριβώς γι αυτό το λόγο η εργατική τάξη πιάνεται ανενημέρωτη από πολέμους και επαναστάσεις. Αλλά ακόμη και σε περιπτώσεις που η παλιά ηγεσία έχει αποκαλύψει την εσωτερική της φθορά, η τάξη δεν μπορεί να δημιουργήσει άμεσα μια νέα ηγεσία, ειδικά αν δεν έχει κληρονομήσει απ την προηγούμενη περίοδο ισχυρά επαναστατικά στελέχη ικανά να χρησιμοποιήσουν την κατάρρευση του παλιού ηγετικού κόμματος. Ο μαρξιστής, δηλαδή η διαλεκτική και όχι η σχολαστική ερμηνεία της ενδοσχέσης μεταξύ μιας τάξης και της ηγεσίας της, δεν θ αφήσουν τίποτε αναπάντητο απ τις νομικίστικες σοφιστείες του συγγραφέα μας.


 Πως ωρίμασαν οι Ρώσοι εργαζόμενοι.

 Η ωριμότητα του προλεταριάτου συλλαμβάνεται σαν κάτι καθαρά στατικό. Ακόμη κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης η συνείδηση μιας τάξης είναι το πιο δυναμικό προτσές που άμεσα προσδιορίζει την πορεία της επανάστασης.
 Ήταν δυνατό τον Γενάρη του 1917 ή ακόμη και τον Μάρτη, μετά την πτώση του τσαρισμού, να δοθεί μια απάντηση στο ζήτημα του αν το ρωσικό προλεταριάτο είχε αρκετά «ωριμάσει» για την κατάκτηση της εξουσίας μέσα σε οκτώ ή εννιά μήνες; Η εργατική τάξη ήταν εκείνη τη στιγμή εξαιρετικά ετερογενής κοινωνικά και πολιτικά[/b].
 Κατά τη διάρκεια των χρόνων του πολέμου είχε ανανεωθεί κατά 30-40% απ τις τάξεις της μικρής αστικής τάξης, συχνά αντιδραστικής, σε βάρος των καθυστερημένων χωρικών, σε βάρος των γυναικών και των νέων. Το μπολσεβικικό κόμμα το Μάρτη του 1917 ακολουθούνταν από μια ασήμαντη μειοψηφία της εργατικής τάξης και επιπλέον υπήρχε διχασμός και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων υποστήριζε τους μενσεβίκους και τους «-σοσιαλιστές-επαναστάτες», δηλαδή τους συντηρητικούς σοσιαλ-πατριώτες. Η κατάσταση ήταν ακόμη πιο δύσκολη σε σχέση με το στρατό και τη φτώχεια. Πρέπει να προσθέσουμε αυτό: το γενικά χαμηλό επίπεδο πολιτισμού στη χώρα, η απουσία πολιτικής εμπειρίας μεταξύ των ευρύτερων στρωμάτων του προλεταριάτου, ειδικά στις περιφέρειες, για ν αφήσουμε τους αγρότες και τους στρατιώτες.

 Ποια ήταν η «ενέργεια» του Μπολσεβικισμού; Μια καθαρή και πέρα για πέρα μελετημένη σύλληψη στην αρχή της επανάστασης διέθετε μόνο ο Λένιν. Τα ρωσικά στελέχη του κόμματος ήταν διασκορπισμένα και σε σημαντικό βαθμό σαστισμένα. Αλλά το κόμμα είχε κύρος μεταξύ των προχωρημένων εργαζομένων. Ο Λένιν είχε μεγάλο κύρος μεταξύ των κομματικών στελεχών. Η πολιτική σύλληψη του Λένιν αντιστοιχούσε με την πραγματική ανάπτυξη της επανάστασης και ενισχύονταν με κάθε νέο συμβάν. [Αυτά τα στοιχεία της ενέργειας» καταπλήσσουν σε μια επαναστατική κατάσταση, δηλαδή, σε καταστάσεις αδιάλλακτης ταξικής πάλης]. Το κόμμα γρήγορα προσάρμοσε την πολιτική του για ν αντιστοιχεί με τη σύλληψη του Λένιν, ν αντιστοιχεί δηλαδή στην πραγματική πορεία της επανάστασης. Χάρη σ αυτό, αυτό βρήκε σταθερή υποστήριξη μεταξύ δεκάδων χιλιάδων απ τους προχωρημένους εργαζόμενους. Μέσα σε μερικούς μήνες, βασιζόμενο στην ανάπτυξη της επανάστασης, το κόμμα ήταν ικανό να πείθει την πλειονότητα των εργαζομένων για την ορθότητα των συνθημάτων του. Αυτή η πλειονότητα οργανωμένη στα σοβιέτ ήταν ικανή απ την πλευρά της να έλξει τους στρατιώτες και τους αγρότες. Πως μπορεί αυτή η δυναμική, διαλεκτική διαδικασία να εξαντληθεί σε μια φόρμουλα της ωριμότητας ή της ανωριμότητας του προλεταριάτου;
 [b]Ένας κολοσσιαίος παράγοντας της ωριμότητας του ρωσικού προλεταριάτου το Φλεβάρη ή τον Μάρτη του 1917 ήταν ο Λένιν. Αυτός δεν έπεσε απ τον ουρανό. Ενσάρκωνε την επαναστατική παράδοση της εργατικής τάξης.
 Για να βρουν τα συνθήματα του Λένιν το δρόμο τους προς τις μάζες έπρεπε να υπάρχουν στελέχη, ακόμη και αριθμητικά λίγα στην αρχή. Έπρεπε να υπάρχει η εμπιστοσύνη των στελεχών στην ηγεσία, μια εμπιστοσύνη βασισμένη σ όλη την εμπειρία του παρελθόντος. Για ν ακυρωθούν αυτά τα στοιχεία απ τους υπολογισμούς κάποιου, είναι απλά ν αγνοηθεί η ζωντανή επανάσταση, ν αντικατασταθεί με μια αφαίρεση, το «συσχετισμό των δυνάμεων», διότι η ανάπτυξη της επανάστασης ακριβώς συνίσταται σ αυτό, ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων αδιάκοπα και γρήγορα αλλάζει υπό την επίδραση των αλλαγών στη συνείδηση του προλεταριάτου, της έλξης των καθυστερημένων στρωμάτων απ τα προχωρημένα, της αναπτυσσόμενης αυτοπεποίθησης της τάξης στη δύναμή της.
Το κύριο κίνητρο σ αυτή τη διαδικασία είναι το κόμμα, ακριβώς όπως το κύριο κίνητρο στον μηχανισμό του κόμματος είναι η ηγεσία του. Ο ρόλος και η ευθύνη της ηγεσίας σε μια επαναστατική εποχή είναι κολοσσιαία.


 Σχετικότητα της «ωριμότητας».

 Η νίκη του Οκτώβρη είναι μια σοβαρή εκδήλωση της «ωριμότητας» του προλεταριάτου. Αλλά αυτή η ωριμότητα είναι σχετική. Λίγα χρόνια μετά, το ίδιο ακριβώς προλεταριάτο επέτρεψε να στραγγαλιστεί η επανάσταση από μια γραφειοκρατία που προήλθε απ τις τάξεις της. Η νίκη δεν είναι ακριβώς το ώριμο φρούτο της «ωριμότητας» του προλεταριάτου. Η νίκη είναι ένα στρατηγικό έργο. Είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν οι πιο ευνοϊκές συνθήκες μιας επαναστατικής κρίσης για να κινητοποιηθούν οι μάζες. Λαμβάνοντας σαν αρχικό σημείο το δοσμένο επίπεδο της «ωριμότητάς» τους είναι αναγκαίο να ωθηθούν προς τα μπρος, διδάσκοντάς τες να κατανοούν ότι ο εχθρός δεν είναι σε καμιά περίπτωση παντοδύναμος, ότι αυτός είναι χωρισμένος σε κομμάτια με αντιφάσεις, ότι πίσω απ το επιβλητικό προσωπείο προβάλλει ο πανικός. Αν το μπολσεβίκικο κόμμα είχε αποτύχει να φέρει σε πέρας αυτό το καθήκον, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης. Τα σοβιέτ θα είχαν συντριβεί απ την αντεπανάσταση και οι λίγοι σοφοί όλων των χωρών θα έγραφαν άρθρα και βιβλία με κεντρικό θέμα ότι μόνο οραματιστές μπορούσαν να ονειρευτούν στη Ρωσία τη δικτατορία του προλεταριάτου, τόσο μικρού αριθμητικά και τόσο ανώριμου.


 Ο βοηθητικός ρόλος των αγροτών

 Εξίσου αφηρημένη, σχολαστική και αναληθής είναι η αναφορά στην «έλλειψη ανεξαρτησίας» των αγροτών. Πότε και που οι σοφοί μας παρατήρησαν ποτέ στην καπιταλιστική κοινωνία μι αγροτιά με ένα ανεξάρτητο επαναστατικό πρόγραμμα ή ικανότητα για ανεξάρτητη επαναστατική πρωτοβουλία; Η αγροτιά μπορεί να παίξει έναν πολύ μεγάλο ρόλο στην επανάσταση, αλλά μόνο έναν βοηθητικό ρόλο.
 Σε πολλές περιστάσεις οι ισπανοί αγρότες ενήργησαν θαρραλέα και πολέμησαν γενναία. Αλλά για ν αφυπνιστεί όλη η μάζα της αγροτιάς, το προλεταριάτο πρέπει να δώσει το παράδειγμα μιας αποφασιστικής εξέγερσης εναντίον της αστικής τάξης και να εμπνεύσει τους αγρότες με πίστη στην πιθανότητα της νίκης. Στο μεταξύ η ίδια η επαναστατική πρωτοβουλία του προλεταριάτου παρέλυε σε κάθε βήμα απ τις ίδιες τις οργανώσεις του.
Η «ανωριμότητα» του προλεταριάτου, η «έλλειψη ανεξαρτησίας» της αγροτιάς δεν είναι ούτε τελικοί, ούτε βασικοί παράγοντες σε ιστορικά γεγονότα. Υποκείμενες της συνείδησης των τάξεων είναι οι ίδιες οι τάξεις, η αριθμητική τους δύναμη, ο ρόλος τους στην οικονομική ζωή. Υποκείμενο των τάξεων είναι ένα ιδιαίτερο σύστημα παραγωγής που προσδιορίζεται με τη σειρά του απ το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
 Γιατί τότε δεν λέμε ότι η ήττα του ισπανικού προλεταριάτου προσδιορίστηκε απ το χαμηλό επίπεδο της τεχνολογίας;




 Ο ρόλος της προσωπικότητας.

Ο συγγραφέας μας υποκαθιστά με τον μηχανιστικό ντετερμινισμό την διαλεκτική δημιουργία των ιστορικών διαδικασιών.
 Από δω οι φτηνές σκάντζες για το ρόλο των προσώπων, καλών και κακών. Η ιστορία είναι μια διαδικασία της πάλης των τάξεων. Αλλά οι τάξεις δεν φέρουν το πλήρες βάρος τους αυτόματα και ταυτόχρονα.
 Στη διαδικασία της πάλης των τάξεων δημιουργούνται διάφορα όργανα που παίζουν έναν σημαντικό και ανεξάρτητο ρόλο και είναι υποκείμενα σε παραμορφώσεις. Αυτό επίσης παρέχει τη βάση για το ρόλο των προσωπικοτήτων στην ιστορία.
 Υπάρχουν φυσικά μεγάλες αντικειμενικές αιτίες που δημιούργησαν τον απολυταρχικό ρόλο του Χίτλερ αλλά μόνο ένας αμβλύνους δογματιστής του «ντετερμινισμού» θα μπορούσε ν αρνηθεί σήμερα τον τεράστιο ιστορικό ρόλο του Χίτλερ. Η άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη στις 3 Απρίλη 1917 έβαλε μέσα στις εξελίξεις το μπολσεβίκικο κόμμα και το κατέστησε ικανό να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη.
 Οι σοφοί μας μπορεί να πουν ότι εάν ο Λένιν είχε πεθάνει πριν τις αρχές του 1917, η οκτωβριανή επανάσταση θα εξελίσσονταν με «ακριβώς τον ίδιο τρόπο». Αλλά αυτό δεν είναι έτσι.
Ο Λένιν αντιπροσώπευε ένα από τα ζωτικά στοιχεία της ιστορικής διαδικασίας. Αυτός ενσάρκωνε την εμπειρία και τη διορατικότητα του περισσότερο ενεργού τμήματος του προλεταριάτου.
 Η έγκαιρη εμφάνισή του στην αρένα της επανάστασης ήταν αναγκαία για να κινητοποιήσει την εμπροσθοφυλακή και να της παράσχει τη δυνατότητα ν ανασυντάξει την εργατική τάξη και τις αγροτικές μάζες.
Η πολιτική ηγεσία στις κρίσιμες στιγμές των ιστορικών καμπών μπορεί να γίνει τόσο αποφασιστικός παράγοντας, όσο είναι ο ρόλος της κεντρικής διοίκησης κατά τη διάρκεια των κρίσιμων στιγμών του πολέμου.
 Η ιστορία δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία.
 Αλλιώς, προς τι οι ηγέτες; Προς τι τα κόμματα; Προς τι τα προγράμματα; Προς τι οι θεωρητικοί αγώνες;




 Ο σταλινισμός στην Ισπανία.


 «Αλλά γιατί στο διάβολο» ρωτά ο συγγραφέας όπως έχουμε ήδη ακούσει, «ανασυντάχθηκαν οι επαναστατικές μάζες που άφησαν τους προηγούμενους ηγέτες τους, υπό τα λάβαρα του κομμουνιστικού κόμματος;». Η ερώτηση τίθεται εσφαλμένα. Δεν είναι αλήθεια ότι οι επαναστατικές μάζες άφησαν όλους τους προηγούμενους ηγέτες τους. Οι εργαζόμενοι που είχαν συνδεθεί προηγούμενα με ιδιαίτερες οργανώσεις, συνέχισαν να είναι γαντζωμένοι σ αυτές, ενώ παρατηρούσαν και έλεγχαν. Οι εργαζόμενοι γενικά δεν τα σπάνε εύκολα με το κόμμα που τους αφυπνίζει στη συνειδητή ζωή.
 Επιπλέον η ύπαρξη αμοιβαίας προστασίας μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο τους καθησύχαζε: Αφού όλοι συμφωνούσαν, όλα πρέπει να ήταν σωστά. Οι νέες και ανανεωμένες μάζες φυσικά στράφηκαν προς την Κομιντέρν σαν το κόμμα που είχε πραγματοποιήσει τη μόνη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση και το οποίο, ελπίζονταν, ήταν ικανό να εξασφαλίσει στρατεύματα στην Ισπανία. Επιπλέον η Κομιντέρν ήταν ο πιο ένθερμος υπερασπιστής της ιδέας του Λαϊκού Μετώπου. Αυτό ενέπνεε εμπιστοσύνη μεταξύ των μη έμπειρων στρωμάτων των εργαζομένων. Μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο η Κομιντέρν ήταν ο πιο ένθερμος υπερασπιστής του αστικού χαρακτήρα της επανάστασης. Αυτό ενέπνεε την εμπιστοσύνη της μικρής και σ ένα μέρος της μεσαίας αστικής τάξης. Γι αυτό οι μάζες «ανασυντάχθηκαν υπό τα λάβαρα του κομμουνιστικού κόμματος».

 Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει το ζήτημα σαν το προλεταριάτο να ήταν σ ένα κατάστημα παπουτσιών, επιλέγοντας ένα καινούργιο ζευγάρι μπότες. Ακόμη και αυτή η απλή λειτουργία, όπως είναι καλά γνωστό, δεν αποδεικνύεται πάντα επιτυχής. Όσον αφορά τη νέα ηγεσία, η επιλογή είναι πολύ περιορισμένη. Μόνο βαθμιαία, μόνο στη βάση της δικής τους εμπειρίας μέσα από διάφορα στάδια μπορούν τα ευρύτερα στρώματα των μαζών να πειστούν ότι μια νέα ηγεσία είναι σταθερότερη, πιο αξιόπιστη, πιο σθεναρή απ την παλιά. Ασφαλώς κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, δηλαδή όταν τα γεγονότα κινούνται γρήγορα, ένα ασθενές κόμμα μπορεί γρήγορα ν αναπτυχθεί σ ένα ισχυρό με την προϋπόθεση ότι σαφέστατα κατανοεί την πορεία της επανάστασης και έχει αφοσιωμένα στελέχη που δεν μεθούν με φράσεις και δεν τρομοκρατούνται από καταδιώξεις. Αλλά ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να είναι διαθέσιμο πριν την επανάσταση επειδή η διαδικασία της εκπαίδευσης των στελεχών απαιτεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα και η επανάσταση δεν παρέχει αυτό τον χρόνο.


 Προδοσία του ΠΟΥΜ.

 Στ αριστερά όλων των άλλων κομμάτων στην Ισπανία στέκονταν το ΠΟΥΜ, το οποίο αναμφίβολα συμπεριελάμβανε επαναστατικά προλεταριακά στοιχεία που δεν ήταν προηγούμενα σταθερά δεμένα με τον αναρχισμό. Αλλά ήταν αυτό ακριβώς το κόμμα που έπαιξε έναν μοιραίο ρόλο στην ανάπτυξη της ισπανικής επανάστασης. Δεν μπορούσε να γίνει ένα μαζικό κόμμα γιατί για να το κάνει ήταν πρώτα απαραίτητο ν ανατρέψει τα παλιά κόμματα και ήταν πιθανό να τα ανατρέψει μόνο μ έναν ασυμφιλίωτο αγώνα, με μια αμείλικτη έκθεση του αστικού τους χαρακτήρα. Ακόμη ενώ το ΠΟΥΜ κριτικάριζε όλα τα παλιά κόμματα, υποτάσσονταν σ αυτά σ όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Συμμετείχε στο εκλογικό μπλοκ του «Λαού». Εισήλθε στην κυβέρνηση που διέλυσε τις επιτροπές των εργαζομένων. Μπλέχθηκε σ έναν αγώνα για την ανασυγκρότηση αυτού του κυβερνητικού συνασπισμού. Συνθηκολόγησε και πάλι με την αναρχική ηγεσία. Διεξήγαγε, σε σύνδεση μ αυτό, μια εσφαλμένη συνδικαλιστική πολιτική. Κράτησε μια αμφίρροπη και μη επαναστατική στάση στην εξέγερση του Μάη του 1937. Απ την του ντετερμινισμού γενικά, είναι πιθανό φυσικά ν αναγνωριστεί ότι η πολιτική του ΠΟΥΜ δεν ήταν τυχαία. Τα πάντα σ αυτό τον κόσμο έχουν την αιτία τους. Ωστόσο, η σειρά των αιτιών που εξέθρεψαν τον κεντρισμό του ΠΟΥΜ είναι χωρίς αμφιβολία μια απλή αντανάκλαση της κατάστασης του ισπανικού ή του καταλονικού προλεταριάτου.
Δυο νομοτέλειες που κινούνται η μια προς την άλλη με κάποια γωνία και σε κάποια στιγμή έρχονται σε ασυμφιλίωτη σύγκρουση. [/b]
 Είναι πιθανό, λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενη διεθνή εμπειρία, η επιρροή της Μόσχας, η επιρροή ενός αριθμού ηττών κλπ, να εξηγήσει πολιτικά και ψυχολογικά γιατί το ΠΟΥΜ αποκαλύφθηκε σαν ένα κεντριστικό κόμμα. Αλλά αυτό δεν μεταβάλλει τον κεντριστικό του χαρακτήρα, ούτε μεταβάλλει το γεγονός ότι ότι ένα κεντριστικό κόμμα σταθερά ενεργεί σαν έναν φρένο στην επανάσταση, που πρέπει κάθε φορά να σπάει το κεφάλι του και μπορεί να φέρει και την κατάρρευση της επανάστασης. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι καταλονικές μάζες ήταν πολύ περισσότερο επαναστατικές από το ΠΟΥΜ, που με τη σειρά του ήταν περισσότερο επαναστατικό από την ηγεσία του. Σ αυτές τις συνθήκες το να μεταβιβάσεις τις ευθύνες για εσφαλμένες πολιτικές στην «ανωριμότητα» των μαζών, ισοδυναμεί με το να εμπλακείς σε καθαρό τσαρλατανισμό, συχνό καταφύγιο χρεοκοπημένων πολιτικών.


 Ευθύνη της ηγεσίας.

 [b]Η ιστορική πλαστογράφηση συνίσταται σ αυτό, ότι η ευθύνη για την ήττα των ισπανικών μαζών ρίχνεται στις εργαζόμενες μάζες και όχι σ εκείνα τα κόμματα που παρέλυσαν ή απλώς συνέτριψαν την επαναστατική κίνηση των μαζών.
 Οι πληρεξούσιοι του ΠΟΥΜ, απλά αρνούνται την ευθύνη των ηγετών, για να δραπετεύσουν έτσι απ τις δικές τους ευθύνες. Αυτή η ανίσχυρη φιλοσοφία, που ψάχνει να διευθετήσει ήττες σαν ένα αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα των κοσμικών εξελίξεων, είναι τελείως ανίκανη να θέσει και αρνείται να θέσει το ζήτημα τέτοιων συγκεκριμένων παραγόντων, όπως τα προγράμματα, τα κόμματα, οι προσωπικότητες που ήταν οι οργανωτές της ήττας.
 Αυτή η φιλοσοφία της μοιρολατρίας και της κατάρρευσης, είναι διαμετρικά αντίθετη στον Μαρξισμό, σαν την θεωρία της επαναστατικής πράξης.

 Ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια διαδικασία στην οποία τα πολιτικά ζητήματα επιλύονται με στρατιωτικά μέσα.
Όπου το αποτέλεσμα αυτού του πολέμου προσδιορίζεται απ την «κατάσταση των ταξικών δυνάμεων», ο ίδιος ο πόλεμος δεν θα ήταν απαραίτητος. Ο πόλεμος έχει τη δική του οργάνωση, τις δικές του πολιτικές, τις δικές του μεθόδους, τη δική του ηγεσία, απ την οποία εξαρτάται άμεσα η έκβασή του. Φυσικά, «η κατάσταση των ταξικών δυνάμεων» παρέχει το θεμέλιο για όλους τους άλλους πολιτικούς παράγοντες, αλλά ακριβώς όπως το θεμέλιο ενός κτιρίου δεν μειώνει τη σημασία των τοίχων, παραθύρων, πορτών, οροφής, έτσι και η «κατάσταση των τάξεων» δεν ανατρέπει τη σημασία των κομμάτων, της στρατηγικής τους, της ηγεσίας τους.
 Διαλύοντας το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, οι σοφοί μας πράγματι σταματούν στα μισά. Η πιο «προφανής» λύση του προβλήματος θα ήταν να δηλώσουν ότι η ήττα του ισπανικού προλεταριάτου οφείλονταν στην ελλιπή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή η λύση είναι προσβάσιμη στον κάθε βλάκα.

 Εκμηδενίζοντας τη σημαντικότητα του κόμματος και της ηγεσίας, αυτοί οι σοφοί αρνούνται γενικά την πιθανότητα της επαναστατικής νίκης. Διότι δεν υπάρχουν οι ελάχιστες προϋποθέσεις για πιο ευνοϊκές αναμενόμενες συνθήκες. Ο καπιταλισμός έχει παύσει να προοδεύει, το προλεταριάτο δεν αναπτύσσεται αριθμητικά, απ την άλλη είναι ο στρατός των ανέργων που αναπτύσσεται, ο οποίος δεν αυξάνει αλλά μειώνει τη μαχητική δύναμη του προλεταριάτου και έχει αρνητικό αποτέλεσμα πάνω στη συνείδησή του. Δεν υπάρχει απλώς έδαφος για να πιστέψεις ότι κάτω απ το καθεστώς του καπιταλισμού η αγροτιά είναι ικανή ν αποκτήσει μια υψηλότερη επαναστατική συνείδηση. Το συμπέρασμα απ την ανάλυση του συγγραφέα μας είναι έτσι η πλήρης απαισιοδοξία, μια διολίσθηση μακρυά απ τις επαναστατικές προοπτικές. Πρέπει να ειπωθεί- χάριν της δικαιοσύνης- ότι αυτοί οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουν τι λένε.

 Πράγματι, οι απαιτήσεις τους για τη συνείδηση των μαζών είναι τελείως φανταστικές. Οι ισπανοί εργαζόμενοι, καθώς και οι ισπανοί αγρότες, έδωσαν το μέγιστο που αυτές οι τάξεις μπορούν να δώσουν σε μια επαναστατική κατάσταση. Εμείς έχουμε στο μυαλό μας ακριβώς την τάξη των εκατομμυρίων και των δεκάδων εκατομμυρίων.

 Το Que Faire αντιπροσωπεύει απλώς ένα από αυτά τα μικρά σχολεία, ή εκκλησίες ή παρεκκλήσια που τρομαγμένα απ την πορεία της ταξικής πάλης και την εκδήλωση της αντίδρασης, εκδίδουν τις μικρές τους εφημερίδες και τις θεωρητικές τους μελέτες σε μια γωνία, στην άκρη μακρυά απ την πραγματική ανάπτυξη της επαναστατικής σκέψης, χώρια απ την κίνηση των μαζών.


 Κατάπνιξη της ισπανικής επανάστασης.

 Το ισπανικό προλεταριάτο έπεσε το θύμα ενός συνασπισμού που αποτελέστηκε από ιμπεριαλιστές, ισπανούς δημοκράτες, σοσιαλιστές, αναρχικούς, σταλινικούς και στην αριστερή πτέρυγα, το ΠΟΥΜ. Όλοι αυτοί παρέλυσαν την σοσιαλιστική επανάσταση την οποία το ισπανικό προλεταριάτο είχε αρχίσει να πραγματοποιεί. Δεν είναι εύκολο να ξεφορτωθείς την σοσιαλιστική επανάσταση. Κανένας δεν έχει μέχρι τώρα επινοήσει άλλες μεθόδους από σκληρές καταπνίξεις, σφαγές της εμπροσθοφυλακής, εκτέλεση των ηγετών κλπ. Το ΠΟΥΜ φυσικά δεν το ήθελε αυτό. Αυτό ήθελε απ τη μια να συμμετέχει στη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση και να καταχωρηθεί σαν μια νόμιμη ειρηνική αντιπολίτευση στο γενικό μπλοκ των κομμάτων διακυβέρνησης και απ την άλλη να πετύχει ειρηνικές συντροφικές σχέσεις σε μια εποχή όπου τίθετο το ζήτημα του αδιάλλακτου εμφυλίου πολέμου. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το ΠΟΥΜ έπεσε θύμα των αντιφάσεων της πολιτικής του. Η πιο συνεπής πολιτική στο μπλοκ διακυβέρνησης ακολουθούνταν απ τους σταλινικούς. Αυτοί ήταν η μαχόμενη εμπροσθοφυλακή της αστικής-δημοκρατικής αντεπανάστασης. Αυτοί ήθελαν να περιορίσουν την ανάγκη του φασισμού αποδεικνύοντας στην ισπανική και την παγκόσμια αστική τάξη ότι οι ίδιοι ήταν ικανοί να καταπνίξουν την προλεταριακή επανάσταση υπό το λάβαρο της «δημοκρατίας».
 Αυτή ήταν η ουσία της πολιτικής τους. Οι χρεοκοπημένοι του ισπανικού Λαϊκού Μετώπου προσπαθούν σήμερα να ρίξουν την ευθύνη στο ΠΟΥΜ. Πιστεύω ότι δεν θα θελήσουμε να δείξουμε επιείκεια στα εγκλήματα του GPU. Αλλά βλέπουμε καθαρά και λέμε στους εργαζόμενους ότι το GPU ενήργησε σ αυτή την περίπτωση μόνο σαν το πιο αποφασιστικό απόσπασμα στην υπηρεσία του Λαϊκού Μετώπου. Εδώ βρίσκονταν η ισχύς του GPU, εδώ ήταν ο ιστορικός ρόλος του Στάλιν. Μόνο αμαθείς φιλισταίοι μπορούν να το αντιπαρέρχονται αυτό με μικρά ανόητα ανεκδοτάκια για τον Αρχιδιάβολο.

 Αυτοί οι κύριοι δεν ενοχλούνται ούτε ακόμη και με το ζήτημα του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης. Οι λακέδες της Μόσχας, σε όφελος της Αγγλίας και Γαλλίας, ανακήρυξαν την ισπανική επανάσταση σαν αστική. Πάνω σ αυτή την απάτη στηρίχθηκαν οι προδοτικές πολιτικές του Λαϊκού Μετώπου, πολιτικές που θα ήταν τελείως εσφαλμένες ακόμη και αν η ισπανική επανάσταση ήταν πράγματι αστική.
 Αλλά απ την αρχή η επανάσταση έκφρασε τον προλεταριακό της χαρακτήρα πολύ περισσότερο γραφικά απ την επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. Στην ηγεσία του ΠΟΥΜ βρίσκονται σήμερα κύριοι που θεωρούν ότι η πολιτική του Andres Nin ήταν πολύ «αριστερίστικη», ότι το πραγματικά σωστό ζήτημα ήταν να είχαμε παραμείνει η αριστερή πτέρυγα του Λαϊκού Μετώπου. Η πραγματική δυστυχία ήταν ότι ο Nin, καλύπτοντας τον εαυτό του με το κύρος του Λένιν και της οκτωβριανής επανάστασης, δεν μπορούσε να προσαρμόσει το μυαλό του για να τα σπάσει με το Λαϊκό Μέτωπο. Ο Victor Serge που βιάζεται να συμβιβαστεί με μια επιπόλαια στάση σε σοβαρά ζητήματα, γράφει ότι ο Nin δεν ήθελε να υποταχθεί στις εντολές από το Όσλο ή το Κογιοακάν. Μπορεί ένας σοβαρός άνθρωπος πραγματικά να γίνει ικανός να μειώσει σε μικρό κουτσομπολιό το πρόβλημα του ταξικού περιεχομένου μιας επανάστασης; Οι σοφοί του Que Faire δεν έχουν καμιά απάντηση σ αυτό το ερώτημα. Δεν κατανοούν το ίδιο το ερώτημα. Του τι σημασίας πράγματι είναι το γεγονός ότι το «ανώριμο» προλεταριάτο δημιούργησε τα δικά του όργανα εξουσίας, κατέλαβε επιχειρήσεις, εψαξε να ρυθμίσει την παραγωγή, ενώ το ΠΟΥΜ προσπάθησε με όλη του τη δύναμη να μην τα σπάσει με τους αστούς αναρχικούς, που σε συμμαχία με τους αστούς δημοκράτες και με τους όχι λιγότερο αστούς σοσιαλιστές και σταλινικούς, επιτέθηκαν και συνέτριψαν την προλεταριακή επανάσταση! Τέτοιες «παρωνυχίδες» είναι προφανούς ενδιαφέροντος μόνο σε αντιπροσώπους της «αποστεωμένης ορθοδοξίας». Οι σοφοί του Que Faire κατέχουν αντίθετα ένα ειδικό μέσο με το οποίο μετρούν την ωριμότητα του προλεταριάτου και τον συσχετισμό δυνάμεων ανεξάρτητα απ όλα τα ζητήματα της επαναστατικής ταξικής στρατηγικής…

Κάποιες σκέψεις.


Κάποιες σκέψεις.

Ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ γιατί:
Θα έπαιρνε (ή ήταν αναγκασμένος να πάρει) κάποια μέτρα εκδημοκρατισμού και οικονομικής ανακούφισης των λαϊκών μαζών (ανεξάρτητα απ την κατάληξη που θα είχαν αυτά στο τέλος).
«Θ ανακάτευε την τράπουλα» στα πλαίσια της κυβερνητικής εναλλαγής.
Θα μπέρδευε και θα μείωνε τις δυνατότητες παρέμβασης των ξένων.
Θα δημιουργούσε (έστω προσωρινά) ελπίδες στο λαό.
Ξέρω όμως ότι:
Το κύριο πρόβλημα σήμερα είναι η ύπαρξη του ειδικού αντιδημοκρατικού καθεστώτος/προτεκτοράτου, που έχει δηλητηριάσει και αποχαυνώσει το λαό κι αυτό δεν πέφτει μόνο απ το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε απ την αριστερά, ούτε από οποιαδήποτε επιμέρους πολιτική δύναμη του σήμερα. Χρειάζεται μια ευρύτατη συμπαράταξη δυνάμεων που συμφωνούν σε ουσιώδεις αλλαγές του καθεστώτος. Απ την ανάγκη ευρύτητας αυτών των δυνάμεων, προκύπτει ότι θα είναι περιορισμένες οι αλλαγές που μπορεί να γίνουν στα πρώτα βήματα μιας ανατροπής. Γι αυτό πρέπει αυτές να επιλεγούν προσεκτικά.
Για κάποιους φαντάζει δύσκολη ή αδύνατη αυτή η συμπαράταξη. Αλλά επανάσταση σημαίνει (πέρα και παρά την πραγματοποίηση του αναγκαίου), τη δυνατότητα υλοποίησης του αδύνατου, δηλαδή αξιοποίηση αντιθετικών δυνάμεων και δυνατοτήτων στο μέγιστο βαθμό και ανατροπή καταστάσεων που πριν λίγο φάνταζαν κυρίαρχες (θυμηθείτε: τα σοβιέτ ξεκίνησαν με πρωτοβουλία των μενσεβίκων, οι μπολσεβίκοι (ο Λένιν) αξιοποίησαν στο μέγιστο τις δυνατότητές τους).


Κάνουν αυτό που κάνουν στην Ελλάδα γιατί υπάρχει αυτό το ειδικό καθεστώς.
Η Ελλάδα δεν έγινε προτεκτοράτο τώρα με τα μνημόνια. Η Ελλάδα ήταν προτεκτοράτο, αλλά κρυμμένο. Τώρα οι ανάγκες των «κυρίων» επέβαλλαν να γίνει ανοιχτά προτεκτοράτο.
Κάνουν τα πειράματά τους στην Ελλάδα με προοπτική να επεκτείνουν την εφαρμογή τους και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι αδυναμίες αλλά και οι δυνατότητες της Ελλάδας επέβαλλαν τη συγκέντρωση των δυνάμεων της συμμαχίας της διεθνούς χρηματοπιστωτικής συμμορίας, που επιχειρεί οργανωμένα και επιθετικά, ν αντιμετωπίσει την κρίση του συστήματος με υποβάθμιση και καταστροφή των δυνάμεων της εργασίας.
Η ακραία αντιδραστική και επιθετική φύση αυτών των δυνάμεων φαίνεται απ τη μετατροπή της άμυνας και της υποχώρησης το 2008 με το ξέσπασμα της κρίσης, σε ακραία επίθεση και χρήση των κρατικών πακέτων βοήθειας εναντίον των σωτήρων τους σήμερα.
Αυτό απωθεί ακόμη και μεγάλα τμήματα των επιχειρηματικών κύκλων και των κύκλων της αγοράς, που πλήττονται και αυτά και αντιδρούν. Οι δυνάμεις της εργασίας οφείλουν να εκμεταλλευτούν αυτές τις διαφοροποιήσεις.





Συγκεντρώνονται λοιπόν σήμερα στην Ελλάδα στην υπεράσπιση του καθεστώτος και των ειδικών μέτρων που αυτό υλοποιεί κατ εντολήν των διεθνών αφεντικών του, το σύνολο των πυρών αυτής της διεθνούς χρηματοπιστωτικής συμμορίας. Καταλαβαίνει κανείς πως για ν αντιμετωπίσουν αυτή τη συσπείρωση οι δυνάμεις της εργασίας, πρέπει να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο προσεταιρισμού και συγκέντρωσης και της παραμικρής ικμάδας δύναμης απ όπου μπορούν (οι συμμαχίες και με το διάβολο, εδώ αποκτούν το πραγματικό νόημά τους).
Ήδη στο μετεκλογικό τοπίο φαίνεται ότι η συσπείρωση –ακόμη κι αν επιτευχθεί- των αριστερών δυνάμεων, δεν αρκεί. Ακόμη κι αν πετύχει η αριστερά να σχηματίσει κυβέρνηση, η αντίδραση και η υπονόμευση θα είναι λυσσαλέα.
Σε ένα μέτωπο απέναντι σ αυτές τις δυνάμεις δεν ισχύει βέβαια το παπαρήγειο απόφθεγμα ότι η κυβέρνηση οφείλει ν αντιμετωπίσει όλα τα ζητήματα. Αν ήταν έτσι τότε θα έπρεπε όλοι οι άνθρωποι να είναι… τετράγωνοι.
Για τη σύμπτυξη ενός μετώπου επιλέγονται τα κύρια και ζωτικά ζητήματα που συμφωνούν οι δυνάμεις που συμμετέχουν και επέρχεται συμφωνία και κάποιας μορφής συμβιβασμοί στα επιμέρους ζητήματα που δεν μπορούν ν αναβληθούν.
Η συμφωνία στην κατάργηση των μνημονίων. Είναι φανερή και καθαρή η θέληση του λαού γι αυτό. Η κατάργηση όμως από μόνη της δεν εξασφαλίζει την απόκρουση των επιθετικών ενεργειών της διεθνούς συμμορίας, που θα συνεχίσει με άλλους τρόπους τις επιθέσεις της.
Ουσιαστικό μέτρο και ανάχωμα απέναντι στην επίθεση αυτή είναι ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός της χώρας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που παρότι διατηρείται ψηλά στην ατζέντα πολλών αριστερών δυνάμεων, υποβαθμίζεται είτε στο συγκεκριμένο λόγο είτε στην πράξη. Κι όμως θα μπορούσε με επιθετικό τρόπο να επιτευχθεί συμφωνία σε μέτρα εκδημοκρατισμού με ευρύτερες δυνάμεις.


Οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ απέχουν παρασάγκας απ το να εμπνεύσουν και ν αξιοποιήσουν τη δημιουργική πρωτοβουλία των μαζών (κι ένας σημαντικός παράγοντας σ αυτό είναι η έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας στη λειτουργία τους).

Μέσα σ ένα πλαίσιο τρομοκρατικών διλημμάτων, δημιουργίας δεδομένων καταστάσεων και δεσμεύσεων, ασύδοτης προπαγάνδας των ΜΜΕ και ουσιαστικής εξαφάνισης διαφορετικών φωνών αντίπαλων του καθεστώτος, ο λαός μπόρεσε στις 6 Μάη να μετακινηθεί απ το δικομματικό πλαίσιο λειτουργίας του καθεστώτος και να επιβάλλει την καθολική αναγνώριση ότι αντιτίθεται και αντιδρά στην πολιτική των μνημονίων, δηλαδή, στην καταστροφή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στο όνομα της «σωτηρίας της πατρίδας». Κανείς δεν θάχε απαίτηση μέσα σ ένα τέτοιο πλαίσιο, ο λαός να έχει διαλέξει και τη σωστή κατεύθυνση μετακίνησης, πόσο μάλλον που λαοί ανώτερου πολιτιστικού επιπέδου βρέθηκαν στην ανάγκη να ψηλαφούν εμπειρικά τη λύση στο πρόβλημά τους, μετακινούμενοι στην υποστήριξη πολιτικών δυνάμεων, που αποδεικνύονταν ότι δεν μπορούσαν ν ανταπεξέλθουν ή τους πρόδιδαν. Βέβαια τα διλήμματά τους ήταν κατώτερα του γελοίου και συνυπολογιζομένης της ομοβροντίας δηλώσεών τους, που ξεσκέπαζε απόλυτα για ποιον ενδιαφέρονταν, αποτελεί σοβαρό σημείο προβληματισμού για κάθε προοδευτικό άνθρωπο: οι τράπεζες-τέρατα που κινδυνεύουν να καταρρεύσουν ακόμη και με απώλειες 5-10% (όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Βαρουφάκης),(κι αυτό είναι λογικό σ ένα  σύστημα που στηρίζεται στη μόχλευση και στην αδιαφάνεια), έχουν κάθε λόγο να φοβούνται κάθε διαταραχή του συστήματος, όπως παύση πληρωμών ή έξοδο της Ελλάδας απ το ευρώ. Οι δηλώσεις των «υπευθύνων» περί του αντιθέτου, μόνο γέλιο προκαλούν.



Στην Ελλάδα, με αντιφάσεις και πισωγυρίσματα, ωριμάζει η σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς που υποστηρίζεται απ τη διεθνή συμμαχία των χρηματοπιστωτικών τεράτων που προωθούν τα συμφέροντά τους μέσα απ αυτό το καθεστώς και των δυνάμεων που ασφυκτιούν μέσα σ αυτό το πλαίσιο. Αποφάσισαν τις εκλογές γιατί πίστευαν πως σε κάθε περίπτωση είχαν εξασφαλισμένες τις 150 έδρες, αλλά ήθελαν (όπως φάνηκε εκ των υστέρων) να παγιδεύσουν και δυνάμεις αντιμνημονιακές στην πολιτική τους. Τους χάλασαν τα σχέδια οι μέχρι την τελευταία στιγμή αναποφάσιστοι.



Προβάλλουν το δίλημμα ευρώ ή δραχμή σαν τον πυρήνα και την αιχμή της σημερινής σύγκρουσης, με επιχείρημα ότι η πλειοψηφία του λαού τάσσεται υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη.
Πρώτον, ο λαός δεν ρωτήθηκε όταν μας έβαλαν στην ΕΕ και στο ευρώ ( η ανοχή του τότε κερδήθηκε με την προβολή των ψεύτικων οραμάτων ότι «στην ΕΕ θα τρώμε με χρυσά κουτάλια» και ότι «μπαίνουμε σε μια κοινότητα ισότιμων και αλληλέγγυων κρατών», «η αγορά των 500 εκατομμυρίων πολιτών» κ.ά.). Σήμερα που η εμπειρία έχει γελοιοποιήσει αυτά τα «οράματα», «η αγάπη» και «η υποστήριξη» του λαού στην ΕΕ και το ευρώ εξασφαλίζεται με την τρομοκρατία και τον ωμό εκβιασμό ότι η κόλαση της ΕΕ και του ευρώ που ζούμε δεν είναι τίποτα μπροστά στην καταστροφή και την εξαθλίωση που μας περιμένει εκτός αυτών.
Οι κύριοι υποστηρικτές αυτού του διλήμματος είναι εκείνοι που επανειλημμένα έχουν αποτύχει να προβλέψουν τις εξελίξεις και τα αποτελέσματα των ίδιων των δικών τους πολιτικών τα τελευταία χρόνια. Πολύ περισσότερο αρνούνται να περιγράψουν και ν αντιμετωπίσουν με πραγματικά στοιχεία την έκταση της καταστροφής που μας περιμένει αν ακολουθηθεί η πολιτική των μνημονίων (με όσες επιμέρους τροποποιήσεις κι αν επιτύχουν).
Η «μεγάλη πλειοψηφία υπέρ του ευρώ» μπορεί να ερμηνευτεί όχι σαν  αποδοχή του, αλλά σαν μη ετοιμότητα ακόμη ν αντιμετωπίσει ο λαός τους κραδασμούς και προκλήσεις που συνεπάγεται μια αποχώρηση απ αυτό. Κι αυτό θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι προλεταριοποιείται ένας μεγάλος αριθμός μεσαίων στρωμάτων και καταστρέφεται ένας μεγάλος αριθμός προλεταρίων. Αλλά αυτό που θα συμβεί (και προγραμματίζουν να συμβεί) στο επόμενο διάστημα, είναι αυτά τα φαινόμενα να ενταθούν και να μαζικοποιηθούν στο μέγιστο βαθμό. Είναι ένα νέο ολοκαύτωμα, είναι ο νέος φασισμός. (Κλεάνθης Γρίβας: Οι Ναζί οργάνωσαν ένα αποτρόπαιο ολοκαύτωμα σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η σύγχρονη Διεθνής Χρηματοπιστωτική Μαφία οργανώνει ένα πολλαπλάσιο σε κλίμακα Ολοκαύτωμα σε πλανητική κλίμακα, καταδικάζοντας σε ανεργία, εξαθλίωση και θάνατο από πείνα και αρρώστια εκατοντάδες εκατομμύρια ενήλικες και παιδιά σε όλο τον κόσμο»).

Η νέα άρεια φυλή: οι μεγάλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Οι μικρές και μεσαίες πρέπει να εξαφανιστούν ή να γίνουν οι υπηρέτες των πολυεθνικών.
(Γιώργος Κασιμάτης στο ΚΡΗΤΗTV: «Στοχεύουν ν αφελληνίσουν, δηλαδή να εξαρθρώσουν τον εθνικό χώρο οικονομίας, που είναι εμπόδιο στο μεγάλο πολυεθνικό κεφάλαιο, που πρέπει να ενισχυθεί για να μπει αυτό μέσα, να μπουν δηλαδή τα δίκτυα επιχειρήσεων στην αγορά κάθε κράτους, σε ολόκληρη την αγορά και στην παραγωγή και στη γεωργία ακόμη θα μπουν, έτσι και η γη στο τέλος θα πάει σε λίγους, σε λίγες εταιρείες (όπως στη Γουατεμάλα) και αυτό το πολυεθνικό κεφάλαιο είναι αυτό που τροφοδοτεί το κεφάλαιο που λειτουργεί εκτός παραγωγής και εργασίας και πολλαπλασιάζεται μέσα απ τα χαρτιά του χρηματιστηρίου».
Ο φασισμός ζητούσε τη δημιουργία ζωτικού χώρου για συγκεκριμένες αποικιακές χώρες. Ο νέος παγκόσμιος φασισμός ζητάει να μειώσει (φυσικά και ουσιαστικά) και να υποδουλώσει τις ψυχές των ανθρώπων (και σένα βαθμό το έχει καταφέρει), για να δημιουργήσει ζωτικό χώρο για τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.


Για να το πετύχουν, χρησιμοποιούν το φόβο και την τρομοκρατία, την ασύστολη προπαγάνδα. Καταργούν τα ψήγματα δημοκρατίας που διατηρούσαν και ενισχύουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την «αντιτρομοκρατική νομοθεσία». Περιορίζουν τις δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες και ιδιωτικοποιούν τις πηγές και υπηρεσίες που έχουν, μέχρι τώρα τουλάχιστον τυπικά, δημόσιο χαρακτήρα. Αυτά τα φαινόμενα δεν άρχισαν το 2008 με την κρίση.
Είχαν αρχίσει πολύ πριν να συσσωρεύονται σαν σύννεφα, ανάλογα με την περιοχή και τη χώρα, ανάλογα με τις δυνατότητες που είχαν να περνούν τα «κατάλληλα» μέτρα. Και οι ιδιωτικοποιήσεις προχωρούσαν. Και τα δημόσια αγαθά περιορίζονταν. Και η δημοκρατία καταργούνταν. Και τα δημοσιονομικά «ορθολογικοποιούνταν». Και η «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» επεκτείνονταν. Και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί ενισχύονταν. Μα με την κρίση δόθηκε η ευκαιρία να γίνει μια έκρηξη σ όλους αυτούς τους μηχανισμούς επιστημονικής και συστηματικής εξολόθρευσης πληθυσμών. Και να δοθεί μια έμφαση στα κράτη τα πιο εύκολα στην υιοθέτηση παρόμοιων μέτρων: τις χώρες παλινόρθωσης του καπιταλισμού (πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού») που στερούνται κοινωνικών κινημάτων αντίστασης και στην Ελλάδα με το ειδικό αντιδημοκρατικό καθεστώς/προτεκτοράτο. Η Ελλάδα δεν έγινε προτεκτοράτο το 2010. ήταν προτεκτοράτο και πριν, αλλά με καλυμμένη μορφή. Απ το 2010 έγινε προτεκτοράτο ανοιχτά. Στην Ελλάδα δρουν απροκάλυπτα όργανα των ξένων στις μυστικές υπηρεσίες, στην αστυνομία, στη δικαιοσύνη, στο σταρτό, στο πολιτικό προσωπικό, στον επιχειρηματικό κόσμο, παντού. Οι ξένες δυνάμεις διατηρούν τις βάσεις τους ανοιχτά στο έδαφος της Ελλάδας από ανέκαθεν (στρατιωτικές βάσεις ΝΑΤΟ, πρεσβεία των ΗΠΑ…). Αν όλο αυτό που περιγράφεται δεν είναι ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας, τι είναι; Μήπως η ύπαρξη των ντόπιων οργάνων της ξενικής κατοχής, αλλάζει τον χαρακτήρα του προβλήματος;
Όταν το κύριο όμως πρόβλημα είναι πρόβλημα ανεξαρτησίας και όταν ο κύριος ευνοούμενος και εκφραστής του λαού δεν αναφέρεται σ αυτό ή αναφέρεται έτσι για να πει κάτι ή εκ παραδρομής μέσα σ ένα χάος «οικονομικού προβληματισμού» (προεκλογικός ΣΥΡΙΖΑ), τότε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.



Κάποιοι μιλούν για ταξικό πόλεμο. Ασφαλώς υπάρχουν τάξεις και υπάρχει πόλεμος συμφερόντων μεταξύ τους. αλλά αυτός ο πόλεμος από τι καθορίζεται; Απ τον ανταγωνισμό μεταξύ τους ή από πολιτικές επιβεβλημένες απ έξω; Ποιος καθόριζε την πολιτική την περίοδο ένταξής μας στην ΕΕ; Ποια περιθώρια πρωτοβουλιών είχε το ντόπιο πολιτικό προσωπικό, ακόμα και την περίοδο του Α. Παπανδρέου; Αλλά και πριν την ένταξη στην ΕΕ, ποιος καθόριζε την πολιτική στην Ελλάδα; Τότε τα πράγματα ήταν χειρότερα.


Ποτέ δεν λειτούργησε η δημοκρατία στην Ελλάδα, με την έννοια που έχει η δημοκρατία σε μια ουσιαστικά καπιταλιστική χώρα. Κάθε φορά που ο λαός σήκωνε κεφάλι, ερχότανε σωρηδόν οι παρεμβάσεις απ έξω (παράδειγμα χαρακτηριστικό, την περίοδο αποστασίας, έγιναν γνωστές οι μεταφορές χρημάτων που εκπορεύονταν από το εξωτερικό, για την εξαγορά βουλευτών). Γιατί στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να σταθεί ούτε μια μέρα το καθεστώς από μόνο του. Η ανικανότητά του και η δουλικότητά του είναι παροιμιώδεις. Γιατί είναι ανίκανοι να χαράξουν μακροπρόθεσμη πολιτική ή αλλιώς δεν είναι ελεύθεροι να χαράξουν μακροπρόθεσμη πολιτική. Η πρόσδεσή τους στο άρμα ξένων δυνάμεων, τους αναγκάζει να μικροπολιτεύονται κοντόθωρα. Σ αυτό όμως έγιναν εξπέρ. Δεν τους παραβγαίνει κανείς στους ελιγμούς.


Αλλά για ποια δημοκρατία μιλάμε στην Ελλάδα; Ο Κώστας Χρυσόγονος ήταν σαφής στις 18/6/2012 μιλώντας στον ΑΝΤ1: «Για ποια δημοκρατία μιλάμε; Ας πάρουμε τη σημερινή περίοδο: Σε ποιο κόμμα έγινε κάποιο συνέδριο για την κατάρτηση του προεκλογικού προγράμματος ή ακολουθήθηκαν κάποιες διαδικασίες με τη συμμετοχή έστω των μελών του κόμματος για την ανάδειξη των υποψηφίων βουλευτών; Σε κανένα. Ο αρχηγός/ηγεμόνας του κόμματος με τη συμμετοχή κάποιων μυστικοσυμβούλων αποφασίζουν για όλα. Κι αυτό γίνεται αποδεκτό από την κοινωνία. Είναι σαν να περιμένουμε από τον αρχηγό/ηγεμόνα να κάνει το θαύμα του και να μας λύσει το πρόβλημα, όπως τον 17ο και 18ο αιώνα οι υπήκοοι πίστευαν ότι ο βασιλιάς τους μπορούσε να κάνει θαύματα…».
Είναι σίγουρο ότι οι ξένοι προστάτες μας έχουν κάνει τις αναλύσεις τους και έχουν προσέξει αυτό το χαρακτηριστικό που αποκαλύπτει τις αδυναμίες του ελληνικού λαού. Αλλά αυτό που δεν μπορούν να προβλέψουν είναι η αλληλοδιείσδυση και αλληλεπίδραση των χαρακτηριστικών των καπιταλιστικών χωρών, σαν παγκόσμιο σύστημα και η αντίδραση του λαού σε εξαιρετικές συνθήκες κρίσης, όπως αυτές που έρχονται.

Ένας διαταξικός διαχωρισμός που χωρίζει και την εργατική τάξη στα δύο. Με το καθεστώς, μέσα στο καθεστώς ή εναντίον του και εκτός; Τι σήμαινε το Πασοκικό σύνθημα προνομιούχοι και μη προνομιούχοι; Δεν είχε την έννοια του καθεστωτικού και του μη καθεστωτικού και δεν ήταν αυτό που φούσκωσε το κίνημά του; Τι κατάληξη είχε και ποιος μιλάει σήμερα γι αυτό;


Γιώργος Παπανικολάου
29 Ιούνη 2012

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012